Tuesday, September 11, 2012
Ειδοποίηση στο εξωτερικό για δίκη στην Ελλάδα του Χρήστου Ηλιόπουλου
Μεγαλώνει συνεχώς ο αριθμός των Ελλήνων ομογενών, αλλά και των αλλοδαπών, που έχουν δικαστικές υποθέσεις στην Ελλάδα. Για να μπορεί να λάβει χώρα στην Ελλάδα μία δίκη σύμφωνα με τις βασικές αρχές της δικονομίας και της προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πρέπει εκείνος που καλείται να παρουσιασθεί σε κάποιο δικαστήριο στην Ελλάδα, να ειδοποιηθεί καταλλήλως και σε χρόνο που θα μπορέσει πληροφορηθεί το αντικείμενο της δίκης ώστε να προετοιμάσει την νομική του υπεράσπιση.
Όταν εκείνος που καλείται να παραστεί σε δικαστήριο στην Ελλάδα διαμένει εκτός Ελλάδος, πρέπει να ειδοποιηθεί εγγράφως στην κατοικία του στο εξωτερικό. Η κοινοποίηση του δικαστηρίου δεν αρκεί να λάβει χώρα με την λεγόμενη «πλασματική επίδοση», δηλαδή την επίδοση του δικογράφου στον Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου στην έδρα του οποίου θα λάβει χώρα η δίκη, ανεξαρτήτως του αν ο διάδικος παρέλαβε στο εξωτερικό τα έγγραφα της δίκης.
Κατά την ισχύουσα και στην Ελλάδα σύμβαση της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965 η επίδοση πρέπει να είναι πραγματική, ώστε να μπορέσει ο διάδικος να λάβει στα χέρια του την αγωγή ή το δικόγραφο που του επιδίδεται, στην κατοικία του στο εξωτερικό και μάλιστα πριν από συγκεκριμένη προθεσμία από την δίκη.
Στην υπ’ αριθ. 223/2012 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών έκρινε υπόθεση διαζυγίου, στην οποία οι διάδικοι είχαν την ελληνική ιθαγένεια και για τον λόγο αυτό το ελληνικό δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να δικάσει την ουσία της υποθέσεως, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι κάποιος εκ των διαδίκων είχε και την υπηκοότητα των ΗΠΑ.
Η σύζυγος είχε κατοικία στην Φλόριντα των ΗΠΑ. Ο σύζυγος της, στο πλαίσιο της επίσπευσης της δίκης στο Εφετείο Αθηνών, της επέδωσε το δικόγραφο της εφέσεως στην κατοικία της στην Φλόριντα, σύμφωνα με τον τρόπο που προβλέπει η δικονομία της Πολιτείας.
Συγκεκριμένα, δικηγόρος της Φλόριντα υπέγραψε ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου στην Φλόριντα ότι ακριβές αντίγραφο της εφέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για συγκεκριμένη δικάσιμο (ημέρα, ώρα, τόπο που βρίσκεται το δικαστήριο στην Αθήνα), επιδόθηκε στην εφεσίβλητη (σύζυγο του επισπεύδοντος την συζήτηση) κατά τις διατυπώσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Φλόριντα, δηλαδή μέσω ταχυδρομικής αποστολής, στην γνωστή κατοικία της στην Φλόριντα.
Αυτό επιτρέπεται και από το δίκαιο της Ελλάδος, στο άρθρο 137 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που ορίζει ότι «η επίδοση σε εκείνους που έχουν τη διαμονή ή την έδρα τους στο εξωτερικό μπορεί να γίνει και με τις διατυπώσεις του αλλοδαπού νόμου, από τα όργανα που αυτός ορίζει».
Εφόσον επομένως η γνωστοποίηση της δίκης έλαβε χώρα στις ΗΠΑ σύμφωνα με το δίκαιο της συγκεκριμένης Πολιτείας στην γνωστή κατοικία της διαδίκου και άρα τεκμαίρεται ότι η σύζυγος έλαβε γνώση της διαδικασίας εφέσεως στο Εφετείο Αθηνών, όταν ήρθε η ημέρα της δίκης και η διάδικος δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, δικάσθηκε ερήμην (in absentia), ως εάν ήτο παρούσα.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.g
Monday, September 3, 2012
Έγκυρη η διαθήκη παρά το βαθύ γήρας του διαθέτη του Χρήστου Ηλιόπουλου
Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.
