Tuesday, May 3, 2011

Έως τρεις οι ένορκες βεβαιώσεις στα ελληνικά δικαστήρια

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*

Μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων η δικονομία επιτρέπει ως βασικό μέσο αποδείξεως τις μαρτυρικές καταθέσεις. Ο μάρτυρας, μαζί με τα έγγραφα, αναδεικνύονται ως εκ των σημαντικοτέρων αποδεικτικών μέσων προκειμένου οι δικαστές να διαγνώσουν την αλήθεια.
Ουσιαστικώς, η κύρια συμβουλή που πρέπει να δοθεί προς πάντα ενδιαφερόμενο να προσφύγει στην δικαιοσύνη, είναι να μην το κάνει αν πρώτα δεν έχει εξασφαλίσει ότι αυτό που θα ισχυρισθεί, μπορεί και να το αποδείξει. Απόδειξη είναι βεβαίως τα έγγραφα, αλλά κυρίως οι μάρτυρες. Δεν αρκεί να ισχυρισθείς τα ορθά νομικά επιχειρήματα ενώπιον των δικαστηρίων. Χρειάζεται και να δύνασαι να αποδείξεις, μέσω μαρτύρων και εγγράφων, αυτά που υποστηρίζεις.
Οι μάρτυρες που εξετάζονται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων είναι περισσότεροι του ενός στην ποινική διαδικασία. Στα αστικά – πολιτικά δικαστήρια, ωστόσο, ο μάρτυρας στο ακροατήριο είναι ένας για κάθε πλευρά. Ο μάρτυρας που ο δικαστής έχει μπροστά του και μπορεί να του υποβάλει τις ερωτήσεις που θέλει, είναι ο πλέον σημαντικός. Είναι ο μάρτυρας που από το περιεχόμενο των απαντήσεών του, αλλά και από την όλη παρουσία του στο δικαστήριο, τον κατηγορηματικό ή διστακτικό τρόπο που απαντά και από το ύφος των απαντήσεών του, το δικαστήριο συνάγει συμπεράσματα που πλησιάζουν σε μεγάλο βαθμό την αλήθεια.
Εκτός, όμως, από τους μάρτυρες στο ακροατήριο του πολιτικού δικαστηρίου, (έναν για κάθε διάδικο), επιτρέπεται να προσκομισθούν και ένορκες βεβαιώσεις άλλων μαρτύρων, ενώπιον ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφού ή προξένου της Ελλάδος σε χώρα του εξωτερικού.
Για να ληφθεί υπόψη από δικαστήριο μία ένορκη βεβαίωση πρέπει πριν υπογράψει ο μάρτυρας να έχει κλητευθεί με δικαστικό επιμελητή ο αντίδικος, ώστε να παραστεί κατά την υπογραφή της ενόρκου βεβαιώσεως. Στις πλείστες των περιπτώσεων ο αντίδικος δεν παρίσταται, διότι λαμβάνει γνώση του περιεχομένου της ενόρκου βεβαιώσεως αργότερα, όταν λάβει αντίγραφό της από τη γραμματεία του Ειρηνοδικείου, ή από τον συμβολαιογράφο.
Ένορκη βεβαίωση είναι ένα γραπτό κείμενο, που περιέχει την μαρτυρική κατάθεση, την οποία ο μάρτυρας έχει διαβάσει καλά προηγουμένως και είναι έτοιμος να την υπογράψει. Ο μάρτυρας αυτός δεν απαντά προφορικώς σε ερωτήσεις των δικηγόρων και το μόνο που ερωτάται είναι εάν έχει διαβάσει το κείμενο. Όταν αυτός απαντήσει καταφατικώς, καλείται να υπογράψει αφού ορκισθεί και μετά αποχωρεί.
Κατά το νόμο στην Ελλάδα κάθε διάδικος μπορεί να προσκομίσει μέχρι τρεις ένορκες βεβαιώσεις. Αυτό σημαίνει ότι εάν το δικαστήριο λάβει υπόψιν του πάνω από τρεις ένορκες, η απόφασή του θα είναι εσφαλμένη και θα μπορεί να προσβληθεί με έφεση ή αναίρεση. Στην υπ΄αριθ. 2065/2009 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το Εφετείο παραβίασε το νόμο, διότι έλαβε υπόψιν του τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις.

Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Saturday, April 23, 2011

Πώς κερδίζουμε χρόνο και χρήμα σε κληρονομιά

Όταν πρέπει κάποιος να αποδεχθεί μία κληρονομιά στην Ελλάδα, ενώ αυτός βρίσκεται στο εξωτερικό, υπάρχουν συνήθως δύο τρόποι να ολοκληρώσει τις διαδικασίες και να μεταβιβάσει το ή τα ακίνητα, ή το ποσοστό των ακινήτων στο όνομά του, ή να πάρει τα μετρητά από τον τραπεζικό λογαριασμό. Είτε αποφασίζει να έρθει ο ίδιος στην Ελλάδα και να παραμείνει μερικούς μήνες, όσο δηλαδή απαιτείται για να ολοκληρωθούν οι νομικές διαδικασίες, είτε υπογράφει πληρεξούσιο στην χώρα διαμονής του (στο Προξενείο ή σε συμβολαιογράφο), με το οποίο παρέχει πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο ή σε έμπιστο συγγενή ή φίλο στην Ελλάδα, για να κάνει εκείνος τις ενέργειες για λογαριασμό του κληρονόμου, ο οποίος δεν χρειάζεται πλέον να έρθει αυτοπροσώπως στην Ελλάδα.
Αναλόγως του αριθμού των κληρονόμων, της γνώσεως ή μη όλων των στοιχείων της κληρονομίας, της υπάρξεως ή μη διαθήκης και της συμφωνίας ή μη των κληρονόμων για κοινή αποδοχή ή κληρονομητήριο, υπάρχουν πολλά σενάρια επίλυσης των νομικών θεμάτων και συχνά διαφορετικές επιλογές, για το πώς θα γίνουν οι μεταβιβάσεις μεταξύ συγγενών, ποιός από τους κληρονόμους θα καταλήξει να έχει ολόκληρο ένα περιουσιακό στοιχείο κλπ.
Μία όχι σπάνια περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία αποβιώνει ένας σύζυγος και αφήνει δύο τέκνα και τον άλλο σύζυγο, χωρίς να έχει αφήσει διαθήκη. Η περιουσία αποτελείτο μόνο από ένα ακίνητο στην Ελλάδα, ας πούμε στην Χαλκιδική.
Κατά το ελληνικό δίκαιο, ο επιζών σύζυγος δικαιούται το 1/4 ή τα 2/8 του μοναδικού ακινήτου, ενώ το καθένα από τα δύο τέκνα δικαιούται από 3/8 του ακινήτου. Εάν οι κληρονόμοι επιθυμούν να αποδεχθούν την κληρονομία κατά τα μερίδιά τους και να διατηρήσουν το ποσοστό τους στο μέλλον, προβαίνουν σε αποδοχή κληρονομίας ή αιτούνται στο δικαστήριο την έκδοση κληρονομητηρίου και αφήνουν ακολούθως τα ποσοστά τους στο ακίνητο ως έχουν, είτε εκμισθώνοντάς το, είτε διατηρώντας την κατοχή του για χρήση από όλη την οικογένεια όταν επισκέπτονται την Ελλάδα.
Μία διαφορετική, ωστόσο, επιλογή των κληρονόμων στο παράδειγμά μας μπορεί να είναι ο επιζών σύζυγος και το ένα τέκνο να θέλουν να μεταβιβάσουν τα μερίδιά τους στο άλλο τέκνο, ώστε το τελευταίο να γίνει ο κύριος στο 100% του ακινητου στην Χαλκιδική.
Για να πετύχουν την ανωτέρω λύση, υπάρχουν δύο οδοί. Η μία είναι να αποδεχθούν όλοι το μερίδιό τους και ακολούθως ο μεν επιζών γονέας να μεταβιβάσει στο τέκνο του με γονική παροχή τα 2/8 και το άλλο τέκνο στον αδελφό του με δωρεά τα δικά του 3/8 και έτσι το ένα τέκνο να βρεθεί με το 100% του ακινήτου, αφού έχει και το δικό του μερίδιο των 3/8.
Μία άλλη οδός για να επιτευχθεί η ίδια λύση είναι ο πατέρας και το τέκνο που δεν επιθυμούν να κρατήσουν το μερίδιό τους να αποποιηθούν της κληρονομίας, ενώ το άλλο τέκνο, που όλοι επιθυμούν να λάβει ολόκληρο το ακίνητο, να αποδεχθεί το 100% της κληρονομίας του θανόντος γονέα, εφόσον αυτή είναι η επιθυμία και των τριών κληρονόμων.
Με την λύση αυτή επιτυγχάνεται η μεταβίβαση του 100% του ακινήτου με μία μόνο συμβολαιογραφική πράξη, την αποδοχή κληρονομίας και γλιτώνει η οικογένεια τα δύο πρόσθετα συμβόλαια της δωρεάς και της γονικής παροχής.
Ωστόσο, η λύση αυτή προϋποθέτει ότι ισχύουν ορισμένοι παράγοντες, όπως ότι ο φόρος κληρονομίας είναι είτε μηδενικός, είτε πολύ μικρός, διότι εάν ο φόρος αυτός είναι πολύ μεγάλος, μπορεί να μην συμφέρει να αποδεχθεί ένας μόνο κληρονόμος (το τέκνο), αλλά μπορεί να είναι καλύτερο να αποδεχθεί και το άλλο τέκνο και ο πατέρας, διότι οι τρεις τους θα έχουν μεγαλύτερο αφορολόγητο.
Η ίδια λύση απαιτεί επίσης έγκαιρη αποποίηση της κληρονομίας, εντός δώδεκα μηνών από τον θάνατο του κληρονομουμένου γονέα, εάν κάποιος από την οικογένεια μένει εκτός Ελλάδος ή ο κληρονομούμενος διέμενε και απεβίωσε εκτός Ελλάδος.
Γίνεται αντιληπτό ότι οι ανωτέρω λύσεις είναι μερικές μόνο από τις πολλές νομικές επιλογές που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο. Το ποιά επιλογή είναι η καλύτερη ή εκείνη που επιθυμούν όλοι οι κληρονόμοι μπορεί να διαπιστωθεί ατομικώς σε κάθε ειδική υπόθεση, αφού δεν υπάρχουν «μαγικές» λύσεις που να καλύπτουν όλες τις κληρονομικές υποθέσεις, διότι οι προθέσεις των μελών των οικογενειών δεν είναι πάντοτε οι ίδιες, ούτε οι συνθήκες ισχύουν κατά τον ίδιο τρόπο.

Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Monday, April 4, 2011

When being an heir is a liability

By Christos ILIOPOULOS*

Being entitled to an inheritance is usually a great thing. True. Someone passes away, usually a relative, sometimes a distant one, or a friend, and this is sad. However, the legal fact of the matter is that you are entitled to the inheritance or to a share of it.
All you have to do is to arrange the paperwork with a lawyer and a notary public in Greece (if real estate is involved), find the titles of the properties or get the details from the bank (if bank accounts are included in the estate), send the power of attorney to Greece and a few months later you may add your share of the estate to your assets.
There are times, however, when the deceased had no property, in which case you may be a little bit disappointed, but you forget about that and nothing happens to you.
The third scenario is a bit scary. You are the (or one of the) legal heir(s) of the deceased and he/she not only had no property, but owed money to third parties, like banks or other creditors. Recently in Greece many people owe to banks, because they have taken loans or overused credit cards, which they can’t pay back. When they die, their children, spouse or other relatives may have to pay the bill. Unless, they do the right thing and they renounce the inheritance.
When do I have to renounce an inheritance? You do not have to renounce, you just have the option to. When you know that you are a legal heir to a person who owes money to third parties and his other assets are not enough to pay the debts, you have the option to renounce your share, to wave your rights on the inheritance. The same thing you do when the inheritance does not have debts, but you want to renounce in favour of another heir, like your siblings.
If the deceased lived and died in Greece and you live in Greece, too, the time limit to renounce is four months from the time of the passing, or from the time you learned that you are an heir. If the deceased had his/her domicile outside of Greece and/or you live outside of Greece, the time limit to renounce is twelve months.
If you do not renounce within the 4 or 12-month time limit, Greek law says that you have accepted the inheritance, even if you have done nothing in specific to accept it. So, if you live in Australia and a relative of yours dies in Greece or anywhere in the world, you have 12 months from the time that you learned that you are an heir, to renounce the inheritance. This may be tricky, as finding out that you are an heir does not mean that you also found out that the inheritance is a liability. You may learn that later, when it is too late.
Another tricky point is when you know that you are not an heir, so you do not run the risk of inheriting liabilities, but someone who is an heir renounces on time, and then you become an heir. From that point on, you have the same time limits (4 and 12 months) from the time the previous relative renounced, to renounce the inheritance, otherwise you have accepted the inheritance/liability.
An example is when the parent renounces the inheritance he is entitled to from an uncle, but his under age (below 18) children fail to do the same. Under Greek law, the children always inherit (they can’t renounce), unless you go to court and get permission to renounce on behalf of your under age children, if you persuade the court that the inheritance is only a liability.
How do I renounce my share on an inheritance? You collect the death certificate, the certificate of closer relatives and/or the Will, (which prove that you are an heir), and your Greek id or your Greek or Australian passport and you sign a formal document at the Court in Greece. If you live in Australia, you sign the paperwork at the Consulate of Greece near you.
If you are in Australia and you want to renounce in Greece, you must sign a specifically worded power of attorney, preferably at the Consulate of Greece, or at a notary in Australia with Apostille, you send it to your attorney in Greece and the attorney renounces on your behalf by signing the documents at the Court in Greece.
Before you renounce, it is advisable to make sure that the inheritance has only debts and liabilities, because the inheritance may have some debts, but other assets may be enough to cover the liabilities and the net profit may go to your pockets.
If you are not sure whether the inheritance has a negative balance or not, you have a middle option, between accepting it and renouncing it. You can accept the inheritance on the condition that its assets are of higher value than the liabilities. In order to prove which one is higher (the valuable assets or the liabilities), Greek law gives you a very limited period of four months from the time you accepted on condition, to get a court order and instruct a notary and two experts to estimate the net value of the estate and if this is negative, you do not have to pay anything out of your pocket. If you fail to draft the report on the assets/liabilities of the estate within the four-month limit, you will have to pay any liabilities.
A final point is that it makes no difference whether you have a Greek passport or not. Being an heir in Greece is not related to having the Greek citizenship or not. You can inherit property, other assets, movables or cash etc. in Greece without having to obtain a Greek passport and the fact that you do not have a Greek passport does not necessarily mean that you will not inherit liabilities, if you are the next of kin to a deceased.
The conclusion is that when you learn of the passing of someone in Greece (or of a Greek person elsewhere in the world) and you know that you have become an heir, it is advisable that you find out whether the estate has any serious liabilities, which are not covered by the assets. In any case, whether you want to accept or renounce the inheritance, you must get legal advice by a lawyer in Greece. Having to pay out of your own pocket liabilities of an inheritance will not happen to you, as long as you make sure you renounce the inheritance that you do not want, within the 4 or 12-month limit.

Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court
of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr

Ελληνικό διαβατήριο σημαίνει ευρωπαϊκή υπηκοότητα

Του Χρήστου Ηλιόπουλου

Αμείωτο ενδιαφέρον δείχνουν τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες ομογενείς, που έχουν γεννηθεί εκτός Ελλάδος, για απόκτηση ελληνικού διαβατηρίου, όχι μόνο γιατί αγαπούν την χώρα των προγόνων τους, αλλά και διότι η ελληνική ιθαγένεια τους ανοίγει την πόρτα ολόκληρης της Ευρώπης.
Άνθρωποι γεννηθέντες σε Αυστραλία, ΗΠΑ, Καναδά και σε όλες τις χώρες του κόσμου, που πολλές φορές δεν γνωρίζουν ελληνικά, ούτε καν έχουν επισκευθεί την Ελλάδα, εκφράζουν όψιμη επιθυμία για κτήση ελληνικής ιθαγενείας, βάσει κάποιου προγόνου τους (γονέα, παππού, γιαγιάς, προπαππού ή προγιαγιάς), επειδή τα ελληνικά τους χαρτιά θα τους επιτρέψουν να σπουδάσουν, να εργασθούν, να δημιουργήσουν επιχειρήσεις και γενικώς να διαμείνουν απεριορίστως σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα, άνευ θεωρήσεως (βίζας), αδείας παραμονής ή άλλων περιορισμών, ακριβώς με τα ίδια δικαιώματα όπως οι πολίτες της ευρωπαϊκής χώρας στην οποία θα επιλέξουν να ζήσουν.
Πράγματι, σύμφωνα με την σημερινή μορφή της Συνθήκης της Ευρωπαίκής Ενώσεως (Ρώμη 1958, Μάαστριχτ 1993, Λισαβώνα 2009), στο Κεφάλαιο περί Μη Διακρίσεων και Υπηκοότητος της Ενώσεως, ορίζεται ότι δημιουργείται με την Συνθήκη υπηκοότης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Κάθε πρόσωπο που φέρει την εθνικότητα ενός Κράτους Μέλους [όπως η Ελλάς] θα είναι πολίτης της Ενώσεως. Οι πολίτες της Ενώσεως θα απολαύουν τα δικαιώματα και θα υπόκεινται στα καθήκοντα που προβλέπονται από της Συνθήκες, όπως μεταξύ άλλων:
- Το δικαίωμα να μετακινούνται και να κατοικούν ελευθέρως εντός της επικρατείας των Κρατών Μελών. Δηλαδή ο έχων ελληνικό διαβατήριο μπορεί να διαμείνει, να εργασθεί, να σπουδάσει και να αναλάβει οποιαδήποτε νόμιμη δραστηριότητα για όσο χρόνο θέλει ή και μονίμως σε κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
- Το δικαίωμα να ψηφίζουν και να θέτουν υποφηφιότητα στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στις δημοτικές εκλογές στα Κράτη Μέλη διαμονής τους, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως οι πολίτες εκείνων των κρατών. Δηλαδή ο Έλλην μπορεί να κατοικεί στην Βαρκελώνη, να ψηφίζει εκεί στις ευρωπαϊκές εκλογές, αλλά και στις εκλογές για Δήμαρχο Βαρκελώνης, όπως και να θέτει υποψηφιότητα ο ίδιος.
