Saturday, June 17, 2017

Ομογενείς στερούνται της περιουσίας τους λόγω capital controls

Ομογενείς στερούνται της περιουσίας τους λόγω capital controls Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Αθήνα, 14 Ιουνίου 2017.. Από το καλοκαίρι του 2015 η ελληνική κυβέρνηση έχει επιβάλει μεγάλους περιορισμούς στην ελευθερία των συναλλαγών στην Ελλάδα, που όμοιοί τους σπανίως συναντώνται σε χώρες της ελεύθερης οικονομίας, του laissez faire, laissez passer. Εν ολίγοις, κάποιος που έχει τα χρήματά του στην τράπεζα δεν επιτρέπεται να πάρει σε μετρητά πάνω από 840 ευρώ κάθε δύο εβδομάδες και δεν επιτρέπεται να στείλει με έμβασμα χρήματα εκτός Ελλάδος πάνω από 1.000 ευρώ το μήνα. Υπάρχουν και πολλοί άλλοι περιορισμοί, που δεν είναι δυνατόν να αναφερθούν στο σημείωμα αυτό. Μερικοί από τους απλούς πολίτες στην Ελλάδα λένε ότι δεν είναι και τόσο τρομεροί οι περιορισμοί αυτοί, διότι οι περισσότεροι μισθωτοί και συνταξιούχοι ούτως ή άλλως δεν παίρνουν πάνω από 1.000 ή 1.500 ευρώ το μήνα, οπότε δεν τους πολυενοχλούν οι περιορισμοί. Ωστόσο, υπάρχει μεγάλο μέρος των εργαζομένων που είναι ελεύθεροι επαγγελματίες και μικροί και μεσαίοι επιχειρηματίες, από τον ιδρώτα των οποίων πληρώνονται οι περισσότεροι φόροι και κινείται η οικονομία, που συναντούν μεγάλες δυσκολίες στην δουλειά τους λόγω των τραπεζικών περιορισμών, που περισσότερο σε οικονομία σοβιετικού τύπου παραπέμπουν, παρά σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ζημία στην εθνική οικονομία και στις συναλλαγές, στην ανάπτυξη, στην πρόοδο του εμπορίου και στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας που έχουν επιφέρει τα capital controls είναι τεράστια. Θύματα των τραπεζικών περιορισμών της Ελλάδας έχουν πέσει τα τελευταία δύο χρόνια πάρα πολλοί ομογενείς, που δικαιούνται κληρονομιάς στην Ελλάδα, ή έχουν πωλήσει ένα ακίνητό τους, ή απλώς είχαν χρήματα στις ελληνικές τράπεζες και δεν μπορούν να μεταφέρουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό, στον τόπο κατοικίας τους, ώστε να τα χρησιμοποιήσουν όπως αυτοί επιθυμούν. Δεν μπορούν δηλαδή να πράξουν τα αυτονόητο, κάτι που οι φίλοι και γνωστοί τους στις χώρες όπου διαβιούν κάνουν καθημερινά και τους φαίνεται ως δεδομένη ρουτίνα. Πάρα πολλοί ομογενείς είναι κληρονόμοι περιουσιών στην Ελλάδα, που περιλαμβάνουν τραπεζικούς λογαριασμούς. Όταν η κληρονομική διαδοχή ολοκληρώνεται, με την δήλωση της κληρονομίας στην εφορία και την λήψη των σχετικών πιστοποιητικών, συχνά δε και δικαστικής απόφασης που ονομάζεται κληρονομητήριο, η τράπεζα εκταμιεύει το χρηματικό ποσό που αναλογεί στον κληρονόμο. Μέχρι πριν δύο χρόνια, ο δικηγόρος που ολοκλήρωνε την υπόθεση στην Ελλάδα, ή ο συγγενής του κληρονόμου, με το πληρεξούσιο, μπορούσαν να λάβουν τα χρήματα από την ελληνική τράπεζα και μετά τα έστελναν με έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό του κληρονόμου στο εξωτερικό. Ή του έστελναν μία τραπεζική επιταγή εκδοθείσα από την ελληνική τράπεζα, η οποία εξαργυρωνόταν από οποιαδήποτε τράπεζα του εξωτερικού. Το ίδιο συνέβαινε με κάθε ομογενή που πούλαγε το ακίνητό του στην Ελλάδα και ο ίδιος ή ο πληρεξούσιός του, μπορούσαν να στείλουν στο εξωτερικό τα χρήματα που είχε πληρώσει ο αγοραστής για να αγοράσει το ακίνητο του ομογενούς. Σήμερα, τόσο τα χρήματα από κληρονομιές, όσο και χρήματα από την πώληση ακινήτων ομογενών, λιμνάζουν σε λογαριασμούς στην Ελλάδα και απαγορεύεται να σταλούν στο εξωτερικό! Διότι η ευχέρεια που δίνουν τα capital controls για αποστολή κάθε μήνα ποσού μέχρι χίλια ευρώ δεν αποτελεί λύση, όταν ο ομογενής έχει ένα αρκετά μεγαλύτερο ποσό στην τράπεζα στην Ελλάδα και ο πληρεξούσιός του δεν μπορεί να πηγαίνει κάθε μήνα στην τράπεζα και να χάνει μία έως δύο ώρες το λιγότερο, για να του στείλει χίλια ευρώ. Αυτό είναι ένα παράδειγμα του πόσο μεγάλη οπισθοδρόμηση έχει προκληθεί στην ελληνική οικονομία από την επιβολή των τραπεζικών περιορισμών στις ελεύθερες συναλλαγές. Αρκετοί εκ των ομογενών δεν πιστεύουν ή δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι είναι δυνατόν το κράτος στην Ελλάδα να απαγορεύει τόσο βασικές και καθημερινές συναλλαγές, που γίνονται σε κάθε άλλη πολιτισμένη χώρα του κόσμου, εκτός από την Ελλάδα. Οι διαμαρτυρίες τους είναι συχνά έντονες, διότι στερούνται της περιουσίας τους. Αλλά ο δικηγόρος τους στην Ελλάδα λίγα πράγματα μπορεί να κάνει, διότι οι περιορισμοί είναι αυστηροί και η Τράπεζα της Ελλάδος αρνείται να επιτρέψει την κατ’ εξαίρεση αποστολή μεγαλυτέρων χρηματικών ποσών στους ομογενείς, οι οποίοι θεωρητικώς μεν δικαιούνται κατά το νόμο να λάβουν και να διαθέσουν ελευθέρως τα χρήματά τους, αλλά στην πράξη το ελληνικό κράτος τους στερεί αυτό το δικαίωμα. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Monday, June 12, 2017

Διαθήκη χωρίς ημερομηνία είναι άκυρη

Διαθήκη χωρίς ημερομηνία είναι άκυρη Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Η δημόσια διαθήκη που συντάσσεται σε συμβολαιογράφο στην Ελλάδα ή ενώπιον Προξένου σε κάποιο Προξενείο της Ελλάδος στο εξωτερικό, έχει τα βασικά στοιχεία που προβλέπει ο νόμος, διότι συντάσσεται από συμβολαιογράφο ή Πρόξενο, που γνωρίζουν τι πρέπει να γράφει το κείμενο, από πλευράς τυπικών στοιχείων. Όταν όμως κάποιος συντάσσει μόνος του ιδιόγραφη διαθήκη και γράφει το κείμενο με το χέρι του από την αρχή μέχρι το τέλος, εάν ο ίδιος δεν είναι δικηγόρος ή γενικώς νομικός, μπορεί εκ λάθους να παραλείψει να γράψει τα ελάχιστα εκείνα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ισχύ της ιδιογράφου διαθήκης. Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν. Η χρονολογία, από την οποία προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, απαιτείται, για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βούλησής του και των τυχόν ελαττωμάτων της. Δηλαδή είναι αναγκαία η αναγραφή της ημερομηνίας, για να γνωρίζουμε εάν τότε ο διαθέτης είχε ακόμα την χρήση της λογικής και ήταν σε θέση να γράψει, ή εάν ήταν σε χρονική στιγμή όπου ήταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο ασθενείας που του στερούσε την διανοητική επάρκεια. Η ημερομηνία στο χειρόγραφο κείμενο της ιδιογράφου διαθήκης είναι πολύ σημαντική επίσης για να μπορεί να καθορισθεί η ισχύς της διαθήκης, όταν υπάρχουν και άλλες διαθήκες, ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά. Εάν υπάρχουν περισσότερες διαθήκες, ισχύουν βεβαίως όλες. Αν όμως υπάρχει αντίφαση ή σύγκρουση των διατάξεων της μίας με την άλλη, υπερισχύει η χρονικώς πιο πρόσφατη, δηλ. η μεταγενέστερη. Εάν δεν υπάρχει ημερομηνία στο κείμενο της ιδιογράφου, πώς είναι δυνατόν να τοποθετηθεί χρονικώς εν σχέσει με τυχόν άλλη διαθήκη, για να δούμε ποιά είναι η τελευταία και άρα αυτή που θα ισχύσει; Η έλλειψη κάποιου από τα παραπάνω στοιχεία συνεπάγεται την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Αν επομένως η ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, αλλά αυτός απλώς έχει βάλει την υπογραφή του στο τέλος ενός εκτυπωμένου ή δακτυλογραφημένου κειμένου, η διαθήκη είναι άκυρη. Επίσης, εάν δεν έχει υπογραφή στο τέλος του κειμένου, εάν δεν έχει ημεροχρονολογία και εάν δεν γράφει το όνομά του, η διαθήκη είναι μη ισχυρή. Πρέπει να σημειωθεί ότι όταν ελέγχεται η γνησιότητα της γραφής μίας διαθήκης, εξετάζεται όχι μόνο η υπογραφή στο τέλος του κειμένου, αλλά και η γραφή του ιδίου του κειμένου και πρέπει αμφότερα τα στοιχεία να συνηγορούν στην γνησιότητα αυτής. Εάν η υπογραφή και το κείμενο είναι γνήσια, η ημεροχρονολογία όμως είναι πλαστογραφημένη, τότε η διαθήκη είναι άκυρη. Αυτό μπορεί να συμβαίνει όταν μία ιδιόγραφη διαθήκη είναι επί παραδείγματι γραμμένη και υπογεγραμμένη από τον διαθέτη, είναι δηλαδή γνήσια, λείπει όμως η ημεροχρονολογία επειδή ο διαθέτης ξέχασε να την γράψει και κάποιος άλλος προσέθεσε μετά με το δικό του χέρι την ελλείπουσα ημεροχρονολογία. Στην περίπτωση αυτή η διαθήκη θα θεωρηθεί ότι δεν έχει ημερομηνία, διότι η τεθείσα ημερομηνία είναι πλαστογραφημένη. Τα ανωτέρω έκρινε ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθ. 726/2016 (Γ’ Τμήμα) απόφασή του, ακολουθώντας την βασική νομολογία εδώ και πολλά χρόνια. Εναλλακτικό σενάριο γνησιότητος διαθήκης, που δεν γράφει ρητώς την ημερομηνία σύνταξής της, είναι η περίπτωση όπου από το κείμενο της διαθήκης μπορεί να συναχθεί εμμέσως πλην σαφώς πότε εγράφη. Εάν δηλαδή η διαθήκη δεν έχει ημερομηνία, όμως ο διαθέτης γράφει φράσεις όπως «σήμερα είναι Χριστούγεννα και χαιρόμαστε που γεννήθηκε το πρώτο εγγόνι μου», ή «γράφω αυτή την διαθήκη με ικανοποίηση που η κόρη μου μπήκε πριν από ένα μήνα στο πανεπιστήμιο», μπορεί ίσως να διασωθεί η γνησιότητα της διαθήκης με έμμεσο προσδιορισμό της ημεροχρονολογίας σύνταξής της. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Saturday, June 3, 2017

Ελληνική Ιθαγένεια και Διαβατήριο για Γεννηθέντες Εκτός Ελλάδος

Ελληνική Ιθαγένεια και Διαβατήριο για Γεννηθέντες Εκτός Ελλάδος Του Χρήστου Ηλιόπουλου* . Ομογενείς ονομάζουμε τα πρόσωπα που έχουν γεννηθεί εκτός των συνόρων της Ελλάδος, από έναν τουλάχιστον Έλληνα γονέα, ή έστω πρόγονο, ήτοι παππού, γιαγιά, προπάππου, προγιαγιά κ.ο.κ. Τα τελευταία χρόνια πολλοί ομογενείς γεννηθέντες εκτός Ελλάδος επιθυμούν να λάβουν ελληνικό διαβατήριο, κυρίως για να έχουν απεριόριστη διαμονή σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ίσα δικαιώματα με τους πολίτες των χωρών αυτών, αλλά και διότι επιθυμούν να ενισχύσουν τους δεσμούς τους με την μητέρα Πατρίδα. Η βάση για κτήση ελληνικού διαβατηρίου για κάποιον που έχει γεννηθεί εκτός Ελλάδος είναι η εύρεση εγγράφων σε κάποιον Δήμο στην Ελλάδα που να πιστοποιούν την γέννηση στην Ελλάδα του γονέα ή προγόνου του ενδιαφερομένου και την συνακόλουθη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από την γέννηση. Για τους άνδρες τέτοια έγγραφα είναι η εγγραφή στο Δημοτολόγιο (πιστοποιητικό γεννήσεως ή οικογενειακής καταστάσεως) ή η εγγραφή στο Μητρώο Αρρένων. Εάν βρεθεί η εγγραφή σε ένα από τα δύο, Δημοτολόγιο ή Μητρώο Αρρένων, συνήθως αρκεί. Για τις γυναίκες η εγγραφή εξευρίσκεται μόνο στο Δημοτολόγιο. Εάν ο ενήλικος αιτών έχει παππού Έλληνα και γιαγιά αλλοδαπή, ο γάμος του παππού πρέπει να ήταν θρησκευτικός, του δόγματος που ακολουθούσε ο παππούς. Συνήθως ο γάμος αυτός πρέπει να ήταν χριστιανικός ορθόδοξος, μπορεί όμως και να πρέπει να ήταν εβραϊκός, ή άλλου δόγματος, εάν ο παππούς ήταν εβραίος στο θρήσκευμα ή κάποιου άλλου δόγματος. Εάν, αντιθέτως, ο ενήλικος αιτών έχει γιαγιά Ελληνίδα και παππού αλλοδαπό, ο γάμος της γιαγιάς πρέπει να ήταν πολιτικός, προφανώς εκτός Ελλάδος, διότι προ του 1983 πολιτικός γάμος δεν μπορούσε να τελεσθεί στην Ελλάδα. Εφόσον έχουμε τον σωστό γάμο του παππού και της γιαγιάς, χρειαζόμαστε την γέννηση του γονέα, (πατέρα ή μητέρας) και τον γάμο των γονέων, που συνήθως δεν έχει σημασία για την κτήση της ιθαγενείας, εάν ήταν πολιτικός ή θρησκευτικός. Τέλος, θα χρειασθούμε και την γέννηση του σημερινού αιτούντος την ιθαγένεια. Για όσους έχουν γεννηθεί μετά το 1984, το αν οι γονείς τους τέλεσαν θρησκευτικό ή πολιτικό γάμο δεν έχει πλέον σημασία και αποκτούν ούτως ή άλλως την ελληνική ιθαγένεια από γεννήσεως, εάν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις. Επίσης, για όσους έχουν γεννηθεί εκτός γάμου μετά το 1984 είναι ευκολώτερο να λάβουν την ελληνική ιθαγένεια, παρά το ότι ο πατέρας τους δεν είχε παντρευτεί ποτέ την μητέρα τους, διότι δεν απαιτείται να αποδείξουν ότι ο πατέρας τους είχε αποκτήσει και την ιθαγένεια της χώρας στην οποία είχε μεταναστεύσει και στην οποία γεννήθηκε το παιδί του. Εάν όμως ο αιτών έχει γεννηθεί προ του 1984 και είναι εκτός γάμου τέκνο Έλληνα πατέρα και αλλοδαπής μητέρας, ο αιτών για να πάρει την ελληνική ιθαγένεια πρέπει να αποδείξει ότι ο πατέρας του είχε αποκτήσει την αλλοδαπή ιθαγένεια και τον είχε αναγνωρίσει με την αναγραφή του ονόματος τους πατρός στο πιστοποιητικό γεννήσεως του εξωγάμου. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Friday, May 12, 2017

Αλλοδαπή δικαστική απόφαση μπορεί να ισχύσει στην Ελλάδα Του Χρήστου Ηλιόπουλου*

Αλλοδαπή δικαστική απόφαση μπορεί να ισχύσει στην Ελλάδα Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Πολλές φορές ομογενείς που έχουν στα χέρια τους μία δικαστική απόφαση από χώρα του εξωτερικού, όπως είναι και ο Καναδάς, χρειάζονται η εν λόγω αλλοδαπή απόφαση να ισχύσει και στην Ελλάδα. Αυτό είναι συχνά αναγκαίο εάν επί παραδείγματι η δικαστική απόφαση αφορά χρηματική οφειλή του Α προς τον Β, η οποία έχει επικυρωθεί με δικαστική απόφαση στον Καναδά, αλλά ο Α, που είναι ο οφειλέτης, δεν έχει περιουσία στον Καναδά, έχει όμως στην Ελλάδα. Η απόφαση πρέπει τότε να αποκτήσει νομική ισχύ στην Ελλάδα, ώστε μετά να γίνει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επί περιουσιακών στοιχείων που έχει ο Α στην Ελλάδα, όπως ακίνητα ή τραπεζικούς λογαριασμούς και κατ’ αυτόν τον τρόπο να ικανοποιηθεί η εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο (δικαστική απόφαση) απαίτηση του Β. Μία άλλη πολύ συχνή περίπτωση είναι η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που λύει τον γάμο μεταξύ δύο προσώπων, που μπορεί να είχαν παντρευτεί στην Ελλάδα ή στον Καναδά. Η απόφαση διαζυγίου του καναδικού δικαστηρίου πρέπει να καταχωρηθεί και στο δημοτολόγιο στην οικογενειακή μερίδα του Έλληνα πρώην συζύγου, είτε διότι αυτός θέλει μετά να τελέσει νέο γάμο, είτε διότι απλώς θέλει να έχει εν τάξει την οικογενειακή του κατάσταση στην Ελλάδα και να μην φαίνεται νυμφευμένος – παντρεμένος, ενώ έχει βγάλει διαζύγιο στον Καναδά. Ακόμα και για λόγους μετέπειτα κληρονομικής διαδοχής μπορεί κάποιος να θέλει η αλλοδαπή απόφαση διαζυγίου να ισχύσει και στην Ελλάδα, ώστε να μην φαίνεται πλέον ως παντρεμένος στην Ελλάδα και έτσι όταν κληρονομηθεί να μην τον κληρονομήσει ο / η πρώην σύζυγός του. Όταν λοιπόν επιθυμούμε η αλλοδαπή δικαστική απόφαση να ισχύσει και στην Ελλάδα, πρέπει να γίνει ένα δικαστήριο στην Αθήνα, όπου θα προσκομισθεί η αλλοδαπή δικαστική απόφαση, είτε με Απστίλλη (Σύμβαση της Χάγης της 5ης Οκτωβρίου 1961), αν προέρχεται από χώρα που είναι μέλος της σχετικής διεθνούς συμβάσεως, είτε με επικύρωση από το ελληνικό προξενείο της ξένης χώρας, ή από το προξενείο της ξένης χώρας στην Ελλάδα, εάν η χώρα αυτή δεν μετέχει στην εν λόγω διεθνή σύμβαση περί Αποστίλλης, όπως ο Καναδάς. Η αλλοδαπή απόφαση πρέπει να προσκομισθεί τόσο στο πρωτότυπό της στην γλώσσα του αλλοδαπού δικαστηρίου, όσο και σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική, είτε από την μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος, είτε από δικηγόρο στην Ελλάδα, που θα μπορεί καλύτερα να αντιπαραβάλλει τους νομικούς όρους μεταξύ των δύο γλωσσών και των δύο νομικών συστημάτων, ερμηνεύοντας καλύτερα στην ελληνική την σχετική ορολογία. Απαιτείται επίσης να αποδεικνύεται ότι η αλλοδαπή απόφαση είναι αμετάκλητη, κατά το ελληνικό δίκαιο, που συνήθως στο αλλοδαπό δίκαιο σημαίνει «τελεσίδικη, final, absolute» ή κάτι παρόμοιο. Αυτό μπορεί να προκύπτει από το κείμενο της ίδιας της αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως, είτε από ξεχωριστό πιστοποιητικό της γραμματείας του αλλοδαπού δικαστηρίου ή ακόμα και από έγγραφο του δικαστή. Μεγάλη προσοχή πρέπει να δίδεται στο κείμενο της αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως, διότι αποφάσεις από διάφορες χώρες του κόσμου έχουν εντελώς διαφορετική μορφή εν σχέσει προς τις προδιαγραφές του κειμένου μίας ελληνικής δικαστικής αποφάσεως. Συχνά προσκομίζεται στην Ελλάδα έγγραφο από ξένη χώρα που δεν είναι δικαστική απόφαση διαζυγίου, αλλά πιστοποιητικό (certificate) διαζυγίου. Αυτό δεν θα γίνει δεκτό από το ελληνικό δικαστήριο, διότι αναγνώριση δεδικασμένου και νομική ισχύς μπορεί να δοθεί στην Ελλάδα μόνο σε αλλοδαπή δικαστική απόφαση και όχι σε αλλοδαπό πιστοποιητικό. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Ταυτοποίηση ακινήτου στο δικαστήριο

Ταυτοποίηση ακινήτου στο δικαστήριο Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Ότι οι Έλληνες έχουν μία σχέση λατρείας με τα ακίνητα δεν είναι καινούργια διαπίστωση. Τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, όπου έχουν μεταναστεύσει Έλληνες, το ποσοστό κατά το οποίο έχουν την κυριότητα των ακινήτων στα οποία διαμένουν, αλλά και άλλων, προσθέτων ακινήτων, είναι αρκετά μεγάλο, εν συγκρίσει προς άλλες εθνικότητες. Στο εξωτερικό, όπου το σύστημα καταγραφής της κυριότητας των ακινήτων είναι οργανωμένο, αλλά και οι πολίτες των ξένων χωρών δεν διακατέχονται από έναν υψηλό βαθμό δικομανίας, δεδομένου και του ιδιαιτέρως υψηλού κόστους πρόσβασης στην δικαιοσύνη (μεγάλες δικηγορικές αμοιβές και υψηλά δικαστικά έξοδα), οι δικαστικές διαμάχες αναφορικώς με την ιδιοκτησία ακινήτων είναι περιορισμένες. Στην Ελλάδα αντιθέτως, όπου το σύστημα καταγραφής των ακινήτων δεν είναι πάντοτε το πιο οργανωμένο, ούτε η περιγραφή και η ταυτοποίηση των ακινήτων στα συμβόλαια δεν ήταν η πλέον αναλυτική, σε συνδυασμό με την έλλειψη του Κτηματολογίου μέχρι προσφάτως, οι διενέξεις στα δικαστήρια για δικαιώματα επί ακινήτων είναι πολλές και συνήθως διαρκούν χρόνια. Ένα γεγονός που έφερε επίσης στην επιφάνεια πολλές δικαστικές διαμάχες για ακίνητα τα τελευταία χρόνια είναι και η εισαγωγή του θεσμού του Κτηματολογίου σε πολλές περιοχές της Ελλάδος, όπου οι ιδιοκτήτες ακινήτων καλούνται να δηλώσουν τα εμπράγματα δικαιώματά τους. Κατά την διάρκεια της υποβολής των δηλώσεων αυτών και της ταυτοποίησης των δηλούμενων ακινήτων και τους συσχετισμού τους με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, προκύπτουν πολλές διαφωνίες και συγκρούσεις, διότι συχνά το ίδιο ακίνητο ή μέρος αυτού, διεκδικούν περισσότεροι του ενός ιδιοκτήτες. Όταν συμβεί λοιπόν το απευκταίο, όταν δηλαδή με αφορμή τις δηλώσεις στο Κτηματολόγιο σε μία περιοχή που εντάσσεται στο νέο σύστημα, προκύπτει ότι το ίδιο ακίνητο, ή μέρος αυτού, διεκδικείται από περισσοτέρους, ένας ή περισσότεροι εμπλεκόμενοι καταθέτουν αγωγή στο δικαστήριο για να διεκδικήσουν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου. Το ακίνητο στην αγωγή αυτή πρέπει να περιγράφεται αναλυτικώς και λεπτομερώς κατά θέση, όρια, επιφάνεια, ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων και με άλλα χαρακτηριστικά, ώστε να εξατομικεύεται πλήρως η εδαφική έκταση που αποτελεί το αντικείμενο της δικαστικής διαμάχης και να μπορεί ο αντίδικος να καταλάβει για ποιό συγκεκριμένο τμήμα γης πρόκειται, αλλά και οι δικαστές να μπορούν να αποφασίσουν επί συγκεκριμένων ισχυρισμών. Ειδικώς όταν επίδικο δεν είναι ολόκληρο το ακίνητο, αλλά μέρος ενός ακινήτου, τα δικαστήρια στην Ελλάδα απαιτούν η περιγραφή του διεκδικούμενου τμήματος να είναι πολύ αναλυτική, ώστε να περιλαμβάνει αποτύπωση όχι μόνο του τμήματος που διακδικείται, αλλά και αποτύπωση του μεγαλυτέρου ακινήτου, τμήμα του οποίου είναι το διεκδικούμενο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει στην αγωγή να προσδιορίζεται η θέση του διεκδικούμενου τμήματος εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου, ώστε και ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί έναντι της αγωγής, αλλά και το δικαστήριο να είναι σε θέση να κρίνει το βάσιμο ή μη της αγωγής, από τη μία πλευρά και των ισχυρισμών του εναγομένου, από την άλλη. Στην υπ’ αριθ. 157/2016 απόφασή του το Εφετείο Πατρών, σε υπόθεση που ανέκυψε με αφορμή και την διαδικασία δηλώσεων στο Κτηματολόγιο, απέρριψε ως αόριστη αγωγή που αναφερόταν σε διεκδικούμενα τμήματα ενός ευρυτέρου ακινήτου, διότι η αναφορά στην έκταση (τετραγωνικά μέτρα) εκάστου διεκδικούμενου τμήματος δεν ταυτιζόταν με το συνολικό αίτημα της αγωγής και η περιγραφή γενικώς της θέσης, της επιφάνειας και του σχήματος των διεκδικουμένων τμημάτων εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου, ούτε λεπτομερής ήταν, ούτε σαφής και ορισμένη. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Monday, May 1, 2017

Το DNA δείχνει αν η διαθήκη είναι γνήσια ή πλαστή

Το DNA δείχνει αν η διαθήκη είναι γνήσια ή πλαστή

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*



Οι υποθέσεις αμφισβήτησης της γνησιότητας διαθήκης ή και άλλων εγγράφων, όπως επιταγών, συναλλαγματικών κλπ. είναι πολύ συχνές. Σ΄ αυτές τα δικαστήρια καλούνται να κρίνουν εάν το συγκεκριμένο έγγραφο που έχει νομικές συνέπειες, είναι γνήσιο ή πλαστογραφημένο. Αρκετές είναι οι περιπτώσεις στις οποίες γραφολόγοι ελέγχουν με κάθε λεπτομέρεια την γραφή και την υπογραφή του επιμάχου εγγράφου, π.χ. μίας ιδιόγραφης διαθήκης που έχει προσβληθεί ως πλαστή, αλλά το συμπέρασμα που εξάγει ο καθένας τους είναι διαφορετικό και συχνά αντίθετο με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο άλλος ή οι άλλοι γραφολόγοι, που κλήθηκαν από την πλευρά των αντιδίκων.
Το ερώτημα που ανακύπτει φυσιολογικά είναι πώς είναι δυνατόν δύο ή και περισσότεροι γραφολόγοι, που εξήτασαν εξονυχιστικά το ίδιο έγγραφο, του οποίου η γνησιότητα αμφισβητείται, συγκρίνοντάς το με άλλα γραπτά του φερόμενου ως συντάκτη του, να φθάνουν σε αντίθετα μεταξύ τους συμπεράσματα σε μακροσκελείς γραφολογικές εκθέσεις, στις οποίες αναφέρουν πλήθος λεπτομερειών και χαρακτηριστικών της χάραξης των γραμμάτων, των αριθμών, του τρόπου γραφής, της νευρικότητας του συντάκτη του εγγράφου, της ταχύτητας της γραφής, της πυκνότητας ή μη των λέξεων και πολλών άλλων χαρακτηριστικών του προς εξέταση εγγράφου.
Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, μήνες μετά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του και κρίνει υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης, εάν δηλ. η διαθήκη είναι γνήσια ή πλαστή. Τις περισσότερες φορές ακολουθεί και δίκη σε ανώτερο βαθμό, στο Εφετείο, το οποίο επίσης εκδίδει την απόφασή του, είτε επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση είτε κρίνοντας διαφορετικά.
Η αμφισβήτηση ωστόσο παραμένει στο βάθος του μυαλού κάθε παράγοντα της δίκης, διότι ακόμα και όταν το δικαστήριο κρίνει με τον έναν τρόπο, γνωρίζουμε ότι εκτός από την μία ή τις περισσότερες γραφολογικές εκθέσεις και την πραγματογνωμοσύνη ενδεχομένως που έκριναν υπέρ της μίας άποψης, υπήρξαν ένας ή περισσότεροι γραφολόγοι που είχαν σε μακροσκελείς εκθέσεις τους υποστηρίξει το αντίθετο συμπέρασμα.
Την σχετικά θολή αυτή κατάσταση μπορεί να φωτίσει περισσότερο η νέα τεχνολογία της ανάλυσης του γενετικού υλικού, δηλ. του DNA. Με πολύ απλά λόγια και εντελώς περιληπτικά, η νέα μέθοδος ελέγχει την γνησιότητα του εγγράφου ως εξής: υποτίθεται ότι μία συγκεκριμένη ιδιόγραφη διαθήκη έχει δημοσιευθεί από το δικαστήριο στην Ελλάδα και φέρεται να έχει συνταχθεί από τον Α, που έχει αποβιώσει. Κάποιος που έχει έννομο συμφέρον αμφισβητεί ότι το έγγραφο που εμφανίζεται ως διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον Α και υποστηρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστογραφημένο και δεν πρέπει να ισχύει ως διαθήκη. Οι ειδικοί επιστήμονες εφαρμόζοντας τις αρχές της μοριακής βιολογίες μπορούν να εξετάσουν λεπτομερώς το πρωτότυπο του εγγράφου που έχει κατατεθεί στο δικαστήριο ως διαθήκη και να προσπαθήσουν να εντοπίσουν ίχνη σ’ αυτό από το γενετικό υλικό του Α ή και άλλων προσώπων.
Κατά τον χρόνο σύνταξης του εγγράφου εκείνος που γράφει στο χαρτί, ο συντάκτης δηλ. του εγγράφου αφήνει πάνω στο χαρτί γενετικό υλικό, κυρίως από το χέρι του, όπως ιδρώτας ή και άλλα στοιχεία. Εάν έχουμε δείγμα από το γενετικό υλικό του Α σε αντικείμενα που δεν αμφισβητείται ότι ήταν δικά του, όπως π.χ. ρούχα του, μπορεί να γίνει σύγκριση του DNA που εντοπίζεται σ’ αυτά τα αντικείμενα (δειγματικό υλικό) με το DNA επί του χαρτιού της διαθήκης. Εάν συμπίπτει το DNA μεταξύ δειγμάτων και διαθήκης μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η διαθήκη γράφτηκε και υπεγράφη από τον Α, είναι δηλαδή γνήσια. Η εξέταση συνεπώς μίας διαθήκης που έχει προσβληθεί ως πλαστή, όχι μόνο από γραφολόγους, αλλά πλέον και από επιστήμονες της μοριακής βιολογίας αναφορικώς με το DNA που έχει αποτεθεί στο γραπτό, μπορεί να ανοίξει νέους ορίζοντες στην αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων και να συμβάλλει στην διαμόρφωση ακόμη μεγαλύτερης εμπιστοσύνης στην ορθότητα της τελικής κρίσεως του δικαστηρίου.

 *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος
 είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, 
Master of Laws.



Monday, April 17, 2017

Κληρονομιά εξωτερικού για κάτοικο Ελλάδος

Κληρονομιά εξωτερικού για κάτοικο Ελλάδος


Του Χρήστου Ηλιόπουλου*


Πολλές φορές έχουμε αναφερθεί σε υποθέσεις κληρονομίας, στις οποίες η κληρονομιαία περιουσία βρίσκεται στην Ελλάδα, αναλύοντας τι χρειάζεται να κάνει ο κληρονόμος, είτε είναι κάτοικος Ελλάδος, είτε κάτοικος εξωτερικού, ώστε να λάβει το μερίδιό του. Στο σημείωμα αυτό αναφερόμαστε στις περιπτώσεις όπου η κληρονομιά βρίσκεται στο εξωτερικό και ο κληρονόμος είναι κάτοικος Ελλάδος. Τι πρέπει να κάνει ο κάτοικος Ελλάδος που είναι κληρονόμος περιουσίας που βρίσκεται στο εξωτερικό για να κληρονομήσει; Ιδιαιτέρως δε, υποχρεούται να δηλώσει το κληρονομικό μερίδιο που έλαβε από το εξωτερικό στην εφορία στην Ελλάδα;
Ο κάτοικος Ελλάδος θα κληρονομήσει το μερίδιό του από την κληρονομιά εξωτερικού βάσει του δικαίου της χώρας όπου βρίσκεται η κληρονομιά. Δηλαδή, τα ακίνητα, οι τραπεζικοί λογαριασμοί και ό,τι άλλο στοιχείο περιλαμβάνεται στην περιουσία του προσώπου που απεβίωσε, θα διανεμηθούν στους κληρονόμους κατ’ αρχάς δυνάμει των νόμων που ισχύουν στην χώρα όπου βρίσκονται αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. Αντιστοίχως, αρμόδιοι για να συμβουλεύσουν τον κληρονόμο της Ελλάδας για το ποσοστό του μεριδίου του και για την διαδικασία είναι δικηγόροι, λογιστές και συμβολαιογράφοι της χώρας όπου βρίσκεται η κληρονομία, οι οποίοι γνωρίζουν το νόμο στην χώρα όπου ασκούν το επάγγελμά τους.
Εάν η κληρονομιά εξωτερικού έχει περίπλοκα ζητήματα και υπάρχουν αμφισβητήσεις, διαφωνίες και αντιδικίες μεταξύ των κληρονόμων, ο κληρονόμος Ελλάδος ίσως θα πρέπει να αναθέσει σε δικηγόρο της χώρας του εξωτερικού την εκπροσώπησή του, για να προστατεύσει τα δικαιώματά του και να λάβει όσα δικαιούται. Αν ωστόσο δεν υπάρχει αντιδικία, ή αν ο κληρονόμος Ελλάδος δεν έχει γνώση της κληρονομίας του εξωτερικού και ό,τι περιμένει να λάβει θα είναι απλώς ένα απρόσμενο δώρο το οποίο ποτέ δεν περίμενε και δεν είχε υπολογίσει, τις περισσότερες φορές αυτό που θα κάνει είναι να αναμένει την ολοκλήρωση της κληρονομικής διαδοχής ώστε ένας δικηγόρος από το εξωτερικό, ή ένας συγγενής που ζει εκεί και παρακολουθεί την υπόθεση, να στείλει στον κληρονόμο Ελλάδος το μερίδιό του, αν είναι χρήματα ή ρευστοποιημένα ακίνητα και ο κληρονόμος Ελλάδος να πει ένα μεγάλο “ευχαριστώ” στην καλή του τύχη.  
Το επόμενο ερώτημα όμως για τον κληρονόμο που κατοικεί στην Ελλάδα είναι εάν πρέπει να δηλώσει στην εφορία το κληρονομικό μερίδιο που έλαβε από το εξωτερικό. Εάν μάλιστα έχουν κατατεθεί χρήματα στον τραπεζικό του λογαριασμό στην Ελλάδα από το εξωτερικό, ειδικώς αν το ποσό δεν είναι μικρό, πρέπει να είναι προετοιμασμένος για ερωτήσεις ή και για έλεγχο από την εφορία για την προέλευση των χρημάτων. Ο βασικός νόμος στην Ελλάδα για την φορολόγηση κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών ορίζει ότι ο κάτοικος Ελλάδος, ανεξαρτήτως της υπηκοότητός του, αν δηλαδή είναι Έλληνας ή όχι, πρέπει να δηλώσει το κληρονομικό μερίδιο που έλαβε από το εξωτερικό αν ο κληρονομούμενος (αυτός που απεβίωσε) είχε την ελληνική υπηκοότητα και είχε κινητή περιουσία (τραπεζικές καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα κλπ., έργα τέχνης ή άλλα κινητά αξίας) στο εξωτερικό, από την οποία προήλθε η κληρονομιά.
Σε φόρο κληρονομίας υποβάλλεται και η κινητή περιουσία που ήταν στο εξωτερικό ενός αλλοδαπού υπηκόου, που είχε όμως την κατοικία του στην Ελλάδα. Όμως, αν ο κληρονομούμενος (Έλλην υπήκοος) που άφησε περιουσία (κινητά και χρήματα κλπ.) στο εξωτερικό ήταν κάτοικος εξωτερικού για τουλάχιστον δέκα χρόνια, τότε ο κληρονόμος στην Ελλάδα δεν υποχρεούται να πληρώσει φόρο στην Ελλάδα για την κληρονομιά που έλαβε από το εξωτερικό. Στην απαλλαγή δεν περιλαμβάνονται περιουσίες δημοσίων υπαλλήλων, στρατιωτικών και υπαλλήλων επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Ελλάδα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά εγκαταστάθηκαν στην αλλοδαπή λόγω της ιδιότητός τους αυτής.
Επομένως, αν η κληρονομιά στο εξωτερικό αποτελείτο από ακίνητα, το κληρονομικό μερίδιο του κατοίκου Ελλάδος δεν φορολογείται στην Ελλάδα. Αν το μερίδιο του κατοίκου Ελλάδος φορολογηθεί στην Ελλάδα, σημασία έχει και το αν καταβλήθηκε φόρος στο εξωτερικό και πόσος ήταν αυτός. Επίσης, πάντοτε πρέπει να ερευνούμε τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες κάθε υποθέσεως ξεχωριστά, διότι ακόμα και μία μικρή διαφορά στα πραγματικά περιστατικά μπορεί να δίνει διαφορετικό νομικό αποτέλεσμα από τη μία υπόθεση στην άλλη.
 *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος
 είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, 
Master of Laws.