Ανικανότητα συνεπώς για σύνταξη διαθήκης υπάρχει είτε όταν υφίσταται έλλειψη συνείδησης των πράξεων, δηλ. το πρόσωπο, από αίτιο νοσηρό ή μη, δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της πράξης που επιχειρεί, είτε όταν υπάρχει ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.
Ανικανότητα για διαθήκη είναι δυνατόν να υφίσταται και στην περίπτωση της γεροντικής άνοιας, εάν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης.
Όμως, η απλή νοητική μείωση, που συνοδεύει συχνά τη γήρανση, είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και η απόδειξη της δεν δικαιολογεί από μόνη της ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης.
Στην υπ’ αριθ. 145/2012 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση κατά την οποία ο διαθέτης απεβίωσε σε ηλικία 84 ετών, άγαμος και άτεκνος. Πλησιέστεροι συγγενείς του ήταν δύο ανήψια του, με τα οποία όμως δεν είχε ιδιαίτερα στενές σχέσεις έως τον θάνατό του.
Αντιθέτως, στενές σχέσεις είχε με τον βαφτιστικό του, στον οποίο και τελικώς άφησε με την διαθήκη ολόκληρη την μεγάλης αξίας περιουσία του.
Τα δύο ανήψια, μετά τον θάνατο του θείου τους και την δημοσίευση της διαθήκης δυνάμει της οποίας αυτά δεν ελάμβαναν τίποτα, άσκησαν αγωγή στο δικαστήριο ζητώντας να κηρυχθεί άκυρη η διαθήκη. Ως λόγο ακυρότητος προέβαλαν ότι η διαθήκη ήταν πλαστή, δηλ. ότι δεν την είχε γράψει και υπογράψει ο θείος τους.
Επικουρικώς, ζήτησαν την ακυρότητα της διαθήκης και με τον ισχυρισμό ότι ο διαθέτης θείος τους δεν είχε την χρήση της λογικής κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, όταν ήταν 81 ετών, επειδή έπασχε από γεροντική άνοια και άλλες ασθένειες.
Η αγωγή απερρίφθη από τα δικαστήρια της ουσίας, επειδή τόσο πραγματογνώμων (γραφολόγος) που διορίσθηκε από το αστικό Δικαστήριο, όσο και ο έτερος γραφολόγος που διορίσθηκε από τον ανακριτή στην ποινική για την πλαστογραφία δίκη, έκριναν ότι η διαθήκη δεν ήταν πλαστή, αλλά ότι αντιθέτως είχε γραφεί από το χέρι του διαθέτη, δεδομένου ότι ο διαθέτης ήταν δικηγόρος και αξιοποιήθηκε συγκριτικό υλικό δεκάδων γνησίων εγγράφων του για να συγκριθεί με την γραφή της διαθήκης και ευρέθη όμοιο με αυτήν.
Επίσης, αναφορικώς με τον ισχυρισμό των ανηψιών, που ήθελαν την ακύρωση της διαθήκης, ότι ο θείος τους δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και άρα δεν αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα ώστε να δύναται να συντάξει διαθήκη, τα δικαστήρια έκριναν ότι παρά την προχωρημένη ηλικία του όταν συνέταξε την διαθήκη (ήταν 81 ετών), δεν είχε απωλέσει την χρήση του λογικού.
Διεπιστώθη βεβαίως από ιατρικές γνωματεύσεις ότι δύο ή τρία έτη μετά την σύνταξη της διαθήκης, οι πνευματικές του λειτουργίες είχαν μειωθεί σημαντικά ώστε να κηρυχθεί μάλιστα και σε κατάσταση δικαστικής συμπαραστάσεως, ωστόσο εκρίθη από τα δικαστήρια ότι η χειροτέρευση των πνευματικών του λειτουργιών είχε λάβει χώρα αρκετά μετά την σύνταξη της διαθήκης, όταν ακόμα είχε την χρήση του λογικού.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η απόφαση του Εφετείου, που θεώρησε την διαθήκη γνήσια και όχι πλαστή και τον διαθέτη κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης έχοντα τις πνευματικές του λειτουργίες, ήταν αιτιολογημένη και την επεκύρωσε, με αποτέλεσμα αμετακλήτως η διαθήκη να θεωρηθεί γνήσια και άρα έγκυρη και η κληρονομία να ληφθεί από τον τιμώμενο στην διαθήκη και όχι από τα ανήψια του θανόντος.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Wednesday, July 11, 2012
Αποζημίωση συζύγου από αυτοκινητικό ατύχημα του άλλου συζύγου
Μετά από ένα αυτοκινητικό ατύχημα, ο ζημιωθείς (οδηγός ή και συνεπιβάτης) έχει δικαίωμα να αξιώσει αποζημίωση από τον υπαίτιο του ατυχήματος και από την ασφαλιστική εταιρεία που τον καλύπτει, ή από το Επικουρικό Κεφάλαιο, αν υπάρχει τραυματισμός και αν ο υπαίτιος οδηγούσε ανασφάλιστο όχημα.