- Το δικαίωμα να απολαύει στην επικράτεια μίας τρίτης χώρας, στην οποία το Κράτος Μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια δεν εκπροσωπείται, της προστασίας των διπλωματικών και προξενικών αρχών κάθε άλλου Κράτους Μέλους υπό τις αυτές προϋποθέσεις όπως οι πολίτες αυτού του Κράτους Μέλους. Δηλαδή, ο έχων βρετανικό διαβατήριο στην Λιβύη, εφόσον δεν μπορεί να προστατευθεί από την βρετανική Πρεσβεία ή Προξενείο στην χώρα, επειδή μπορεί να έχουν κλείσει λόγω του πολέμου, δικαιούται προστασίας και από την ελληνική Πρεσβεία στην Λιβύη, η οποία πρέπει να παράσχει στον Βρετανό πολίτη την προστασία που παρέχει και στον Έλληνα πολίτη.
- Το δικαίωμα να υποβάλλει αιτήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και να απευθύνεται στις διοικητικές υπηρεσίες της Ενώσεως σε οποιαδήποτε γλώσσα Κράτους Μέλους [δηλ. και στα ελληνικά] και να λάβει απάντηση στην ίδια γλώσσα.
Για να αποκτήσει ελληνικό διαβατήριο κάποιος γεννηθείς εκτός Ελλάδος από Έλληνες, πρέπει να εγγραφεί στο Δημοτολόγιο ενός Δήμου στην Ελλάδα. Για να γίνει αυτό πρέπει να ευρεθεί η αρχική εγγραφή του Έλληνα προγόνου του σε Δημοτολόγιο ή Μητρώο Αρρένων στην Ελλάδα και μετά να εγγραφούν όλες οι πραξεις γάμου και γεννήσεως μέχρι τον σημερινό αιτούντα.
Τα ονόματα στα πιστοποιητικά πρέπει να είναι ίδια και να μην υπάρχουν αντιφάσεις ή διαφορές από το ένα έγγραφο στο άλλο. Δεν απαιτείται κατ’ αρχάς ο αιτών σήμερα να ομιλεί την ελληνική. Επίσης, δεν ενδιαφέρει εάν ο γάμος των γονέων του είναι πολτικός ή θρησκευτικός.
Έχει όμως σημασία ο γάμος του παππού και της γιαγιάς. Περιληπτικώς, ο παππούς που έχει νυμφευθεί αλλοδαπή γιαγιά πρέπει να έχει τελέσει γάμο θρησκευτικό – ορθόδοξο. Αντιθέτως, η γιαγιά που έχει παντρευθεί αλλοδαπό παππού, πρέπει να έχει τελέσει γάμο πολιτικό και όχι ορθόδοξο, ώστε το εγγόνι που είναι πάνω από 18 ετών να πάρει την ελληνική ιθαγένεια.
Εάν δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ή εάν λείπει κάποιο από τα πιστοποιητικά γάμου και γεννήσεως, ή εάν ο πρόγονος ήταν μεν Έλλην, αλλά γεννηθείς όχι στην Ελλάδα, αλλά σε άλλη χώρα (π.χ. Τουρκία, Αίγυπτο κλπ.), ο αιτών δύναται να λάβει την ιθαγένεια, αφού όμως περάσει από συνέντευξη με τον Πρόξενο της Ελλάδος, για να διαπιστωθεί πόσο γνωρίζει την Ελλάδα, πόσο Έλλην νιώθει και αν μιλάει έστω κάποια ελληνικά.

Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Sunday, March 20, 2011

Τα δικαστήρια απορρίπτουν έγγραφα μη μεταφρασμένα στην ελληνική του Χρήστου Ηλιόπουλου

Τα δικαστήρια στην Ελλάδα είναι όργανα του ελληνικού κράτους, αποτελούντα μάλιστα μία εκ των τριών βασικών λειτουργιών, δηλαδή της δικαστικής εξουσίας, η οποία είναι, ή πρέπει να είναι, ανεξάρτητη από τις άλλες δύο, δηλ. την εκτελεστική (κυβέρνηση – διοίκηση) και τη νομοθετική (κοινοβούλιο).
Τα δικαστήρια δικάζουν με βάση νόμους, ισχυρισμούς και αποδείξεις, οι οποίες, όταν είναι έγγραφα, πρέπει να προσκομίζονται μόνο στην ελληνική γλώσσα. Εάν το πρωτότυπο έγγραφο έχει συνταχθεί σε άλλη γλώσσα, για να ληφθεί υπόψιν από το δικαστήριο πρέπει να έχει επισήμως μεταφρασθεί στην ελληνική.
Επίσημη μετάφραση γίνεται είτε από δικηγόρο Ελλάδος, που γνωρίζει την ξένη γλώσσα στην οποία έχει συνταχθεί πρωτοτύπως το έγγραφο, είτε από την μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, είτε από επίσημο μεταφραστή στο εξωτερικό, αφού όμως η μετάφρασή του έχει επικυρωθεί από Προξενείο της Ελλάδος σε χώρα του εξωτερικού.
Για να λάβει χώρα η συζήτηση μίας υπόθεσης ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου πρέπει είτε άπαντες οι διάδικοι να παρίστανται, είτε εκείνος που δεν παρίσταται να έχει κλητευθεί νομίμως, δηλαδή με επίσημη κοινοποίηση του δικογράφου στην κατοικία του. Εάν δεν έχει γίνει νόμιμη και εμπρόθεσμη κοινοποίηση της δίκης στον αντίδικο και αυτός δεν παρίσταται, τότε η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ενώ εάν έχει γίνει η νόμιμη κοινοποίηση και παρά ταύτα ο αντίδικος δεν παρίσταται, τότε η δίκη προχωρά κανονικά και ο μη εμφανιζόμενος διάδικος δικάζεται ερήμην (in absence, in absentia).
Όταν ο εναγόμενος κατοικεί στο εξωτερικό, η επίδοση πρέπει να γίνεται όχι μόνο σύμφωνα με το εσωτερικό ελληνικό δίκαιο, αλλά και σύμφωνα με διεθνείς συμβάσεις, που έχει κυρώσει η Ελλάδα. Για την νόμιμη επίδοση στο εξωτερικό δεν αρκεί δηλαδή απλώς η επίδοση στον Εισαγγελέα, κατά το άρθρο 136 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αλλά απαιτείται και πραγματική επίδοση στο εξωτερικό, είτε σύμφωνα με την Σύμβαση της Χάγης, είτε σύμφωνα με τον Κανονισμό 1348/2000 του Συμβουλίου για τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Το αν έχει επιδοθεί η αγωγή στο εξωτερικό, τον χρόνο της επιδόσεως και τις συνθήκες αυτής, αν δηλαδή την παρέλαβε ο ίδιος ο εναγόμενος ή κάποιος συγγενής, οικείος ή φίλος του, ή εάν δεν ευρέθη ο εναγόμενος στην διεύθυνσή του στην χώρα του εξωτερικού, βεβαιώνεται με σχετικό έγγραφο της ξένης χώρας, που προσκομίζεται ενώπιον του ελληνικού δικαστηρίου σε νόμιμη μετάφραση. Εάν δεν προσκομισθεί σε νόμιμη μετάφραση, το έγγραφο δεν λαμβάνεται υπόψιν και η αγωγή θεωρείται ότι δεν επιδόθηκε στην αλλοδαπή, παρά το γεγονός ότι η αγωγή έχει επιδοθεί και το έγγραφο που το αποδεικνύει στην ξένη γλώσσα υπάρχει στον φάκελλο του δικαστηρίου.
Στην υπ’ αριθ. 154/2008 απόφασή του ο Άρειος Πάγος απέρριψε ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως, επειδή ο αναιρεσίβλητος, κάτοικος Γερμανίας σε γνωστή διεύθυνση, δεν εμφανίσθηκε στον Άρειο Πάγο κατά την συζήτηση της υποθέσεως. Στην δικογραφία υπήρχε έγγραφο των αρμοδίων γερμανικών αρχών περί της κοινοποιήσεως της δίκης στον αναιρεσίβλητο, το έγγραφο όμως αυτό δεν ήταν νομίμως μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, με αποτέλεσμα ο Άρειος Πάγος να μην δύναται να το λάβει υπόψιν και η αναίρεση να απορριφθεί, λόγω μη προσήκουσας κοινοποιήσεως της δίκης στον αντίδικο που ήταν κάτοικος Γερμανίας.

Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Sunday, March 13, 2011

Διάρκεια και λήξη εμπορικής μίσθωσης του Χρήστου Ηλιόπουλου

Εμπορική είναι η μίσθωση ακινήτου στην Ελλάδα όταν ο μισθωτής (ενοικιαστής) το χρησιμοποιεί για εμπορία ή γενικώς για επαγγελματική δραστηριότητα, σε αντιδιαστολή με την μίσθωση κατοικίας, όπου ο μισθωτής χρησιμοποιεί το μίσθιο για κατοικία.
Η ελάχιστη διάρκεια της εμπορικής – επαγγελματικής μισθώσεως είναι δώδεκα έτη. Ακόμα κι αν ιδιοκτήτης και ενοικιαστής γράψουν στο συμβόλαιο ότι η μίσθωση θα έχει διάρκεια μικρότερη των δώδεκα ετών, ο μισθωτής (ενοικιαστής) δικαιούται να κάνει χρήση το μισθίου δώδεκα έτη κατ’ ελάχιστον, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τηρεί το σύνολο των υποχρεώσεών του από την σύμβαση, δηλ. καταβάλλει εμπροθέσμως το μίσθωμα, διατηρεί το μίσθιο σε καλή κατάσταση, δεν παραβιάζει το νόμο ως προς τις σχέσεις του με τους γείτονες, το κράτος κλπ.
Όταν ο ιδιοκτήτης ζητήσει την απόδοση του μισθίου λόγω παρόδου της δωδεκαετίας, υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτή ποσό ίσο με 24 μισθώματα. Αυτό καταβάλλεται για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας του μισθίου, διότι ο μισθωτής έχει δημιουργήσει κατά τα 12 έτη λειτουργίας του καταστήματός του μία φήμη, πελατεία και εμπορική δραστηριότητα, την οποία ο ιδιοκτήτης μπορεί να εκμεταλλευθεί με το να εκμισθώσει το κατάστημά του σε καινούργιο μισθωτή με το ίδιο ή παραπλήσιο εμπορικό αντικείμενο.
Για να λήξει η μίσθωση στα δώδεκα έτη πρέπει ο ιδιοκτήτης, εντός προθεσμίας εννέα μηνών από την συμπλήρωση της δωδεκαετίας, να ασκήσει στο δικαστήριο αγωγή αποδόσεως του μισθίου, οπότε με την άσκηση και μόνο της αγωγής (κατάθεση στο δικαστήριο αγωγής και επίδοση αυτής με δικαστικό επιμελητή στον μισθωτή), η μίσθωση λήγει και ο μισθωτής υποχρεούται να αποδώσει το κατάστημα στον ιδιοκτήτη, δικαιούται όμως να λάβει ποσό 24 μισθωμάτων από τον τελευταίο.
Για να λήξει η μίσθωση στα δώδεκα έτη αρκεί η άσκηση της αγωγής και δεν απαιτείται να περιμένουμε να εκδοθεί η δικαστική απόφαση, ενώ η εν λόγω αγωγή μπορεί να ασκηθεί προληπτικώς και πριν την συμπλήρωση των δώδεκα ετών, αλλά πάντως ποτέ μετά την πάροδο της εννεάμηνης προθεσμίας, όπως έκρινε ο Άρειος Πάγος στην υπ΄αριθ. 288/2010 απόφασή του.
Η ελάχιστη διάρκεια της μισθώσεως παρατείνεται αυτομάτως από τα δώδεκα στα δεκαέξι έτη, εφόσον μετά την πάροδο εννέα μηνών από την συμπλήρωση των δώδεκα ετών ο ιδιοκτήτης – εκμισθωτής δεν ασκήσει αγωγή κατά του μισθωτή – ενοικιαστή με την οποία θα του ζητάει να ελευθερώσει το μίσθιο λόγω λήξεως της μισθώσεως.
Μετά την άπρακτη πάροδο του εννεαμήνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για τέσσερα (4) χρόνια, μετά δε την λήξη της τετραετίας δεν οφείλεται το ποσό των 24 μισθωμάτων. Επομένως μετά την συμπλήρωση 16 συνολικώς ετών παραμονής του μισθωτή – ενοικιαστή στο μίσθιο, ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου χωρίς να υποχρεούται πλέον να του καταβάλει τα 24 μισθώματα, όπως υποχρεούται να κάνει όταν ζητήσει την απόδοση του μισθίου με την συμπλήρωση των 12 ετών.

Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Tuesday, March 1, 2011

Μεταβίβαση και διανομή αυθαιρέτου του Χρήστου Ηλιόπουλου

Η ανέγερση αυθαιρέτων είναι στην Ελλάδα μία εκτεταμένη πρακτική, κατά της οποίας το κράτος έχει στραφεί με πολλούς νόμους, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Συνέπεια της αδυναμίας του κράτους να ελέγξει την αυθαίρετη δόμηση είναι η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η άναρχη διαμόρφωση πόλεων και χωριών και η εξοικείωση μεγάλου μέρους των πολιτών με την καταστρατήγηση των νόμων και την αντικοινωνική συμπεριφορά, αφού το βραχυχρόνιο ατομικό συμφέρον υπερισχύει του μακροχρόνιου σχεδιασμού και την προστασίας του γενικού καλού.
Με τον νόμο 1337/1983 απαγορεύθηκε η μεταβίβαση αυθαιρέτων με στόχο να καταστήσουμε ουσιαστικώς μη εμπορεύσιμο ένα αυθαίρετο, εάν αυτό δεν μπορεί να μεταβιβασθεί νομικά. Ο στόχος έχει εν μέρει επιτευχθεί, διότι μετά την ισχύ του εν λόγω νόμου το οικόπεδο/αγροτεμάχιο στο οποίο βρίσκεται το αυθαίρετο μπορεί να μεταβιβασθεί μόνο με κληρονομιά και πάλι χωρίς επίσημη δήλωση του κτίσματος στην εφορία και στο συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας.
Συχνά επιχειρείται η μεταβίβαση αυθαιρέτων κτισμάτων με πώληση ή γονική παροχή, χωρίς την απεικόνιση του αυθαιρέτου στο επισυναπτόμενο στο συμβόλαιο τοπογραφικό, με κίνδυνο όμως όλων των εμπλεκομένων να παραπεμφθούν για σωρεία ποινικών αδικημάτων, αφού υπογράφουν ψευδώς ότι μεταβιβάζεται «γυμνό» οικόπεδο, ενώ γνωρίζουν ότι υπάρχει και κτίσμα, το οποίο αποκρύπτεται από το τοπογραφικό (ευθύνη μηχανικού) και από το συμβόλαιο (ευθύνη αγοραστή και πωλητή, ενώ ο συμβολαιογράφος επισήμως δεν γνωρίζει).
Ειδικώτερη περίπτωση απαγορεύσεως μεταβιβάσεως αυθαιρέτου αποτελεί η αγωγή διανομής ακινήτου στο οποίο υφίσταται αυθαίρετη οικοδομή. Εδώ το δικαστήριο καλείται να διανείμει αυτουσίως ή να διατάξει την πώληση σε πλειστηριασμό ενός ακινήτου που ανήκει σε περισσοτέρους του ενός, το οποίο όμως είναι εξ ολοκλήρου ή εν μέρει αυθαίρετο. Το ερώτημα είναι πώς είναι δυνατόν το δικαστήριο να διανείμει ή να διατάξει τον πλειστηριασμό (που είναι πώληση), ενός οικοπέδου με αυθαίρετο, όταν κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται να το πράξει ο συμβολαιογράφος.
Η τάση που έχει διαμορφωθεί στα δικαστήρια είναι να διατάσσεται η διανομή εάν α) το αρχικό κτίσμα ήταν νόμιμο, με άδεια από την πολεοδομία, αλλά έχουν γίνει αυθαίρετες προσθήκες και β) οι αυθαίρετες προσθήκες/κατασκευές να μην έχουν διαπιστωθεί επισήμως με αυτοψία και σχετική έκθεση αυθαιρέτου από την πολεοδομία.
Εφόσον συντρέχουν οι δύο παραπάνω προϋποθέσεις, τα δικαστήρια φαίνεται ότι δέχονται την άποψη ότι μπορεί να διαταχθεί διανομή, εφόσον «… οι έννομες συνέπειες του αυθαίρετου χαρακτήρα μιας κατασκευής, μεταξύ των οποίων και οι, κατ` άρθρο 17 παρ. 10 ν. 1337/1983, απαγορεύσεις μεταβιβάσεως κλπ., δεν επέρχονται, αν δεν προηγηθεί η ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, η οποία συνιστά διαπιστωτική ατομική διοικητική πράξη», όπως έχει κρίνει η υπ’αριθ. 73/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Η ίδια απόφαση διαλαμβάνει επίσης ότι η απαγόρευση μεταβίβασης ή σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων ισχύει μόνον εφόσον έχει προηγηθεί αυτοψία από υπάλληλο της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και σύνταξη σχετικής έκθεσης. Η απαγόρευση μεταβίβασης ή σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων δεν αφορά εκείνα τα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί με βάση οικοδομική άδεια, αλλά, στη συνέχεια, έγιναν σ’ αυτά μεταβολές, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες, χωρίς τις απαιτούμενες για το σκοπό αυτό οικοδομικές άδειες.
Ένα άλλο δικαστήριο, το Εφετείο Θεσσαλονίκης στην υπ’ αριθ. 2007/2006 απόφασή του έκρινε ότι «η ως άνω απαγόρευση διαθέσεως ή συστάσεως εμπραγμάτου δικαιώματος δεν εκτείνεται και στα οικοδομήματα εκείνα, τα οποία έχουν ανεγερθεί νομίμως, αλλά μεταγενέστερα, για την καλύτερη εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίο προορίζονταν από την κατασκευή τους, έγιναν σ` αυτά διαρρυθμίσεις ή προσθήκες χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια». Στην υπόθεση αυτή ο τελευταίος όροφος του κτίσματος ήταν αυθαίρετος, όπως είχε ήδη διαπιστωθεί από την πολεοδομία, πράγμα που οδήγησε το δικαστήριο στην απόρριψη της αγωγής διανομής εξαιτίας τις ύπαρξης αυθαιρέτου ορόφου που είχε ήδη περιέλθει σε γνώση της πολεοδομίας.
Τέλος, το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στην υπ’ αριθ. 3808/2010 απόφασή του έκρινε ότι «η κατ' άρθρ. 17 παρ. 10 ν. 1337/1983 απαγόρευση μεταβίβασης αυθαίρετων κτισμάτων … δεν εκτείνεται στα οικοδομήματα τα οποία έχουν μεν νομίμως ανεγερθεί, αλλά μεταγενέστερα έγιναν σε αυτά μεταβολές, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες (όπως είναι η αλλαγή χρήσης ενός χώρου αποθήκης σε διαμέρισμα)».

Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr