Διανομή ενός ακινήτου δύναται να λάβει χώρα όταν το ίδιο ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους του ενός κυρίους, οπότε μιλάμε για περισσοτέρους του ενός συνιδιοκτήτες του ιδίου ακινήτου. Διανομή μπορεί να ζητήσει οιοσδήποτε εκ των συγκυρίων του ακινήτου, ακόμα κι αν δεν έχει την πλειοψηφία, ακόμα δηλαδή κι αν έχει στην κυριότητά του ένα μικρό μερίδιο του κοινού ακινήτου. Μπορεί δηλαδή κι εκείνος που είναι κύριος του 10% ή του 20% να ασκήσει αγωγή διανομής, αιτούμενος την διανομή.
Η αγωγή διανομής δύσκολα μπορεί να αντικρουσθεί από τον εναγόμενο για να απορριφθεί. Η συνήθης άρνηση του εναγομένου είναι όχι να μην γίνει καθόλου η διανομή, αλλά να γίνει με άλλον τρόπο, διαφορετικό από εκείνον που προτείνει ο ενάγων στην αγωγή του. Δηλαδή, να μην γίνει διανομή με κατασκευή μίας οικοδομής με τέσσερις ορόφους, αλλά να κατασκευασθούν δύο οικοδομές στο οκόπεδο. Ή να μην πωληθεί το κοινό ακίνητο σε πλειστηριασμό, αλλά να γίνει αυτούσια διανομή με σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών κλπ.
Μία περίπτωση στην οποία ο εναγόμενος μπορεί επιτυχώς να αποκρούσει την αγωγή διανομής είναι όταν προβάλλει ένσταση ιδίας κυριότητος. Στην περίπτωση αυτή ο εναγόμενος αρνείται ότι υφίσταται συκγυριότητα με τον ενάγοντα στο ίδιο ακίνητο, ισχυριζόμενος ότι το ακίνητο είναι ολόκληρο δικό του, κατά 100%, οπότε δεν υφίσταται κοινωνία δικαιώματος, ούτε συνεπώς δυνατότητα διανομής.
Μία τέτοια περίπτωση μπορεί να είναι η εξής: Ο πατέρας της οικογενείας είχε στην κυριότητά του δύο ακίνητα, ένα διώοροφο σπίτι και ένα κτήμα με ελιές και είχε δύο τέκνα. Απεβίωσε δε το έτος 2004 χωρίς να αφήσει διαθήκη, ενώ η σύζυγός του είχε προαποβιώσει. Ο ένας υιός, ο Α, που είχε μεταναστεύσει στην Νέα Ζηλανδία, θεώρησε ότι αφού ο πατέρας τους δεν άφησε διαθήκη, κληρονόμησε αυτός με τον αδελφό του Β, το 50% εξ αδιαιρέτου στα δύο ακίνητα του πατέρα τους, στο σπίτι και στο κτήμα με τις ελιές. Για τον λόγο αυτόν προέβη σε αποδοχή κληρονομίας όπου απεδέχθη το 50% εξ αδιαιρέτου των δύο αυτών ακινήτων.
Ο άλλος υιός, ο Β, είχε μείνει στην Ελλάδα και καλλιεργούσε το κτήμα με τις ελιές. Αυτός υποστήριξε ότι το σπίτι κληρονομήθηκε από τους δύο αδελφούς κατά 50% έκαστος. Το κτήμα όμως με τις ελιές δεν αποτελεί μέρος της κληρονομίας του πατέρα τους, διότι ο πατέρας τους του το είχε δωρήσει με άτυπη δωρεά το έτος 1970 και έτσι το 1990, μετά δηλαδή από είκοσι χρόνια συνεχούς καλλιέργειας και νομής του κτήματος με διάνοια κυρίου, ο Β’ το απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα και δεν ανήκε στην κληρονομία του πατρός τους που απεβίωσε το 2004. Ο Β συνεπώς ισχυρίσθηκε ότι το μόνο κοινό ακίνητο που έχει κληρονομήσει με τον αδελφό του Α είναι το σπίτι, ενώ το κτήμα το έχει κατά 100% δικό του.
Ο Α άσκησε στα δικαστήρια στην Ελλάδα αγωγή διανομής, για την διανομή του κτήματος με τις ελιές, με το σκεπτικό ότι αυτός και ο αδελφός του Β’ είναι από 50% έκαστος συγκύριοι στο κτήμα. Ο Β απάντησε στην αγωγή ισχυριζόμενος ότι το κτήμα δεν είναι κοινό ακίνητο, που να υπόκειται σε διανομή μεταξύ τους, αλλά του ανήκει κατά 100%, αφού το απέκτησε με χρησικτησία, μετά την επί εικοσαετία νομή (κατοχή με διάνοια κυρίου), κατόπιν της ατύπου δωρεάς του πατρός τους προς αυτόν το 1970.
Το δικαστήριο θα εκτιμήσει τα έγγραφα, τους μάρτυρες, τις ένορκες βεβαιώσεις και κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο και θα καταλήξει αναλόγως στο συμπέρασμα αν πράγματι οι ενέργειες που έκανε ο Β συνιστούν άσκηση νομής επί του κτήματος, δηλαδή κατοχή διανοία κυρίου επί μία εικοσαετία, οπότε θα δεχθεί την ένσταση της ιδίας κυριότητος από τον εναγόμενο Β και θα απορρίψει την αγωγή διανομής, ή αν ο Β δεν έλαβε ποτέ το κτήμα στην κατοχή του διανοία κυρίου από τον πατέρα τους με άτυπη δωρεά και το κτήμα παρέμεινε στην κυριότητα του πατρός έως τον θάνατό του το 2004, οπότε και περιελήφθη στην κληρονομία του, κληρονομήθηκε κατά 50% από τα δύο του παιδιά Α και Β και άρα τώρα η αγωγή διανομής του Α θα γίνει δεκτή.
Στην υπ’αριθ. 2298/2009 απόφασή του επί παρομοίων περιστατικών, ο Άρειος Πάγος εδέχθη ότι ο εναγόμενος είχε ασκήσει νομή επί εικοσαετία επί του επιδίκου ακινήτου με επίσκεψη του ακινήτου, επίβλεψη, δενδροφύτευση και καλλιέργειά του με κηπευτικά και οπωροφόρα δέντρα, καθώς και κατασκευή εντός αυτού αποθηκευτικού χώρου, είχε επομένως αποκτήσει την κυριότητα αυτού κατά 100% με έκτακτή χρησικτησία και επομένως η αγωγή διανομής ορθώς απερρίφθη από το Εφετείο, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κοινό προς διανομή ακινήτο, αφού αυτό ανήκε ολόκληρο κατά 100% στον εναγόμενο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Friday, June 3, 2011
Tuesday, May 24, 2011
Χρησικτησία μετά από κληρονομιά
Του Χρήστου Ηλιόπουλου*
Ο συνηθισμένος τρόπος κτήσεως κυριότητος ενός ακινήτου είναι με συμβολαιογραφικό έγγραφο (π.χ. αγορά, δωρεά, γονική παροχή) και μεταγραφή αυτού στο υποθηκοφυλακείο ή στο κτηματολογικό γραφείο. Είναι όμως δυνατή η κτήση κυριότητος και χωρίς συμβόλαιο, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις της χρησικτησίας.
Για να αποκτήσεις κυριότητα ακινήτου χωρίς συμβόλαιο, απαιτείται να το έχεις στη νομή σου τουλάχιστον επί είκοσι έτη (έκτακτη χρησικτησία). Νομή υπάρχει όταν έχεις την φυσική εξουσία επί του ακινήτου διανοία κυρίου. Φυσική εξουσία σημαίνει ότι είτε ζεις σ’ αυτό (οικία), είτε το επισκέπτεσαι συχνά, το περιφράσσεις, αποτρέπεις άλλους από το να εισέρχονται ή να κάνουν πράξεις σ’ αυτό, το τοπογραφείς, το καλλιεργείς, το εκμισθώνεις (νοικιάζεις) σε τρίτους, ανοικοδομείς εντός αυτού κλπ.
Όλες οι ανωτέρω πράξεις πρέπει να γίνονται με την βούληση και την πεποίθηση ότι είναι δικό σου, ότι το εξουσιάζεις σαν δικό σου. Εάν πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις, δηλαδή της φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου και της ελάχιστης διάρκειας των είκοσι ετών, μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς δηλαδή συμβόλαιο. (Η τακτική χρησικτησία απαιτεί δέκα έτη, αλλά με ορισμένες πρόσθετες προϋποθέσεις).
Ενδιαφέρον έχει ότι υπάρχει δυνατότητα κάποιος να αποκτήσει ακίνητο με χρησικτησία ακόμα κι αν δεν έχει συμπληρώσει τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο των είκοσι ετών, εφόσον έχει κληρονομήσει κάποιον που είχε κι εκείνος στη νομή του το ίδιο ακίνητο, οπότε υφίσταται συνέχιση της χρησικτησίας (διαδοχή στη νομή).
Αυτό γίνεται ως εξής: ο Α (πατέρας) καλλιεργεί ένα κτήμα στην Τέμενη Αιγίου από το έτος 1978, όταν ο δικός του πατέρας του το έδωσε διά λόγου, χωρίς δηλαδή να υπογράψουν συμβόλαιο. Από το 1978 ο Α έχει στη νομή του του κτήμα, που το απέκτησε όχι με συμβόλαιο, αλλά με άτυπη δωρεά. Το έτος 1989 ο Α απεβίωσε και κληρονομήθηκε από το μοναδικό του τέκνο Β, καθώς η σύζυγός του είχε προαποβιώσει. Το τέκνο Β διαδέχθηκε δηλαδή τον πατέρα του Α στη νομή του εν λόγω κτήματος το 1989 και συνέχισε να καλλιεργεί και αργότερα να εκμισθώνει το κτήμα σε τρίτους με έγγραφα μισθωτήρια.
Το 2002 ο Γ, ένας ξάδελφος του Β, υποστήριξε ότι το κτήμα είναι δικό του και κατά την διάρκεια απουσίας του Β στο εξωτερικό, ο Γ περιέφραξε το κτήμα και άρχισε να οικοδομεί οικία εντός αυτού. Ο Β έμαθε για την αμφισβήτηση της κυριότητάς του επί του κτήματος και ήσκησε αγωγή στα δικαστήρια κατά του ξαδέλφου του Γ. Ο Β δεν έχει τίτλους κυριότητας (συμβόλαιο) για το κτήμα, έχει όμως τον ισχυρισμό ότι απέκτησε κυριότητα επί του κτήματος το έτος 1998, όταν δηλαδή συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια νομής του κτήματος (1978 – 1998).
Ο ξάδελφός Γ θα ισχυρισθεί ότι ο Β δεν είχε ποτέ ο ίδιος 20 χρόνια νομής στο ακίνητο, όμως ο Β θα απαντήσει ότι μπορεί ο ίδιος να μην είχε νομή 20 χρόνια, όμως συνέχισε τη νομή του πατρός του, Α, που είχε αρχίσει το 1978. Ο Β συνέχισε τη νομή του πατρός του Α μετά τον θάνατο του Α το 1989, εφόσον συνέχισε να εξουσιάζει το ακίνητο με διάνοια κυρίου και το 1998, δηλαδή είκοσι χρόνια μετά το 1978, ο Β έγινε κύριος του κτήματος. Επομένως, το 2002 που το καταπάτησε ο ξάδελφος Γ, το κτήμα ήταν ήδη στην κυριότητα του Β και εφόσον ο Β αποδείξει στο δικαστήριο ότι τόσο ο πατέρας του το διάστημα 1978 – 1989 όσο και ο ίδιος το διάστημα 1989 – 1998 είχαν πράγματι τη νομή, τότε θα κερδίσουν την δίκη και το Δικαστήριο θα διατάξει την αποβολή του Γ από το κτήμα και την επίσημη εγκατάταση του Β.
Ο Γ μπορεί να ισχυρισθεί ότι ο Β δεν απεδέχθη εγγράφως σε συμβολαιογράφο την κληρονομία του πατρός του μετά το 1989 και δεν μετέγραψε την αποδοχή στο υποθηκοφυλακείο, αλλά το επιχείρημα αυτό θα απορριφθεί από το δικαστήριο, διότι για την μεταβίβαση της νομής από τον πατέρα Α στον υιό Β το 1989 δεν απαιτείται αποδοχή και μεταγραφή. Η μεταβίβαση της νομής γίνεται από τον θανόντα στον κληρονόμο του αυτομάτως, από την επομένη του θανάτου του Α το 1989.
Η δικαστική απόφαση εφόσον καταστεί τελεσίδικη θα μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο Αιγίου και θα αποτελεί πλέον τίτλο κυριότητας υπέρ του Β.
Αυτά έκρινε και η υπ’αριθ. 215/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου σε υπόθεση που δικάσθηκε πρώτα στο Ειρηνοδικείο Αγραίων (Κερασοχώρι) και ακολούθως στο Πρωτοδικείο Ευρυτανίας.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Ο συνηθισμένος τρόπος κτήσεως κυριότητος ενός ακινήτου είναι με συμβολαιογραφικό έγγραφο (π.χ. αγορά, δωρεά, γονική παροχή) και μεταγραφή αυτού στο υποθηκοφυλακείο ή στο κτηματολογικό γραφείο. Είναι όμως δυνατή η κτήση κυριότητος και χωρίς συμβόλαιο, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις της χρησικτησίας.
Για να αποκτήσεις κυριότητα ακινήτου χωρίς συμβόλαιο, απαιτείται να το έχεις στη νομή σου τουλάχιστον επί είκοσι έτη (έκτακτη χρησικτησία). Νομή υπάρχει όταν έχεις την φυσική εξουσία επί του ακινήτου διανοία κυρίου. Φυσική εξουσία σημαίνει ότι είτε ζεις σ’ αυτό (οικία), είτε το επισκέπτεσαι συχνά, το περιφράσσεις, αποτρέπεις άλλους από το να εισέρχονται ή να κάνουν πράξεις σ’ αυτό, το τοπογραφείς, το καλλιεργείς, το εκμισθώνεις (νοικιάζεις) σε τρίτους, ανοικοδομείς εντός αυτού κλπ.
Όλες οι ανωτέρω πράξεις πρέπει να γίνονται με την βούληση και την πεποίθηση ότι είναι δικό σου, ότι το εξουσιάζεις σαν δικό σου. Εάν πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις, δηλαδή της φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου και της ελάχιστης διάρκειας των είκοσι ετών, μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς δηλαδή συμβόλαιο. (Η τακτική χρησικτησία απαιτεί δέκα έτη, αλλά με ορισμένες πρόσθετες προϋποθέσεις).
Ενδιαφέρον έχει ότι υπάρχει δυνατότητα κάποιος να αποκτήσει ακίνητο με χρησικτησία ακόμα κι αν δεν έχει συμπληρώσει τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο των είκοσι ετών, εφόσον έχει κληρονομήσει κάποιον που είχε κι εκείνος στη νομή του το ίδιο ακίνητο, οπότε υφίσταται συνέχιση της χρησικτησίας (διαδοχή στη νομή).
Αυτό γίνεται ως εξής: ο Α (πατέρας) καλλιεργεί ένα κτήμα στην Τέμενη Αιγίου από το έτος 1978, όταν ο δικός του πατέρας του το έδωσε διά λόγου, χωρίς δηλαδή να υπογράψουν συμβόλαιο. Από το 1978 ο Α έχει στη νομή του του κτήμα, που το απέκτησε όχι με συμβόλαιο, αλλά με άτυπη δωρεά. Το έτος 1989 ο Α απεβίωσε και κληρονομήθηκε από το μοναδικό του τέκνο Β, καθώς η σύζυγός του είχε προαποβιώσει. Το τέκνο Β διαδέχθηκε δηλαδή τον πατέρα του Α στη νομή του εν λόγω κτήματος το 1989 και συνέχισε να καλλιεργεί και αργότερα να εκμισθώνει το κτήμα σε τρίτους με έγγραφα μισθωτήρια.
Το 2002 ο Γ, ένας ξάδελφος του Β, υποστήριξε ότι το κτήμα είναι δικό του και κατά την διάρκεια απουσίας του Β στο εξωτερικό, ο Γ περιέφραξε το κτήμα και άρχισε να οικοδομεί οικία εντός αυτού. Ο Β έμαθε για την αμφισβήτηση της κυριότητάς του επί του κτήματος και ήσκησε αγωγή στα δικαστήρια κατά του ξαδέλφου του Γ. Ο Β δεν έχει τίτλους κυριότητας (συμβόλαιο) για το κτήμα, έχει όμως τον ισχυρισμό ότι απέκτησε κυριότητα επί του κτήματος το έτος 1998, όταν δηλαδή συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια νομής του κτήματος (1978 – 1998).
Ο ξάδελφός Γ θα ισχυρισθεί ότι ο Β δεν είχε ποτέ ο ίδιος 20 χρόνια νομής στο ακίνητο, όμως ο Β θα απαντήσει ότι μπορεί ο ίδιος να μην είχε νομή 20 χρόνια, όμως συνέχισε τη νομή του πατρός του, Α, που είχε αρχίσει το 1978. Ο Β συνέχισε τη νομή του πατρός του Α μετά τον θάνατο του Α το 1989, εφόσον συνέχισε να εξουσιάζει το ακίνητο με διάνοια κυρίου και το 1998, δηλαδή είκοσι χρόνια μετά το 1978, ο Β έγινε κύριος του κτήματος. Επομένως, το 2002 που το καταπάτησε ο ξάδελφος Γ, το κτήμα ήταν ήδη στην κυριότητα του Β και εφόσον ο Β αποδείξει στο δικαστήριο ότι τόσο ο πατέρας του το διάστημα 1978 – 1989 όσο και ο ίδιος το διάστημα 1989 – 1998 είχαν πράγματι τη νομή, τότε θα κερδίσουν την δίκη και το Δικαστήριο θα διατάξει την αποβολή του Γ από το κτήμα και την επίσημη εγκατάταση του Β.
Ο Γ μπορεί να ισχυρισθεί ότι ο Β δεν απεδέχθη εγγράφως σε συμβολαιογράφο την κληρονομία του πατρός του μετά το 1989 και δεν μετέγραψε την αποδοχή στο υποθηκοφυλακείο, αλλά το επιχείρημα αυτό θα απορριφθεί από το δικαστήριο, διότι για την μεταβίβαση της νομής από τον πατέρα Α στον υιό Β το 1989 δεν απαιτείται αποδοχή και μεταγραφή. Η μεταβίβαση της νομής γίνεται από τον θανόντα στον κληρονόμο του αυτομάτως, από την επομένη του θανάτου του Α το 1989.
Η δικαστική απόφαση εφόσον καταστεί τελεσίδικη θα μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο Αιγίου και θα αποτελεί πλέον τίτλο κυριότητας υπέρ του Β.
Αυτά έκρινε και η υπ’αριθ. 215/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου σε υπόθεση που δικάσθηκε πρώτα στο Ειρηνοδικείο Αγραίων (Κερασοχώρι) και ακολούθως στο Πρωτοδικείο Ευρυτανίας.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Tuesday, May 10, 2011
Αποκλειστική χρήση και όχι κυριότητα στην πυλωτή
Του Χρήστου Ηλιόπουλου*
Η πλειοψηφία των πολυωρόφων κτιρίων κατοικίας στην Ελλάδα μετά το 1980 κατασκευάζεται με πυλωτή (pilotis), δηλ. με το πολεοδομικό σύστημα της αφέσεως του ισογείου ακαλύπτου. Ο ακάλυπτος αυτός χώρος δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστών ιδιοκτησιών, επομένως στην πυλωτή δεν μπορούν να συσταθούν διαιρεμένες ιδιοκτησίες.
Στην πυλωτή συνήθως δημιουργούνται θέσεις σταθμεύσεως, οι οποίες όμως μόνο ως αποκλειστική χρήση υπέρ ενός συνιδιοκτήτη μπορούν να γίνουν αποδεκτές κατά το νόμο. Σε λίγες περιπτώσεις, με συμφωνία των οικοπεδούχων ή του συνόλου των συνιδιοκητών έχει ορισθεί στην σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας ότι τμήματα χώρων (θέσεις σταθμεύσεως) στην πυλωτή έχουν χιλιοστά επί του συνόλου της πολυκατοικίας και αποτελούν ξεχωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Το συμβόλαιο της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας που προβλέπει κάτι τέτοιο πάσχει νομικώς και καλό είναι, στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό, το σύνολο των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας να συμφωνήσει να υπογράψει τροποποίηση της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, που να καταργεί τις οριζόντιες ιδιοκτησίες στην πυλωτή και να τις μετατρέπει σε θέσεις αποκλειστικής χρήσεως.
Η πολεοδομική διάταξη του Νόμου 960/1979, που αντικαταστάθηκε με το Νόμο 1221/1981, ορίζει ότι «οι τυχόν δημιουργούμεναι θέσεις σταθμεύσεως εις τον ελεύθερον ισόγειον χώρον του κτιρίου όταν τούτο κατασκευάζεται επί υποστηλωμάτων (pilotis) κατά τις ισχύουσες διατάξεις, δεν δύνανται ν’ αποτελέσουν διηρημένας ιδιοκτησίας».
Αν η σύσταση ορίζει ότι δημιουργούνται στην πυλωτή διηρημένες ιδιοκτησίες, η σύσταση πάσχει ακυρότητα, διότι αντιβαίνει στην ανωτέρω διάταξη που είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν επιτρέπεται η αλλαγή της από τους συνιδιοκτήτες.
Κατά την υπ’ αριθ. 2155/2009 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου, «ο χώρος της πυλωτής ή ανοικτά τμήματα του χώρου αυτού ανήκουν στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων μπορεί μόνο να παραχωρηθεί ... δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ιδίας οικοδομής». Η αποκλειστική αυτή χρήση έχει χαρακτήρα δουλείας.
Επομένως, δεν επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες του οικοπέδου με την συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία και με οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίησή της, να μην εξασφαλίζουν στην κοινόκτητη πυλωτή της οικοδομής θέσεις σταθμεύσεως των αυτοκινήτων των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων. Δεν επιτρέπεται συνεπώς και η παραχώρηση της θέσεως σταθμεύσεως σε υπόγεια αποθήκη, που αποτελεί βοηθητικό χώρο διαμερίσματος, ακόμα κι αν οι αποθήκη αυτή έχει ορισθεί με την σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας ως αυτοτελής ιδιοκτησία (με χιλιοστά), διότι δεν γίνεται δεκτό από το νόμο και από τα δικαστήρια ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων σε ορόφους να μην μπορούν να εξασφαλίσουν στην πυλωτή θέσεις σταθμεύσεως των αυτοκινήτων τους και να στερούνται έτσι της δυνατότητος χρήσεως κοινοχρήστου τμήματος της οικοδομής.
Σημειώνεται ότι για τον καθορισμό του απαιτουμένου αριθμού θέσεων στάθμευσης εντός της μείζονος περιοχής της πρωτεύουσας, βάσει του π.δ. 1340/1981, δεν προβλέπεται θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου για επιφάνεια μικρότερη των 40 τ.μ. Επομένως, εάν με την σύσταση ορίζεται ότι αποθήκη στο υπόγειο, μικρότερη των 40 τ.μ., έχει θέση σταθμεύσεως στην πυλωτή, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχει ιδιοκτήτης διαμερίσματος ορόφου χωρίς θέση σταθμεύσεως στην πυλωτή, το συμβόλαιο της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας μπορεί να προσβληθεί στα δικαστήρια και να ακυρωθεί.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Η πλειοψηφία των πολυωρόφων κτιρίων κατοικίας στην Ελλάδα μετά το 1980 κατασκευάζεται με πυλωτή (pilotis), δηλ. με το πολεοδομικό σύστημα της αφέσεως του ισογείου ακαλύπτου. Ο ακάλυπτος αυτός χώρος δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστών ιδιοκτησιών, επομένως στην πυλωτή δεν μπορούν να συσταθούν διαιρεμένες ιδιοκτησίες.
Στην πυλωτή συνήθως δημιουργούνται θέσεις σταθμεύσεως, οι οποίες όμως μόνο ως αποκλειστική χρήση υπέρ ενός συνιδιοκτήτη μπορούν να γίνουν αποδεκτές κατά το νόμο. Σε λίγες περιπτώσεις, με συμφωνία των οικοπεδούχων ή του συνόλου των συνιδιοκητών έχει ορισθεί στην σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας ότι τμήματα χώρων (θέσεις σταθμεύσεως) στην πυλωτή έχουν χιλιοστά επί του συνόλου της πολυκατοικίας και αποτελούν ξεχωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Το συμβόλαιο της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας που προβλέπει κάτι τέτοιο πάσχει νομικώς και καλό είναι, στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό, το σύνολο των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας να συμφωνήσει να υπογράψει τροποποίηση της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, που να καταργεί τις οριζόντιες ιδιοκτησίες στην πυλωτή και να τις μετατρέπει σε θέσεις αποκλειστικής χρήσεως.
Η πολεοδομική διάταξη του Νόμου 960/1979, που αντικαταστάθηκε με το Νόμο 1221/1981, ορίζει ότι «οι τυχόν δημιουργούμεναι θέσεις σταθμεύσεως εις τον ελεύθερον ισόγειον χώρον του κτιρίου όταν τούτο κατασκευάζεται επί υποστηλωμάτων (pilotis) κατά τις ισχύουσες διατάξεις, δεν δύνανται ν’ αποτελέσουν διηρημένας ιδιοκτησίας».
Αν η σύσταση ορίζει ότι δημιουργούνται στην πυλωτή διηρημένες ιδιοκτησίες, η σύσταση πάσχει ακυρότητα, διότι αντιβαίνει στην ανωτέρω διάταξη που είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν επιτρέπεται η αλλαγή της από τους συνιδιοκτήτες.
Κατά την υπ’ αριθ. 2155/2009 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου, «ο χώρος της πυλωτής ή ανοικτά τμήματα του χώρου αυτού ανήκουν στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων μπορεί μόνο να παραχωρηθεί ... δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ιδίας οικοδομής». Η αποκλειστική αυτή χρήση έχει χαρακτήρα δουλείας.
Επομένως, δεν επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες του οικοπέδου με την συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία και με οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίησή της, να μην εξασφαλίζουν στην κοινόκτητη πυλωτή της οικοδομής θέσεις σταθμεύσεως των αυτοκινήτων των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων. Δεν επιτρέπεται συνεπώς και η παραχώρηση της θέσεως σταθμεύσεως σε υπόγεια αποθήκη, που αποτελεί βοηθητικό χώρο διαμερίσματος, ακόμα κι αν οι αποθήκη αυτή έχει ορισθεί με την σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας ως αυτοτελής ιδιοκτησία (με χιλιοστά), διότι δεν γίνεται δεκτό από το νόμο και από τα δικαστήρια ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων σε ορόφους να μην μπορούν να εξασφαλίσουν στην πυλωτή θέσεις σταθμεύσεως των αυτοκινήτων τους και να στερούνται έτσι της δυνατότητος χρήσεως κοινοχρήστου τμήματος της οικοδομής.
Σημειώνεται ότι για τον καθορισμό του απαιτουμένου αριθμού θέσεων στάθμευσης εντός της μείζονος περιοχής της πρωτεύουσας, βάσει του π.δ. 1340/1981, δεν προβλέπεται θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου για επιφάνεια μικρότερη των 40 τ.μ. Επομένως, εάν με την σύσταση ορίζεται ότι αποθήκη στο υπόγειο, μικρότερη των 40 τ.μ., έχει θέση σταθμεύσεως στην πυλωτή, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχει ιδιοκτήτης διαμερίσματος ορόφου χωρίς θέση σταθμεύσεως στην πυλωτή, το συμβόλαιο της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας μπορεί να προσβληθεί στα δικαστήρια και να ακυρωθεί.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Tuesday, May 3, 2011
Έως τρεις οι ένορκες βεβαιώσεις στα ελληνικά δικαστήρια
Του Χρήστου Ηλιόπουλου*
Μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων η δικονομία επιτρέπει ως βασικό μέσο αποδείξεως τις μαρτυρικές καταθέσεις. Ο μάρτυρας, μαζί με τα έγγραφα, αναδεικνύονται ως εκ των σημαντικοτέρων αποδεικτικών μέσων προκειμένου οι δικαστές να διαγνώσουν την αλήθεια.
Ουσιαστικώς, η κύρια συμβουλή που πρέπει να δοθεί προς πάντα ενδιαφερόμενο να προσφύγει στην δικαιοσύνη, είναι να μην το κάνει αν πρώτα δεν έχει εξασφαλίσει ότι αυτό που θα ισχυρισθεί, μπορεί και να το αποδείξει. Απόδειξη είναι βεβαίως τα έγγραφα, αλλά κυρίως οι μάρτυρες. Δεν αρκεί να ισχυρισθείς τα ορθά νομικά επιχειρήματα ενώπιον των δικαστηρίων. Χρειάζεται και να δύνασαι να αποδείξεις, μέσω μαρτύρων και εγγράφων, αυτά που υποστηρίζεις.
Οι μάρτυρες που εξετάζονται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων είναι περισσότεροι του ενός στην ποινική διαδικασία. Στα αστικά – πολιτικά δικαστήρια, ωστόσο, ο μάρτυρας στο ακροατήριο είναι ένας για κάθε πλευρά. Ο μάρτυρας που ο δικαστής έχει μπροστά του και μπορεί να του υποβάλει τις ερωτήσεις που θέλει, είναι ο πλέον σημαντικός. Είναι ο μάρτυρας που από το περιεχόμενο των απαντήσεών του, αλλά και από την όλη παρουσία του στο δικαστήριο, τον κατηγορηματικό ή διστακτικό τρόπο που απαντά και από το ύφος των απαντήσεών του, το δικαστήριο συνάγει συμπεράσματα που πλησιάζουν σε μεγάλο βαθμό την αλήθεια.
Εκτός, όμως, από τους μάρτυρες στο ακροατήριο του πολιτικού δικαστηρίου, (έναν για κάθε διάδικο), επιτρέπεται να προσκομισθούν και ένορκες βεβαιώσεις άλλων μαρτύρων, ενώπιον ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφού ή προξένου της Ελλάδος σε χώρα του εξωτερικού.
Για να ληφθεί υπόψη από δικαστήριο μία ένορκη βεβαίωση πρέπει πριν υπογράψει ο μάρτυρας να έχει κλητευθεί με δικαστικό επιμελητή ο αντίδικος, ώστε να παραστεί κατά την υπογραφή της ενόρκου βεβαιώσεως. Στις πλείστες των περιπτώσεων ο αντίδικος δεν παρίσταται, διότι λαμβάνει γνώση του περιεχομένου της ενόρκου βεβαιώσεως αργότερα, όταν λάβει αντίγραφό της από τη γραμματεία του Ειρηνοδικείου, ή από τον συμβολαιογράφο.
Ένορκη βεβαίωση είναι ένα γραπτό κείμενο, που περιέχει την μαρτυρική κατάθεση, την οποία ο μάρτυρας έχει διαβάσει καλά προηγουμένως και είναι έτοιμος να την υπογράψει. Ο μάρτυρας αυτός δεν απαντά προφορικώς σε ερωτήσεις των δικηγόρων και το μόνο που ερωτάται είναι εάν έχει διαβάσει το κείμενο. Όταν αυτός απαντήσει καταφατικώς, καλείται να υπογράψει αφού ορκισθεί και μετά αποχωρεί.
Κατά το νόμο στην Ελλάδα κάθε διάδικος μπορεί να προσκομίσει μέχρι τρεις ένορκες βεβαιώσεις. Αυτό σημαίνει ότι εάν το δικαστήριο λάβει υπόψιν του πάνω από τρεις ένορκες, η απόφασή του θα είναι εσφαλμένη και θα μπορεί να προσβληθεί με έφεση ή αναίρεση. Στην υπ΄αριθ. 2065/2009 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το Εφετείο παραβίασε το νόμο, διότι έλαβε υπόψιν του τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων η δικονομία επιτρέπει ως βασικό μέσο αποδείξεως τις μαρτυρικές καταθέσεις. Ο μάρτυρας, μαζί με τα έγγραφα, αναδεικνύονται ως εκ των σημαντικοτέρων αποδεικτικών μέσων προκειμένου οι δικαστές να διαγνώσουν την αλήθεια.
Ουσιαστικώς, η κύρια συμβουλή που πρέπει να δοθεί προς πάντα ενδιαφερόμενο να προσφύγει στην δικαιοσύνη, είναι να μην το κάνει αν πρώτα δεν έχει εξασφαλίσει ότι αυτό που θα ισχυρισθεί, μπορεί και να το αποδείξει. Απόδειξη είναι βεβαίως τα έγγραφα, αλλά κυρίως οι μάρτυρες. Δεν αρκεί να ισχυρισθείς τα ορθά νομικά επιχειρήματα ενώπιον των δικαστηρίων. Χρειάζεται και να δύνασαι να αποδείξεις, μέσω μαρτύρων και εγγράφων, αυτά που υποστηρίζεις.
Οι μάρτυρες που εξετάζονται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων είναι περισσότεροι του ενός στην ποινική διαδικασία. Στα αστικά – πολιτικά δικαστήρια, ωστόσο, ο μάρτυρας στο ακροατήριο είναι ένας για κάθε πλευρά. Ο μάρτυρας που ο δικαστής έχει μπροστά του και μπορεί να του υποβάλει τις ερωτήσεις που θέλει, είναι ο πλέον σημαντικός. Είναι ο μάρτυρας που από το περιεχόμενο των απαντήσεών του, αλλά και από την όλη παρουσία του στο δικαστήριο, τον κατηγορηματικό ή διστακτικό τρόπο που απαντά και από το ύφος των απαντήσεών του, το δικαστήριο συνάγει συμπεράσματα που πλησιάζουν σε μεγάλο βαθμό την αλήθεια.
Εκτός, όμως, από τους μάρτυρες στο ακροατήριο του πολιτικού δικαστηρίου, (έναν για κάθε διάδικο), επιτρέπεται να προσκομισθούν και ένορκες βεβαιώσεις άλλων μαρτύρων, ενώπιον ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφού ή προξένου της Ελλάδος σε χώρα του εξωτερικού.
Για να ληφθεί υπόψη από δικαστήριο μία ένορκη βεβαίωση πρέπει πριν υπογράψει ο μάρτυρας να έχει κλητευθεί με δικαστικό επιμελητή ο αντίδικος, ώστε να παραστεί κατά την υπογραφή της ενόρκου βεβαιώσεως. Στις πλείστες των περιπτώσεων ο αντίδικος δεν παρίσταται, διότι λαμβάνει γνώση του περιεχομένου της ενόρκου βεβαιώσεως αργότερα, όταν λάβει αντίγραφό της από τη γραμματεία του Ειρηνοδικείου, ή από τον συμβολαιογράφο.
Ένορκη βεβαίωση είναι ένα γραπτό κείμενο, που περιέχει την μαρτυρική κατάθεση, την οποία ο μάρτυρας έχει διαβάσει καλά προηγουμένως και είναι έτοιμος να την υπογράψει. Ο μάρτυρας αυτός δεν απαντά προφορικώς σε ερωτήσεις των δικηγόρων και το μόνο που ερωτάται είναι εάν έχει διαβάσει το κείμενο. Όταν αυτός απαντήσει καταφατικώς, καλείται να υπογράψει αφού ορκισθεί και μετά αποχωρεί.
Κατά το νόμο στην Ελλάδα κάθε διάδικος μπορεί να προσκομίσει μέχρι τρεις ένορκες βεβαιώσεις. Αυτό σημαίνει ότι εάν το δικαστήριο λάβει υπόψιν του πάνω από τρεις ένορκες, η απόφασή του θα είναι εσφαλμένη και θα μπορεί να προσβληθεί με έφεση ή αναίρεση. Στην υπ΄αριθ. 2065/2009 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το Εφετείο παραβίασε το νόμο, διότι έλαβε υπόψιν του τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Saturday, April 23, 2011
Πώς κερδίζουμε χρόνο και χρήμα σε κληρονομιά
Όταν πρέπει κάποιος να αποδεχθεί μία κληρονομιά στην Ελλάδα, ενώ αυτός βρίσκεται στο εξωτερικό, υπάρχουν συνήθως δύο τρόποι να ολοκληρώσει τις διαδικασίες και να μεταβιβάσει το ή τα ακίνητα, ή το ποσοστό των ακινήτων στο όνομά του, ή να πάρει τα μετρητά από τον τραπεζικό λογαριασμό. Είτε αποφασίζει να έρθει ο ίδιος στην Ελλάδα και να παραμείνει μερικούς μήνες, όσο δηλαδή απαιτείται για να ολοκληρωθούν οι νομικές διαδικασίες, είτε υπογράφει πληρεξούσιο στην χώρα διαμονής του (στο Προξενείο ή σε συμβολαιογράφο), με το οποίο παρέχει πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο ή σε έμπιστο συγγενή ή φίλο στην Ελλάδα, για να κάνει εκείνος τις ενέργειες για λογαριασμό του κληρονόμου, ο οποίος δεν χρειάζεται πλέον να έρθει αυτοπροσώπως στην Ελλάδα.
Αναλόγως του αριθμού των κληρονόμων, της γνώσεως ή μη όλων των στοιχείων της κληρονομίας, της υπάρξεως ή μη διαθήκης και της συμφωνίας ή μη των κληρονόμων για κοινή αποδοχή ή κληρονομητήριο, υπάρχουν πολλά σενάρια επίλυσης των νομικών θεμάτων και συχνά διαφορετικές επιλογές, για το πώς θα γίνουν οι μεταβιβάσεις μεταξύ συγγενών, ποιός από τους κληρονόμους θα καταλήξει να έχει ολόκληρο ένα περιουσιακό στοιχείο κλπ.
Μία όχι σπάνια περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία αποβιώνει ένας σύζυγος και αφήνει δύο τέκνα και τον άλλο σύζυγο, χωρίς να έχει αφήσει διαθήκη. Η περιουσία αποτελείτο μόνο από ένα ακίνητο στην Ελλάδα, ας πούμε στην Χαλκιδική.
Κατά το ελληνικό δίκαιο, ο επιζών σύζυγος δικαιούται το 1/4 ή τα 2/8 του μοναδικού ακινήτου, ενώ το καθένα από τα δύο τέκνα δικαιούται από 3/8 του ακινήτου. Εάν οι κληρονόμοι επιθυμούν να αποδεχθούν την κληρονομία κατά τα μερίδιά τους και να διατηρήσουν το ποσοστό τους στο μέλλον, προβαίνουν σε αποδοχή κληρονομίας ή αιτούνται στο δικαστήριο την έκδοση κληρονομητηρίου και αφήνουν ακολούθως τα ποσοστά τους στο ακίνητο ως έχουν, είτε εκμισθώνοντάς το, είτε διατηρώντας την κατοχή του για χρήση από όλη την οικογένεια όταν επισκέπτονται την Ελλάδα.
Μία διαφορετική, ωστόσο, επιλογή των κληρονόμων στο παράδειγμά μας μπορεί να είναι ο επιζών σύζυγος και το ένα τέκνο να θέλουν να μεταβιβάσουν τα μερίδιά τους στο άλλο τέκνο, ώστε το τελευταίο να γίνει ο κύριος στο 100% του ακινητου στην Χαλκιδική.
Για να πετύχουν την ανωτέρω λύση, υπάρχουν δύο οδοί. Η μία είναι να αποδεχθούν όλοι το μερίδιό τους και ακολούθως ο μεν επιζών γονέας να μεταβιβάσει στο τέκνο του με γονική παροχή τα 2/8 και το άλλο τέκνο στον αδελφό του με δωρεά τα δικά του 3/8 και έτσι το ένα τέκνο να βρεθεί με το 100% του ακινήτου, αφού έχει και το δικό του μερίδιο των 3/8.
Μία άλλη οδός για να επιτευχθεί η ίδια λύση είναι ο πατέρας και το τέκνο που δεν επιθυμούν να κρατήσουν το μερίδιό τους να αποποιηθούν της κληρονομίας, ενώ το άλλο τέκνο, που όλοι επιθυμούν να λάβει ολόκληρο το ακίνητο, να αποδεχθεί το 100% της κληρονομίας του θανόντος γονέα, εφόσον αυτή είναι η επιθυμία και των τριών κληρονόμων.
Με την λύση αυτή επιτυγχάνεται η μεταβίβαση του 100% του ακινήτου με μία μόνο συμβολαιογραφική πράξη, την αποδοχή κληρονομίας και γλιτώνει η οικογένεια τα δύο πρόσθετα συμβόλαια της δωρεάς και της γονικής παροχής.
Ωστόσο, η λύση αυτή προϋποθέτει ότι ισχύουν ορισμένοι παράγοντες, όπως ότι ο φόρος κληρονομίας είναι είτε μηδενικός, είτε πολύ μικρός, διότι εάν ο φόρος αυτός είναι πολύ μεγάλος, μπορεί να μην συμφέρει να αποδεχθεί ένας μόνο κληρονόμος (το τέκνο), αλλά μπορεί να είναι καλύτερο να αποδεχθεί και το άλλο τέκνο και ο πατέρας, διότι οι τρεις τους θα έχουν μεγαλύτερο αφορολόγητο.
Η ίδια λύση απαιτεί επίσης έγκαιρη αποποίηση της κληρονομίας, εντός δώδεκα μηνών από τον θάνατο του κληρονομουμένου γονέα, εάν κάποιος από την οικογένεια μένει εκτός Ελλάδος ή ο κληρονομούμενος διέμενε και απεβίωσε εκτός Ελλάδος.
Γίνεται αντιληπτό ότι οι ανωτέρω λύσεις είναι μερικές μόνο από τις πολλές νομικές επιλογές που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο. Το ποιά επιλογή είναι η καλύτερη ή εκείνη που επιθυμούν όλοι οι κληρονόμοι μπορεί να διαπιστωθεί ατομικώς σε κάθε ειδική υπόθεση, αφού δεν υπάρχουν «μαγικές» λύσεις που να καλύπτουν όλες τις κληρονομικές υποθέσεις, διότι οι προθέσεις των μελών των οικογενειών δεν είναι πάντοτε οι ίδιες, ούτε οι συνθήκες ισχύουν κατά τον ίδιο τρόπο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Αναλόγως του αριθμού των κληρονόμων, της γνώσεως ή μη όλων των στοιχείων της κληρονομίας, της υπάρξεως ή μη διαθήκης και της συμφωνίας ή μη των κληρονόμων για κοινή αποδοχή ή κληρονομητήριο, υπάρχουν πολλά σενάρια επίλυσης των νομικών θεμάτων και συχνά διαφορετικές επιλογές, για το πώς θα γίνουν οι μεταβιβάσεις μεταξύ συγγενών, ποιός από τους κληρονόμους θα καταλήξει να έχει ολόκληρο ένα περιουσιακό στοιχείο κλπ.
Μία όχι σπάνια περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία αποβιώνει ένας σύζυγος και αφήνει δύο τέκνα και τον άλλο σύζυγο, χωρίς να έχει αφήσει διαθήκη. Η περιουσία αποτελείτο μόνο από ένα ακίνητο στην Ελλάδα, ας πούμε στην Χαλκιδική.