Η αποζημίωση περιλαμβάνει τα νοσήλια που κατέβαλε για την αντιμετώπιση των τραυματισμών και των πάσης φύσεως βλαβών της υγείας του, τα φάρμακα και κάθε είδους ιατροφαρμακευτικό υλικό ή βοηθήματα και εξαρτήματα που αναγκάσθηκε να αγοράσει, την απώλεια των εισοδημάτων του για το χρονικό διάστημα που ήταν ανίκανος προς εργασία, αλλά και για τον χρόνο που εδύνατο να εργάζεται με περιορισμένη όμως απόδοση, την απώλεια ή καταστροφή αντικειμένων και την αποκατάσταση των υλικών ζημιών του αυτοκινήτου, την μείωση αξίας του αυτοκινήτου ακόμα και μετά την επισκευή αυτού και την ηθική βλάβη που υπέστη από την ταλαιπωρία και την στεναχώρια από το ατύχημα και τον τραυματισμό.
Αποζημίωση ζητείται επίσης και για ό,τι δαπάνησε για βελτιωμένη τροφή προς ταχύτερη αποκατάσταση της υγείας του, τυχόν δαπάνη οικιακής βοηθού ή νοσοκόμου ή την αξία των προσφερθεισών υπηρεσιών από οικείο πρόσωπο, έστω κι αν αυτό δεν έλαβε χρήματα από τον παθόντα, τις δαπάνες μετακινήσεως για το διάστημα που το αυτοκίνητο του ζημιωθέντος ήταν υπό επισκευή, αλλά και για τον χρόνο που ο παθών δεν μπορούσε να οδηγήσει, την ειδική αποζημίωση του 931 ΑΚ όταν ο παθών έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία που επηρεάζει το μέλλον του και τέλος την αξία των υπηρεσιών που ως σύζυγος ο παθών δεν θα μπορέσει για ένα διάστημα να προσφέρει στον άλλο σύζυγο και στην οικογένεια, όσο διαρκεί η ανικανότητά του.
Σε περίπτωση θανάτου σε αυτοκινητικό δυστύχημα, οι συγγενείς (συζυγος, τέκνα, γονείς, αδελφια, παππούδες, γιαγιάδες, ενώ θείοι και ξαδελφια μονο αν αποδείξουν πολυ στενή σχεση με τον θανόντα) δικαιούνται αποζημίωσης για ψυχική οδύνη και έξοδα κηδείας.
Ενδιαφέρον έχει η υπ΄αριθ. 243/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που μεταξύ άλλων εστίασε στην αποζημίωση που ο σύζυγος του παθόντος μπορεί να αξιώσει, διότι ο άλλος σύζυγος για το διάστημα που παραμένει ανίκανος, δεν μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του, σε εκτέλεση των υποχρεώσεών του προς συμβολή στην λειτουργία του κοινού συζυγικού οίκου, με την παροχή ίδιων προσωπικών υπηρεσιών.
Στην υπόθεση αυτή, ο παθών σε αυτοκινητικό ατύχημα ζήτησε με αγωγή στο δικαστήριο την αποζημίωση που εδικαιούτο για όλους τους ανωτέρω λόγους. Η σύζυγός του, ζήτησε και αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση, επειδή ο σύζυγός της παρέμεινε ανίκανος για ορισμένο χρόνο και δεν μπορούσε να προσφέρει τις εργασίες του στα κτήματα της συζύγου του, πράγμα που περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του στον κοινό συζυγικό οίκο. Εξ αιτίας της αδυναμίας του συζύγου της από τον τραυματισμό του, η σύζυγος δαπάνησε και θα δαπανούσε ποσό 21.000 ευρώ για να προσλάβει εργάτη στα κτήματά της.
Το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα της συζύγου, πράγμα που έκανε και το Εφετείο. Ο Άρειος Πάγος όμως έκρινε ότι τα δύο πρώτα δικαστήρια έσφαλαν κατά την εφαρμογή του νόμου, διότι έπρεπε να μην απορρίψουν το αίτημα της συζύγου για ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω της αδυναμίας του συζύγου της να προσφέρει τις συζυγικές του υπηρεσίες.
Με την απόφασή του ο Άρειος Πάγος ανήρεσε την απόφαση του Εφετείου και την έστειλε πίσω, στο ίδιο Εφετείο, για να δικάσει την υπόθεση με άλλους όμως δικαστές, που θα εφαρμόσουν τον νόμο κατά τον τρόπο που υπέδειξε ο Άρειος Πάγος με την εν λόγω απόφασή του.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Thursday, June 21, 2012
Κάτοικοι εξωτερικού και φορολογητέο εισόδημα στην Ελλάδα του Χρήστου Ηλιόπουλου
Κάτοικοι εξωτερικού και φορολογητέο εισόδημα στην Ελλάδα
Οι κάτοικοι εξωτερικού, δηλαδή οι ομογενείς που δεν έχουν μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα, αλλά σε μία άλλη χώρα, φορολογούνται για το παγκόσμιο εισόδημά τους στην χώρα που κατοικούν, δηλαδή στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία, την Γερμανία ή όπου αλλού ανά τον κόσμο.
Στην Ελλάδα οι κάτοικοι εξωτερικού έχουν υποχρέωση να δηλώνουν μόνο το εισόδημά τους που τυχόν αποκτούν στην Ελλάδα, που μπορεί να προέρχεται από μισθώματα (ενοίκια), από σύνταξη ή άλλη αιτία.
Όσοι, αντιθέτως, έχουν μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα, είναι υποχρεωμένοι να δηλώνουν στην Ελληνική εφορία το παγκόσμιο εισόδημά τους, δηλαδή το εισόδημα που αποκτούν όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου.
Η βασική αρχή που ισχύει στην περίπτωση αυτή είναι ότι ο κάτοικος Ελλάδος θα φορολογηθεί στην Ελλάδα τόσο για το ελληνικό όσο και για το στην αλλοδαπή κτηθέν εισόδημά του. Αν όμως έχει αποδεικτικά ότι για το εισόδημά του σε άλλη χώρα έχει καταβάλει εκεί φόρο εισοδήματος, το ποσό που κατέβαλε εκεί θα εκπέσει του φόρου που θα κληθεί να καταβάλει στην Ελλάδα, υπό την επιφύλαξη διμερών συνθηκών αποφυγής διπλής φορολογίας και λοιπών συμβάσεων που ισχύουν με κάθε χώρα.
Σύμφωνα με εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών, θα ενταθούν οι έλεγχοι για να διαπιστώνεται εάν κάποιος είναι κάτοικος εξωτερικού ή Ελλάδος και στην τελευταία περίπτωση, θα επιβάλλεται υποχρεώση φορολογήσεως του παγκοσμίου εισοδήματος.
Ως συνήθης θεωρείται η διαμονή στην Ελλάδα, η οποία υπερβαίνει τις 183 ημέρες συνολικώς μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Η δε διαμονή τεκμαίρεται ως συνήθης, εκτός εάν ο φορολογούμενος αποδείξει διαφορετικά. Τα φυσικά πρόσωπα που δεν είναι ούτε κάτοικοι Ελλάδας, ούτε συνήθως διαμένοντες στην Ελλάδα, φορολογούνται για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα. Επομένως, ο κάτοικος ή συνήθως διαμένων στην Ελλάδα φορολογείται για το σύνολο των εισοδημάτων που αποκτά, τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, ενώ ο κάτοικος αλλοδαπής φορολογείται στην Ελλάδα μόνο για το εισόδημα που αποκτά από πηγές Ελλάδος.
Κατά τον Ελληνικό Αστικό Κώδικα το πρόσωπο έχει ως κατοικία τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασής του. Κανένας δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μία κατοικίες. Η δε κατοικία διατηρείται ωσότου αποκτηθεί νέα. Αν δεν μπορεί να αποδειχθεί η κατοικία του προσώπου, ως κατοικία θεωρείται ο τόπος της διαμονής του.
Κατά την εγκύκλιο, τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία δηλώνουν ότι υπόκεινται σε φόρο μόνο για το εισόδημά τους που προκύπτει στην Ελλάδα, (είναι δηλ. κάτοικοι εξωτερικού) είναι υποχρεωμένα να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά που θα προσδιορίζονται με υπουργική απόφαση. Η μη υποβολή τους ή η εκπρόθεσμη υποβολή τους συνεπάγεται ότι θα θεωρούνται κάτοικοι Ελλάδος και θα φορολογούνται στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημά τους.
Αν ο υπόχρεος σε δήλωση μεταφέρει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του εκτός Ελλάδος, θα συνεχίσει να υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα, για το παγκόσμιο εισόδημά του, για χρονικό διάστημα πέντε ετών, το οποίο αρχίζει από την υποβολή της δήλωσης μεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Wednesday, June 13, 2012
Άτυπη μεταβίβαση ακινήτου χωρίς συμβόλαιο του Χρήστου Ηλιόπουλου
Είναι βασική αρχή του ελληνικού δικαίου ότι για να αποκτήσει κάποιος ακίνητο στην Ελλάδα πρέπει να συνταχθεί και υπογραφεί συμβόλαιο σε συμβολαιογράφο, το οποίο ακολούθως πρέπει να μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο ή στο κτηματολογικό γραφείο.
Εξαίρεση της υποχρεωτικής μεταβίβασης ακινήτου μόνο με συμβόλαιο είναι η χρησικτησία, στην οποία η κυριότητα ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί μετά από εικοσαετή χρήση του (έκτακτη χρησικτησία), έστω κι αν δεν υπογραφεί και μεταγραφεί συμβόλαιο, εφόσον αποδειχθεί ότι η μακροχρόνια χρήση άνω των είκοσι ετών ήταν με την πεποίθηση της κτήσεως κυριότητος.
Στην υπ’αριθ. 621/2004 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία κατά τα έτη 1944 και 1965 έλαβαν χώρα άτυπες μεταβιβάσεις της νομής ενός ακινήτου στην Κερασίτσα Αρκαδίας. Συγκεκριμένα, το ακίνητο που ήταν οικόπεδο με κτίσμα, ανήκε αρχικώς στον πατέρα, ο οποίος το μεταβίβασε (δώρησε) διά λόγου και όχι με συμβόλαιο στην σύζυγό του το 1944, λίγο πριν αποβιώσει.
Επομένως, μετά τον θάνατό του το ακίνητο δεν περιελήφθη στην κληρονομία του, διότι το είχε δωρήσει στην γυναίκα του, άρα οι κληρονόμοι του (γυναίκα και παιδιά του) δεν το κληρονόμησαν, αλλά αυτό είχε περιέλθει κατά τη νομή του στην γυναίκα του και μόνο.
Σημειώνεται ότι ενώ για την μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, για την μεταβίβαση της νομής αρκεί και άτυπη πράξη, χωρίς συμβόλαιο.
Η μητέρα (σύζυγος του αρχικού κυρίου) κράτησε το ακίνητο αυτό από το 1944 έως το 1965, δηλαδή για χρονικό διάστημα πάνω από 20 χρόνια, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι το 1964 απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία.
Το 1965 η μητέρα δώρησε ατύπως πάλι, χωρίς συμβόλαιο, το ακίνητο στην μία κόρη της, η οποία αν και ζούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, το κράτησε ως δικό της, είτε με δικές της ενέργειες απ’αυτού, είτε με ενέργιες συγγενών της, κατόπιν όμως δικών της οδηγιών.
Το 1992 ένας αδελφός της κόρης εισήλθε στο ακίνητο και το κατέλαβε, υποστηρίζοντας ότι είναι δικό του. Ο κόρη που το είχε λάβει με άτυπη δωρεά από την μητέρα της το 1965, άσκησε αγωγή στο Πρωτοδικείο Τριπόλεως, το οποίο την δικαίωσε, με το αιτιολογικό ότι η μητέρα είχε γίνει κυρία του ακινήτου με νομή αυτού για πάνω από 20 χρόνια (1944 έως 1965), ενώ η κόρη είχε γίνει κυρία αυτού επίσης με χρησικτησία, με άσκηση νομής για πάνω από 20 έτη, από το 1965 που της το δώρησε ατύπως η μητέρα της, μέχρι το 1992, όταν ο αδελφός της το κατέλαβε αποβάλλοντάς την από τη νομή.
Ο ηττηθείς διάδικος άσκησε έφεση, αλλά και το Εφετείο Ναυπλίου έκρινε με τον ίδιο τρόπο, δικαιώνοντας την κόρη. Ο αντίδικος άσκησε αναίρεση στον Άρειο Πάγο, ο οποίος επικύρωσε τις αποφάσεις των δύο πρώτων δικαστηρίων, διότι έκρινε ότι για την μεταβίβαση της νομής (από τον σύζυγο προς την σύζυγό του το 1944 και από την μητέρα στην κόρη το 1965), δεν ήταν αναγκαία η σύνταξη συμβολαίου.
Επίσης έκρινε ότι ισχύει μεν ο κανόνας ότι για την κτήση κυριότητος μεταξύ συγκυρίων απαιτείται όχι απλή άσκηση νομής αλλά και γνωστοποίηση προς τον συγκύριο περί της ενάρξεως ασκήσεως αποκλειστικής νομής, αλλά ότι αυτός ο κανόνας δεν ισχύει όταν δεν έχει σχηματισθεί κληρονομία και συγκυριότητα επί ενός εκινήτου.
Αυτό συνέβη και στην ανωτέρω υπόθεση, όπου ο πατέρας το 1944 είχε μεταβιβάσει τη νομή του ακινήτου στην σύζυγό του και έτσι όταν αργότερα ο πατέρας απεβίωσε, το συγκεκριμένο ακίνητο δεν ήταν μέρος της κληρονομίας του για να κληρονομηθεί από σύζυγο και τέκνα του και να σχηματισθεί συγκυριότητα, αλλά ανήκε κατά τη νομή ολόκληρο στην σύζυγό του και μόνο, η οποία όταν μετά είκοσι έτη κατέστη κυρία αυτού, εδύνατο να μεταβιβάσει με την σειρά της ατύπως τη νομή στην κόρη της, ώστε εφόσον κι εκείνη ασκούσε νομή επί είκοσι τουλάχιστον έτη, θα μπορούσε, όπως και τελικώς έγινε, να καταστεί κυρία αυτού με χρησικτησία.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Thursday, June 7, 2012
Άρνηση οικοπεδούχου να μεταβιβάσει διαμέρισμα στον εργολάβο του Χρήστου Ηλιόπουλου
Η «αντιπαροχή» είναι θεσμός και πρακτική που λειτουργεί στην Ελλάδα επί δεκαετίες. Κατά την σύμβαση της αντιπαροχής ο οικοπεδούχος, αν δεν διαθέτει χρήματα για να ανοικοδομήσει το οικόπεδό του, συμφωνεί με τον εργολάβο να του κτίσει εκείνος χωρίς χρήματα την οικοδομή (συνήθως πολυκατοικία, ή κατοικίες στο ίδιο οικόπεδο) και ο οικοπεδούχος ως αντάλλαγμα μεταβιβάζει στον εργολάβο μέρος των διαμερισμάτων ή των κατοικιών που κτίζονται, ώστε ο εργολάβος να τα πουλήσει και να βγάλει τα έξοδα και το κέρδος του.
Με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο (ανέγερση της πολυκατοικίας ή των κατοικιών) και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, (δηλαδή την μεταβίβαση π.χ. των έξι από τα δέκα διαμερίσματα στον εργολάβο, ώστε αυτά να πωληθούν σε τρίτους και ο εργολάβος να λάβει τα χρήματα από τις πωλήσεις).
Η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου. Αν η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνουν τμηματικώς, η αμοιβή καταβάλλεται μόλις γίνει η παράδοση κάθε τμήματος.
Μπορεί δηλ. να έχει συμφωνηθεί ότι ο οικοπεδούχος θα μεταβιβάσει στον εργολάβο συνολικώς έξι από τα δέκα διαμερίσματα, που αντιστοιχούν σε 600 χιλιοστά επί του οικοπέδου και η μεταβίβαση των πρώτων 300 χιλιοστών θα γίνει όταν ο εργολάβος κατασκευάσει συγκεκριμένο τμήμα του έργου, των υπολοίπων 200 χιλιοστών, όταν ο εργολάβος κατασκευάσει και παραδώσει ένα επόμενο τμήμα του έργου, ενώ τα τελευταία 100 χιλιοστά θα μεταβιβασθούν από τον οικοπεδούχο με την ολοκλήρωση και των κοινοχρήστων χώρων, κλιμακοστασίου, υπογείων, περιβάλλοντος χώρου κλπ.