Κατά το ελληνικό δίκαιο, ο επιζών σύζυγος δικαιούται το 1/4 ή τα 2/8 του μοναδικού ακινήτου, ενώ το καθένα από τα δύο τέκνα δικαιούται από 3/8 του ακινήτου. Εάν οι κληρονόμοι επιθυμούν να αποδεχθούν την κληρονομία κατά τα μερίδιά τους και να διατηρήσουν το ποσοστό τους στο μέλλον, προβαίνουν σε αποδοχή κληρονομίας ή αιτούνται στο δικαστήριο την έκδοση κληρονομητηρίου και αφήνουν ακολούθως τα ποσοστά τους στο ακίνητο ως έχουν, είτε εκμισθώνοντάς το, είτε διατηρώντας την κατοχή του για χρήση από όλη την οικογένεια όταν επισκέπτονται την Ελλάδα.
Μία διαφορετική, ωστόσο, επιλογή των κληρονόμων στο παράδειγμά μας μπορεί να είναι ο επιζών σύζυγος και το ένα τέκνο να θέλουν να μεταβιβάσουν τα μερίδιά τους στο άλλο τέκνο, ώστε το τελευταίο να γίνει ο κύριος στο 100% του ακινητου στην Χαλκιδική.
Για να πετύχουν την ανωτέρω λύση, υπάρχουν δύο οδοί. Η μία είναι να αποδεχθούν όλοι το μερίδιό τους και ακολούθως ο μεν επιζών γονέας να μεταβιβάσει στο τέκνο του με γονική παροχή τα 2/8 και το άλλο τέκνο στον αδελφό του με δωρεά τα δικά του 3/8 και έτσι το ένα τέκνο να βρεθεί με το 100% του ακινήτου, αφού έχει και το δικό του μερίδιο των 3/8.
Μία άλλη οδός για να επιτευχθεί η ίδια λύση είναι ο πατέρας και το τέκνο που δεν επιθυμούν να κρατήσουν το μερίδιό τους να αποποιηθούν της κληρονομίας, ενώ το άλλο τέκνο, που όλοι επιθυμούν να λάβει ολόκληρο το ακίνητο, να αποδεχθεί το 100% της κληρονομίας του θανόντος γονέα, εφόσον αυτή είναι η επιθυμία και των τριών κληρονόμων.
Με την λύση αυτή επιτυγχάνεται η μεταβίβαση του 100% του ακινήτου με μία μόνο συμβολαιογραφική πράξη, την αποδοχή κληρονομίας και γλιτώνει η οικογένεια τα δύο πρόσθετα συμβόλαια της δωρεάς και της γονικής παροχής.
Ωστόσο, η λύση αυτή προϋποθέτει ότι ισχύουν ορισμένοι παράγοντες, όπως ότι ο φόρος κληρονομίας είναι είτε μηδενικός, είτε πολύ μικρός, διότι εάν ο φόρος αυτός είναι πολύ μεγάλος, μπορεί να μην συμφέρει να αποδεχθεί ένας μόνο κληρονόμος (το τέκνο), αλλά μπορεί να είναι καλύτερο να αποδεχθεί και το άλλο τέκνο και ο πατέρας, διότι οι τρεις τους θα έχουν μεγαλύτερο αφορολόγητο.
Η ίδια λύση απαιτεί επίσης έγκαιρη αποποίηση της κληρονομίας, εντός δώδεκα μηνών από τον θάνατο του κληρονομουμένου γονέα, εάν κάποιος από την οικογένεια μένει εκτός Ελλάδος ή ο κληρονομούμενος διέμενε και απεβίωσε εκτός Ελλάδος.
Γίνεται αντιληπτό ότι οι ανωτέρω λύσεις είναι μερικές μόνο από τις πολλές νομικές επιλογές που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο. Το ποιά επιλογή είναι η καλύτερη ή εκείνη που επιθυμούν όλοι οι κληρονόμοι μπορεί να διαπιστωθεί ατομικώς σε κάθε ειδική υπόθεση, αφού δεν υπάρχουν «μαγικές» λύσεις που να καλύπτουν όλες τις κληρονομικές υποθέσεις, διότι οι προθέσεις των μελών των οικογενειών δεν είναι πάντοτε οι ίδιες, ούτε οι συνθήκες ισχύουν κατά τον ίδιο τρόπο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Monday, April 4, 2011
When being an heir is a liability
By Christos ILIOPOULOS*
Being entitled to an inheritance is usually a great thing. True. Someone passes away, usually a relative, sometimes a distant one, or a friend, and this is sad. However, the legal fact of the matter is that you are entitled to the inheritance or to a share of it.
All you have to do is to arrange the paperwork with a lawyer and a notary public in Greece (if real estate is involved), find the titles of the properties or get the details from the bank (if bank accounts are included in the estate), send the power of attorney to Greece and a few months later you may add your share of the estate to your assets.
There are times, however, when the deceased had no property, in which case you may be a little bit disappointed, but you forget about that and nothing happens to you.
The third scenario is a bit scary. You are the (or one of the) legal heir(s) of the deceased and he/she not only had no property, but owed money to third parties, like banks or other creditors. Recently in Greece many people owe to banks, because they have taken loans or overused credit cards, which they can’t pay back. When they die, their children, spouse or other relatives may have to pay the bill. Unless, they do the right thing and they renounce the inheritance.
When do I have to renounce an inheritance? You do not have to renounce, you just have the option to. When you know that you are a legal heir to a person who owes money to third parties and his other assets are not enough to pay the debts, you have the option to renounce your share, to wave your rights on the inheritance. The same thing you do when the inheritance does not have debts, but you want to renounce in favour of another heir, like your siblings.
If the deceased lived and died in Greece and you live in Greece, too, the time limit to renounce is four months from the time of the passing, or from the time you learned that you are an heir. If the deceased had his/her domicile outside of Greece and/or you live outside of Greece, the time limit to renounce is twelve months.
If you do not renounce within the 4 or 12-month time limit, Greek law says that you have accepted the inheritance, even if you have done nothing in specific to accept it. So, if you live in Australia and a relative of yours dies in Greece or anywhere in the world, you have 12 months from the time that you learned that you are an heir, to renounce the inheritance. This may be tricky, as finding out that you are an heir does not mean that you also found out that the inheritance is a liability. You may learn that later, when it is too late.
Another tricky point is when you know that you are not an heir, so you do not run the risk of inheriting liabilities, but someone who is an heir renounces on time, and then you become an heir. From that point on, you have the same time limits (4 and 12 months) from the time the previous relative renounced, to renounce the inheritance, otherwise you have accepted the inheritance/liability.
An example is when the parent renounces the inheritance he is entitled to from an uncle, but his under age (below 18) children fail to do the same. Under Greek law, the children always inherit (they can’t renounce), unless you go to court and get permission to renounce on behalf of your under age children, if you persuade the court that the inheritance is only a liability.
How do I renounce my share on an inheritance? You collect the death certificate, the certificate of closer relatives and/or the Will, (which prove that you are an heir), and your Greek id or your Greek or Australian passport and you sign a formal document at the Court in Greece. If you live in Australia, you sign the paperwork at the Consulate of Greece near you.
If you are in Australia and you want to renounce in Greece, you must sign a specifically worded power of attorney, preferably at the Consulate of Greece, or at a notary in Australia with Apostille, you send it to your attorney in Greece and the attorney renounces on your behalf by signing the documents at the Court in Greece.
Before you renounce, it is advisable to make sure that the inheritance has only debts and liabilities, because the inheritance may have some debts, but other assets may be enough to cover the liabilities and the net profit may go to your pockets.
If you are not sure whether the inheritance has a negative balance or not, you have a middle option, between accepting it and renouncing it. You can accept the inheritance on the condition that its assets are of higher value than the liabilities. In order to prove which one is higher (the valuable assets or the liabilities), Greek law gives you a very limited period of four months from the time you accepted on condition, to get a court order and instruct a notary and two experts to estimate the net value of the estate and if this is negative, you do not have to pay anything out of your pocket. If you fail to draft the report on the assets/liabilities of the estate within the four-month limit, you will have to pay any liabilities.
A final point is that it makes no difference whether you have a Greek passport or not. Being an heir in Greece is not related to having the Greek citizenship or not. You can inherit property, other assets, movables or cash etc. in Greece without having to obtain a Greek passport and the fact that you do not have a Greek passport does not necessarily mean that you will not inherit liabilities, if you are the next of kin to a deceased.
The conclusion is that when you learn of the passing of someone in Greece (or of a Greek person elsewhere in the world) and you know that you have become an heir, it is advisable that you find out whether the estate has any serious liabilities, which are not covered by the assets. In any case, whether you want to accept or renounce the inheritance, you must get legal advice by a lawyer in Greece. Having to pay out of your own pocket liabilities of an inheritance will not happen to you, as long as you make sure you renounce the inheritance that you do not want, within the 4 or 12-month limit.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court
of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Being entitled to an inheritance is usually a great thing. True. Someone passes away, usually a relative, sometimes a distant one, or a friend, and this is sad. However, the legal fact of the matter is that you are entitled to the inheritance or to a share of it.