Στην υπ’ αριθ. 183/2011 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η αμοιβή του εργοδότη προς τον εργολάβο μπορεί να συμφωνηθεί, είτε σε χρήματα, είτε σε παροχή οποιουδήποτε είδους και συνεπώς και σε υπόσχεση μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου πράγματος, όπως αυτό μπορεί να συμβεί επί συμβάσεως, κατά την οποία ο κύριος του οικοπέδου (εργοδότης) αναθέτει σε άλλον (εργολάβο) την ανέγερση πάνω σ' αυτό πολυκατοικίας με την συμφωνία ότι θα διατηρήσει την κυριότητα ορισμένου ποσοστού εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και θα μεταβιβάσει λόγω αμοιβής στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που θα του υποδείξει αυτός, τα υπόλοιπα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με τα αντίστοιχα διαμερίσματα ή άλλης φύσεως αυτοτελείς οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες.
Καταβάλλεται δε η αμοιβή κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου γίνεται τμηματικά, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος. Έτσι στην τελευταία αυτή περίπτωση, αν ο εργοδότης – οικοπεδούχος δεν του μεταβιβάζει και τα τελευταία υπολειπόμενα ποσοστά, ο εργολάβος έχει δικαίωμα να διεκδικήσει την αμοιβή του, επικαλούμενος την αποπεράτωση και παράδοση του έργου, με την επιδίωξη της μεταβίβασης με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, κατά κυριότητα σ' αυτόν των υποσχεθέντων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου πάνω στο οποίο ανεγέρθηκαν οι αυτοτελείς οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες.
Στην συγκεκριμένη υπόθεση ο εργολάβος ανέλαβε να ανεγείρει την οικοδομή και να λάβει ως αντάλλαγμα τα 640 χιλιοστά του οικοπέδου, που αντιστοιχούσαν σε ορισμένα διαμερίσματα, μαζί με αποθήκες και χώρους σταθμεύσεως. Ο εργολάβος εκτέλεσε πράγματι το έργο και ανήγειρε την πολυκατοικία, ο οικοπεδούχος του μεταβίβασε τμηματικώς τα περισσότερα από τα διαμερίσματα, όπως είχαν συμφωνήσει, στο τέλος όμως του έργου δεν του μεταβίβαζε τα τελευταία 48 χιλιοστά, που αντιστοιχούσαν σε ένα διαμέρισμα και μία αποθήκη με θέση σταθμεύσεως, διότι ο εργολάβος είχε παραδώσει το έργο με κάποιες παραλείψεις, οι οποίες όμως αν και υπαρκτές, όπως κρίθηκε, δεν ήταν τόσο ουσιώδεις ώστε να θεωρείται ότι ο εργολάβος δεν παρέδωσε αυτό που είχε υποσχεθεί, αλλά κάτι διαφορετικό.
Τελικώς, τόσο τα δύο πρώτα δικαστήρια της ουσίας, όσο και ο Άρειος Πάγος έκριναν ότι ο οικοπεδούχος για αυτού του είδους τις παραλείψεις εκ μέρους του εργολάβου, δεν εδικαιούτο να παρακρατά την κυριότητα του διαμερίσματος με αποθήκη και θέση σταθμεύσεως, ήτοι τα 48 χιλιοστά και υποχρεώθηκε σε δήλωση βουλήσεως, δηλαδή ουσιαστικώς σε μεταβίβαση με συμβόλαιο των τελευταίων αυτών 48 χιλιοστών, ακόμα κι αν ο ίδιος ο οικοπεδούχος δεν ερχόταν να υπογράψει την μεταβίβαση.
Τα δικαστήρια έκριναν ότι για τις παραλείψεις του εργολάβου ο οικοπεδούχος εδικαιούτο να ζητήσει μείωση του εργολαβικού ανταλλάγματος ή αποζημίωση, ωστόσο κατά τον κρίσιμο χρόνο των δικαστηρίων δεν το ζήτησε με τον τρόπο που έπρεπε με αποτέλεσμα να μην δικαιούται αργότερα να αρνηθεί την μεταβίβαση προς τον εργολάβο και του τελευταίου τμήματος της εργολαβικής αμοιβής.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Monday, May 28, 2012
Ιδιόγραφος διαθήκη μόνο με το χέρι του διαθέτη του Χρήστου Ηλιόπουλου
Κάποιος που διαθέτει μικρή ή μεγάλη περιουσία μπορεί να αισθανθεί την ανάγκη να συντάξει διαθήκη, διότι επιθυμεί να ρυθμίσει τα κληρονομικά του κατά τρόπο λίγο ή περισσότερο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει η εξ αδιαθέτου διαδοχή, δηλαδή όταν δεν υπάρχει διαθήκη.
Μπορεί δηλαδή αυτός που έχει την περιουσία να έχει δεύτερη σύζυγο και τέκνα από τον πρώτο του γάμο και να επιθυμεί να ρυθμίσει τα της κληρονομίας του με σαφή τρόπο, ώστε να μην προκύψουν παρεξηγήσεις ή διαφωνίες μεταξύ των κληρονόμων του.
Άλλη περίπτωση είναι να θέλει να διανείμει τα περιουσιακά του στοιχεία, δίδοντας συγκεκριμένο ακίνητο ή κινητό πράγμα σε κάθε έναν από τους συγγενείς του (τέκνα, σύζυγο, αδέλφια του κλπ.), ώστε έκαστος να λάβει το 100% ενός συγκεκριμένου πράγματος για να μην προκύψει συγκυριότητα σε ποσοστά εξ αδιαιρέτου μεταξύ περισσοτέρων κληρονόμων στο ίδιο περιουσιακό στοιχείο, κατάσταση που εγκυμονεί κίνδυνο ερίδων και ίσως δικαστικής διαμάχης.
Μία επιλογή που έχει ο διαθέτης είναι να συντάξει δημόσια διαθήκη σε συμβολαιογράφο στην Ελλάδα, ή κατά τους νόμους του τόπου όπου ζει, π.χ. κατά τους νόμους του Καναδά, των ΗΠΑ, της Αυστραλίας κλπ.
Μία άλλη επιλογή που έχει είναι να πιάσει στυλό και χαρτί για να συντάξει ο ίδιος την διαθήκη του. Αυτονόητο είναι ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων που ο διαθέτης δεν έχει νομικές γνώσεις, σοφότερη επιλογή είναι να απευθυνθεί σε έλληνα νομικό, να του εκθέσει τα περιουσιακά του και τους συγγενείς του, αλλά και πώς επιθυμεί να διανείμει την περιουσία του και ο νομικός του σύμβουλος να του δώσει αναλυτική συμβουλή για το κείμενο της διαθήκης, αφού του εξηγήσει τις συνέπειες των διατάξεων της προς σύνταξη ιδιογράφου διαθήκης.
Αφού λοιπόν ο διαθέτης έχει στην διάθεσή του το κείμενο της διαθήκης που θέλει να αφήσει, πρέπει να το αντιγράψει σε ένα λευκό χαρτί, ο ίδιος με το δικό του χέρι, να θέσει την ακριβή χρονολογία (ημέρα, μήνα, έτος), κατά την οποία συντάσσει την διαθήκη αυτή, να γράψει αν θέλει και τον τόπο στον οποίο την συντάσσει και στο τέλος του κειμένου να θέσει οπωσδήποτε την υπογραφή και το όνομά του.
Μόνο η διαθήκη που έχει εξ ολοκλήρου γραφτεί από το χέρι του διαθέτη, έχει ακριβή χρονολογία και στο τέλος της έχει την υπογραφή του, μπορεί να ισχύσει ως έγκυρη ιδιόγραφη διαθήκη. Εάν το κείμενο έχει γραφτεί από άλλον και απλώς στο τέλος ο διαθέτης έχει βάλει την υπογραφή του, δεν θα ισχύσει στην Ελλάδα ως ιδιόγραφη διαθήκη, δηλαδή η διαθήκη θα κριθεί άκυρη και δεν θα επιφέρει νομικό αποτέλεσμα.
Αυτό επιβεβαίωσε για μία ακόμη φορά η υπ’ αριθ. 93/2011 απόφαση του Γ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου, που επανέλαβε το νόμο που ισχύει στην Ελλάδα «ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη, αλλά με το χέρι άλλου προσώπου, είναι άκυρη».
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Subscribe to:
Posts (Atom)