All you have to do is to arrange the paperwork with a lawyer and a notary public in Greece (if real estate is involved), find the titles of the properties or get the details from the bank (if bank accounts are included in the estate), send the power of attorney to Greece and a few months later you may add your share of the estate to your assets.
There are times, however, when the deceased had no property, in which case you may be a little bit disappointed, but you forget about that and nothing happens to you.
The third scenario is a bit scary. You are the (or one of the) legal heir(s) of the deceased and he/she not only had no property, but owed money to third parties, like banks or other creditors. Recently in Greece many people owe to banks, because they have taken loans or overused credit cards, which they can’t pay back. When they die, their children, spouse or other relatives may have to pay the bill. Unless, they do the right thing and they renounce the inheritance.
When do I have to renounce an inheritance? You do not have to renounce, you just have the option to. When you know that you are a legal heir to a person who owes money to third parties and his other assets are not enough to pay the debts, you have the option to renounce your share, to wave your rights on the inheritance. The same thing you do when the inheritance does not have debts, but you want to renounce in favour of another heir, like your siblings.
If the deceased lived and died in Greece and you live in Greece, too, the time limit to renounce is four months from the time of the passing, or from the time you learned that you are an heir. If the deceased had his/her domicile outside of Greece and/or you live outside of Greece, the time limit to renounce is twelve months.
If you do not renounce within the 4 or 12-month time limit, Greek law says that you have accepted the inheritance, even if you have done nothing in specific to accept it. So, if you live in Australia and a relative of yours dies in Greece or anywhere in the world, you have 12 months from the time that you learned that you are an heir, to renounce the inheritance. This may be tricky, as finding out that you are an heir does not mean that you also found out that the inheritance is a liability. You may learn that later, when it is too late.
Another tricky point is when you know that you are not an heir, so you do not run the risk of inheriting liabilities, but someone who is an heir renounces on time, and then you become an heir. From that point on, you have the same time limits (4 and 12 months) from the time the previous relative renounced, to renounce the inheritance, otherwise you have accepted the inheritance/liability.
An example is when the parent renounces the inheritance he is entitled to from an uncle, but his under age (below 18) children fail to do the same. Under Greek law, the children always inherit (they can’t renounce), unless you go to court and get permission to renounce on behalf of your under age children, if you persuade the court that the inheritance is only a liability.
How do I renounce my share on an inheritance? You collect the death certificate, the certificate of closer relatives and/or the Will, (which prove that you are an heir), and your Greek id or your Greek or Australian passport and you sign a formal document at the Court in Greece. If you live in Australia, you sign the paperwork at the Consulate of Greece near you.
If you are in Australia and you want to renounce in Greece, you must sign a specifically worded power of attorney, preferably at the Consulate of Greece, or at a notary in Australia with Apostille, you send it to your attorney in Greece and the attorney renounces on your behalf by signing the documents at the Court in Greece.
Before you renounce, it is advisable to make sure that the inheritance has only debts and liabilities, because the inheritance may have some debts, but other assets may be enough to cover the liabilities and the net profit may go to your pockets.
If you are not sure whether the inheritance has a negative balance or not, you have a middle option, between accepting it and renouncing it. You can accept the inheritance on the condition that its assets are of higher value than the liabilities. In order to prove which one is higher (the valuable assets or the liabilities), Greek law gives you a very limited period of four months from the time you accepted on condition, to get a court order and instruct a notary and two experts to estimate the net value of the estate and if this is negative, you do not have to pay anything out of your pocket. If you fail to draft the report on the assets/liabilities of the estate within the four-month limit, you will have to pay any liabilities.
A final point is that it makes no difference whether you have a Greek passport or not. Being an heir in Greece is not related to having the Greek citizenship or not. You can inherit property, other assets, movables or cash etc. in Greece without having to obtain a Greek passport and the fact that you do not have a Greek passport does not necessarily mean that you will not inherit liabilities, if you are the next of kin to a deceased.
The conclusion is that when you learn of the passing of someone in Greece (or of a Greek person elsewhere in the world) and you know that you have become an heir, it is advisable that you find out whether the estate has any serious liabilities, which are not covered by the assets. In any case, whether you want to accept or renounce the inheritance, you must get legal advice by a lawyer in Greece. Having to pay out of your own pocket liabilities of an inheritance will not happen to you, as long as you make sure you renounce the inheritance that you do not want, within the 4 or 12-month limit.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court
of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Ελληνικό διαβατήριο σημαίνει ευρωπαϊκή υπηκοότητα
Του Χρήστου Ηλιόπουλου
Αμείωτο ενδιαφέρον δείχνουν τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες ομογενείς, που έχουν γεννηθεί εκτός Ελλάδος, για απόκτηση ελληνικού διαβατηρίου, όχι μόνο γιατί αγαπούν την χώρα των προγόνων τους, αλλά και διότι η ελληνική ιθαγένεια τους ανοίγει την πόρτα ολόκληρης της Ευρώπης.
Άνθρωποι γεννηθέντες σε Αυστραλία, ΗΠΑ, Καναδά και σε όλες τις χώρες του κόσμου, που πολλές φορές δεν γνωρίζουν ελληνικά, ούτε καν έχουν επισκευθεί την Ελλάδα, εκφράζουν όψιμη επιθυμία για κτήση ελληνικής ιθαγενείας, βάσει κάποιου προγόνου τους (γονέα, παππού, γιαγιάς, προπαππού ή προγιαγιάς), επειδή τα ελληνικά τους χαρτιά θα τους επιτρέψουν να σπουδάσουν, να εργασθούν, να δημιουργήσουν επιχειρήσεις και γενικώς να διαμείνουν απεριορίστως σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα, άνευ θεωρήσεως (βίζας), αδείας παραμονής ή άλλων περιορισμών, ακριβώς με τα ίδια δικαιώματα όπως οι πολίτες της ευρωπαϊκής χώρας στην οποία θα επιλέξουν να ζήσουν.
Πράγματι, σύμφωνα με την σημερινή μορφή της Συνθήκης της Ευρωπαίκής Ενώσεως (Ρώμη 1958, Μάαστριχτ 1993, Λισαβώνα 2009), στο Κεφάλαιο περί Μη Διακρίσεων και Υπηκοότητος της Ενώσεως, ορίζεται ότι δημιουργείται με την Συνθήκη υπηκοότης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Κάθε πρόσωπο που φέρει την εθνικότητα ενός Κράτους Μέλους [όπως η Ελλάς] θα είναι πολίτης της Ενώσεως. Οι πολίτες της Ενώσεως θα απολαύουν τα δικαιώματα και θα υπόκεινται στα καθήκοντα που προβλέπονται από της Συνθήκες, όπως μεταξύ άλλων:
- Το δικαίωμα να μετακινούνται και να κατοικούν ελευθέρως εντός της επικρατείας των Κρατών Μελών. Δηλαδή ο έχων ελληνικό διαβατήριο μπορεί να διαμείνει, να εργασθεί, να σπουδάσει και να αναλάβει οποιαδήποτε νόμιμη δραστηριότητα για όσο χρόνο θέλει ή και μονίμως σε κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
- Το δικαίωμα να ψηφίζουν και να θέτουν υποφηφιότητα στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στις δημοτικές εκλογές στα Κράτη Μέλη διαμονής τους, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως οι πολίτες εκείνων των κρατών. Δηλαδή ο Έλλην μπορεί να κατοικεί στην Βαρκελώνη, να ψηφίζει εκεί στις ευρωπαϊκές εκλογές, αλλά και στις εκλογές για Δήμαρχο Βαρκελώνης, όπως και να θέτει υποψηφιότητα ο ίδιος.
- Το δικαίωμα να απολαύει στην επικράτεια μίας τρίτης χώρας, στην οποία το Κράτος Μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια δεν εκπροσωπείται, της προστασίας των διπλωματικών και προξενικών αρχών κάθε άλλου Κράτους Μέλους υπό τις αυτές προϋποθέσεις όπως οι πολίτες αυτού του Κράτους Μέλους. Δηλαδή, ο έχων βρετανικό διαβατήριο στην Λιβύη, εφόσον δεν μπορεί να προστατευθεί από την βρετανική Πρεσβεία ή Προξενείο στην χώρα, επειδή μπορεί να έχουν κλείσει λόγω του πολέμου, δικαιούται προστασίας και από την ελληνική Πρεσβεία στην Λιβύη, η οποία πρέπει να παράσχει στον Βρετανό πολίτη την προστασία που παρέχει και στον Έλληνα πολίτη.
- Το δικαίωμα να υποβάλλει αιτήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και να απευθύνεται στις διοικητικές υπηρεσίες της Ενώσεως σε οποιαδήποτε γλώσσα Κράτους Μέλους [δηλ. και στα ελληνικά] και να λάβει απάντηση στην ίδια γλώσσα.
Για να αποκτήσει ελληνικό διαβατήριο κάποιος γεννηθείς εκτός Ελλάδος από Έλληνες, πρέπει να εγγραφεί στο Δημοτολόγιο ενός Δήμου στην Ελλάδα. Για να γίνει αυτό πρέπει να ευρεθεί η αρχική εγγραφή του Έλληνα προγόνου του σε Δημοτολόγιο ή Μητρώο Αρρένων στην Ελλάδα και μετά να εγγραφούν όλες οι πραξεις γάμου και γεννήσεως μέχρι τον σημερινό αιτούντα.
Τα ονόματα στα πιστοποιητικά πρέπει να είναι ίδια και να μην υπάρχουν αντιφάσεις ή διαφορές από το ένα έγγραφο στο άλλο. Δεν απαιτείται κατ’ αρχάς ο αιτών σήμερα να ομιλεί την ελληνική. Επίσης, δεν ενδιαφέρει εάν ο γάμος των γονέων του είναι πολτικός ή θρησκευτικός.
Έχει όμως σημασία ο γάμος του παππού και της γιαγιάς. Περιληπτικώς, ο παππούς που έχει νυμφευθεί αλλοδαπή γιαγιά πρέπει να έχει τελέσει γάμο θρησκευτικό – ορθόδοξο. Αντιθέτως, η γιαγιά που έχει παντρευθεί αλλοδαπό παππού, πρέπει να έχει τελέσει γάμο πολιτικό και όχι ορθόδοξο, ώστε το εγγόνι που είναι πάνω από 18 ετών να πάρει την ελληνική ιθαγένεια.
Εάν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ή εάν λείπει κάποιο από τα πιστοποιητικά γάμου και γεννήσεως, ή εάν ο πρόγονος ήταν μεν Έλλην, αλλά γεννηθείς όχι στην Ελλάδα, αλλά σε άλλη χώρα (π.χ. Τουρκία, Αίγυπτο κλπ.), ο αιτών δύναται να λάβει την ιθαγένεια, αφού όμως περάσει από συνέντευξη με τον Πρόξενο της Ελλάδος, για να διαπιστωθεί πόσο γνωρίζει την Ελλάδα, πόσο Έλλην νιώθει και αν μιλάει έστω κάποια ελληνικά.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Αμείωτο ενδιαφέρον δείχνουν τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες ομογενείς, που έχουν γεννηθεί εκτός Ελλάδος, για απόκτηση ελληνικού διαβατηρίου, όχι μόνο γιατί αγαπούν την χώρα των προγόνων τους, αλλά και διότι η ελληνική ιθαγένεια τους ανοίγει την πόρτα ολόκληρης της Ευρώπης.
Άνθρωποι γεννηθέντες σε Αυστραλία, ΗΠΑ, Καναδά και σε όλες τις χώρες του κόσμου, που πολλές φορές δεν γνωρίζουν ελληνικά, ούτε καν έχουν επισκευθεί την Ελλάδα, εκφράζουν όψιμη επιθυμία για κτήση ελληνικής ιθαγενείας, βάσει κάποιου προγόνου τους (γονέα, παππού, γιαγιάς, προπαππού ή προγιαγιάς), επειδή τα ελληνικά τους χαρτιά θα τους επιτρέψουν να σπουδάσουν, να εργασθούν, να δημιουργήσουν επιχειρήσεις και γενικώς να διαμείνουν απεριορίστως σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα, άνευ θεωρήσεως (βίζας), αδείας παραμονής ή άλλων περιορισμών, ακριβώς με τα ίδια δικαιώματα όπως οι πολίτες της ευρωπαϊκής χώρας στην οποία θα επιλέξουν να ζήσουν.
Πράγματι, σύμφωνα με την σημερινή μορφή της Συνθήκης της Ευρωπαίκής Ενώσεως (Ρώμη 1958, Μάαστριχτ 1993, Λισαβώνα 2009), στο Κεφάλαιο περί Μη Διακρίσεων και Υπηκοότητος της Ενώσεως, ορίζεται ότι δημιουργείται με την Συνθήκη υπηκοότης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Κάθε πρόσωπο που φέρει την εθνικότητα ενός Κράτους Μέλους [όπως η Ελλάς] θα είναι πολίτης της Ενώσεως. Οι πολίτες της Ενώσεως θα απολαύουν τα δικαιώματα και θα υπόκεινται στα καθήκοντα που προβλέπονται από της Συνθήκες, όπως μεταξύ άλλων:
- Το δικαίωμα να μετακινούνται και να κατοικούν ελευθέρως εντός της επικρατείας των Κρατών Μελών. Δηλαδή ο έχων ελληνικό διαβατήριο μπορεί να διαμείνει, να εργασθεί, να σπουδάσει και να αναλάβει οποιαδήποτε νόμιμη δραστηριότητα για όσο χρόνο θέλει ή και μονίμως σε κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
- Το δικαίωμα να ψηφίζουν και να θέτουν υποφηφιότητα στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στις δημοτικές εκλογές στα Κράτη Μέλη διαμονής τους, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως οι πολίτες εκείνων των κρατών. Δηλαδή ο Έλλην μπορεί να κατοικεί στην Βαρκελώνη, να ψηφίζει εκεί στις ευρωπαϊκές εκλογές, αλλά και στις εκλογές για Δήμαρχο Βαρκελώνης, όπως και να θέτει υποψηφιότητα ο ίδιος.
- Το δικαίωμα να απολαύει στην επικράτεια μίας τρίτης χώρας, στην οποία το Κράτος Μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια δεν εκπροσωπείται, της προστασίας των διπλωματικών και προξενικών αρχών κάθε άλλου Κράτους Μέλους υπό τις αυτές προϋποθέσεις όπως οι πολίτες αυτού του Κράτους Μέλους. Δηλαδή, ο έχων βρετανικό διαβατήριο στην Λιβύη, εφόσον δεν μπορεί να προστατευθεί από την βρετανική Πρεσβεία ή Προξενείο στην χώρα, επειδή μπορεί να έχουν κλείσει λόγω του πολέμου, δικαιούται προστασίας και από την ελληνική Πρεσβεία στην Λιβύη, η οποία πρέπει να παράσχει στον Βρετανό πολίτη την προστασία που παρέχει και στον Έλληνα πολίτη.
- Το δικαίωμα να υποβάλλει αιτήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και να απευθύνεται στις διοικητικές υπηρεσίες της Ενώσεως σε οποιαδήποτε γλώσσα Κράτους Μέλους [δηλ. και στα ελληνικά] και να λάβει απάντηση στην ίδια γλώσσα.
Για να αποκτήσει ελληνικό διαβατήριο κάποιος γεννηθείς εκτός Ελλάδος από Έλληνες, πρέπει να εγγραφεί στο Δημοτολόγιο ενός Δήμου στην Ελλάδα. Για να γίνει αυτό πρέπει να ευρεθεί η αρχική εγγραφή του Έλληνα προγόνου του σε Δημοτολόγιο ή Μητρώο Αρρένων στην Ελλάδα και μετά να εγγραφούν όλες οι πραξεις γάμου και γεννήσεως μέχρι τον σημερινό αιτούντα.
Τα ονόματα στα πιστοποιητικά πρέπει να είναι ίδια και να μην υπάρχουν αντιφάσεις ή διαφορές από το ένα έγγραφο στο άλλο. Δεν απαιτείται κατ’ αρχάς ο αιτών σήμερα να ομιλεί την ελληνική. Επίσης, δεν ενδιαφέρει εάν ο γάμος των γονέων του είναι πολτικός ή θρησκευτικός.
Έχει όμως σημασία ο γάμος του παππού και της γιαγιάς. Περιληπτικώς, ο παππούς που έχει νυμφευθεί αλλοδαπή γιαγιά πρέπει να έχει τελέσει γάμο θρησκευτικό – ορθόδοξο. Αντιθέτως, η γιαγιά που έχει παντρευθεί αλλοδαπό παππού, πρέπει να έχει τελέσει γάμο πολιτικό και όχι ορθόδοξο, ώστε το εγγόνι που είναι πάνω από 18 ετών να πάρει την ελληνική ιθαγένεια.
Εάν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ή εάν λείπει κάποιο από τα πιστοποιητικά γάμου και γεννήσεως, ή εάν ο πρόγονος ήταν μεν Έλλην, αλλά γεννηθείς όχι στην Ελλάδα, αλλά σε άλλη χώρα (π.χ. Τουρκία, Αίγυπτο κλπ.), ο αιτών δύναται να λάβει την ιθαγένεια, αφού όμως περάσει από συνέντευξη με τον Πρόξενο της Ελλάδος, για να διαπιστωθεί πόσο γνωρίζει την Ελλάδα, πόσο Έλλην νιώθει και αν μιλάει έστω κάποια ελληνικά.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Subscribe to:
Posts (Atom)