Τα δικαστήρια στην Ελλάδα είναι όργανα του ελληνικού κράτους, αποτελούντα μάλιστα μία εκ των τριών βασικών λειτουργιών, δηλαδή της δικαστικής εξουσίας, η οποία είναι, ή πρέπει να είναι, ανεξάρτητη από τις άλλες δύο, δηλ. την εκτελεστική (κυβέρνηση – διοίκηση) και τη νομοθετική (κοινοβούλιο).
Τα δικαστήρια δικάζουν με βάση νόμους, ισχυρισμούς και αποδείξεις, οι οποίες, όταν είναι έγγραφα, πρέπει να προσκομίζονται μόνο στην ελληνική γλώσσα. Εάν το πρωτότυπο έγγραφο έχει συνταχθεί σε άλλη γλώσσα, για να ληφθεί υπόψιν από το δικαστήριο πρέπει να έχει επισήμως μεταφρασθεί στην ελληνική.
Επίσημη μετάφραση γίνεται είτε από δικηγόρο Ελλάδος, που γνωρίζει την ξένη γλώσσα στην οποία έχει συνταχθεί πρωτοτύπως το έγγραφο, είτε από την μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, είτε από επίσημο μεταφραστή στο εξωτερικό, αφού όμως η μετάφρασή του έχει επικυρωθεί από Προξενείο της Ελλάδος σε χώρα του εξωτερικού.
Για να λάβει χώρα η συζήτηση μίας υπόθεσης ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου πρέπει είτε άπαντες οι διάδικοι να παρίστανται, είτε εκείνος που δεν παρίσταται να έχει κλητευθεί νομίμως, δηλαδή με επίσημη κοινοποίηση του δικογράφου στην κατοικία του. Εάν δεν έχει γίνει νόμιμη και εμπρόθεσμη κοινοποίηση της δίκης στον αντίδικο και αυτός δεν παρίσταται, τότε η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ενώ εάν έχει γίνει η νόμιμη κοινοποίηση και παρά ταύτα ο αντίδικος δεν παρίσταται, τότε η δίκη προχωρά κανονικά και ο μη εμφανιζόμενος διάδικος δικάζεται ερήμην (in absence, in absentia).
Όταν ο εναγόμενος κατοικεί στο εξωτερικό, η επίδοση πρέπει να γίνεται όχι μόνο σύμφωνα με το εσωτερικό ελληνικό δίκαιο, αλλά και σύμφωνα με διεθνείς συμβάσεις, που έχει κυρώσει η Ελλάδα. Για την νόμιμη επίδοση στο εξωτερικό δεν αρκεί δηλαδή απλώς η επίδοση στον Εισαγγελέα, κατά το άρθρο 136 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αλλά απαιτείται και πραγματική επίδοση στο εξωτερικό, είτε σύμφωνα με την Σύμβαση της Χάγης, είτε σύμφωνα με τον Κανονισμό 1348/2000 του Συμβουλίου για τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Το αν έχει επιδοθεί η αγωγή στο εξωτερικό, τον χρόνο της επιδόσεως και τις συνθήκες αυτής, αν δηλαδή την παρέλαβε ο ίδιος ο εναγόμενος ή κάποιος συγγενής, οικείος ή φίλος του, ή εάν δεν ευρέθη ο εναγόμενος στην διεύθυνσή του στην χώρα του εξωτερικού, βεβαιώνεται με σχετικό έγγραφο της ξένης χώρας, που προσκομίζεται ενώπιον του ελληνικού δικαστηρίου σε νόμιμη μετάφραση. Εάν δεν προσκομισθεί σε νόμιμη μετάφραση, το έγγραφο δεν λαμβάνεται υπόψιν και η αγωγή θεωρείται ότι δεν επιδόθηκε στην αλλοδαπή, παρά το γεγονός ότι η αγωγή έχει επιδοθεί και το έγγραφο που το αποδεικνύει στην ξένη γλώσσα υπάρχει στον φάκελλο του δικαστηρίου.
Στην υπ’ αριθ. 154/2008 απόφασή του ο Άρειος Πάγος απέρριψε ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως, επειδή ο αναιρεσίβλητος, κάτοικος Γερμανίας σε γνωστή διεύθυνση, δεν εμφανίσθηκε στον Άρειο Πάγο κατά την συζήτηση της υποθέσεως. Στην δικογραφία υπήρχε έγγραφο των αρμοδίων γερμανικών αρχών περί της κοινοποιήσεως της δίκης στον αναιρεσίβλητο, το έγγραφο όμως αυτό δεν ήταν νομίμως μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, με αποτέλεσμα ο Άρειος Πάγος να μην δύναται να το λάβει υπόψιν και η αναίρεση να απορριφθεί, λόγω μη προσήκουσας κοινοποιήσεως της δίκης στον αντίδικο που ήταν κάτοικος Γερμανίας.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Sunday, March 20, 2011
Sunday, March 13, 2011
Διάρκεια και λήξη εμπορικής μίσθωσης του Χρήστου Ηλιόπουλου
Εμπορική είναι η μίσθωση ακινήτου στην Ελλάδα όταν ο μισθωτής (ενοικιαστής) το χρησιμοποιεί για εμπορία ή γενικώς για επαγγελματική δραστηριότητα, σε αντιδιαστολή με την μίσθωση κατοικίας, όπου ο μισθωτής χρησιμοποιεί το μίσθιο για κατοικία.
Η ελάχιστη διάρκεια της εμπορικής – επαγγελματικής μισθώσεως είναι δώδεκα έτη. Ακόμα κι αν ιδιοκτήτης και ενοικιαστής γράψουν στο συμβόλαιο ότι η μίσθωση θα έχει διάρκεια μικρότερη των δώδεκα ετών, ο μισθωτής (ενοικιαστής) δικαιούται να κάνει χρήση το μισθίου δώδεκα έτη κατ’ ελάχιστον, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τηρεί το σύνολο των υποχρεώσεών του από την σύμβαση, δηλ. καταβάλλει εμπροθέσμως το μίσθωμα, διατηρεί το μίσθιο σε καλή κατάσταση, δεν παραβιάζει το νόμο ως προς τις σχέσεις του με τους γείτονες, το κράτος κλπ.
Όταν ο ιδιοκτήτης ζητήσει την απόδοση του μισθίου λόγω παρόδου της δωδεκαετίας, υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτή ποσό ίσο με 24 μισθώματα. Αυτό καταβάλλεται για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας του μισθίου, διότι ο μισθωτής έχει δημιουργήσει κατά τα 12 έτη λειτουργίας του καταστήματός του μία φήμη, πελατεία και εμπορική δραστηριότητα, την οποία ο ιδιοκτήτης μπορεί να εκμεταλλευθεί με το να εκμισθώσει το κατάστημά του σε καινούργιο μισθωτή με το ίδιο ή παραπλήσιο εμπορικό αντικείμενο.
Για να λήξει η μίσθωση στα δώδεκα έτη πρέπει ο ιδιοκτήτης, εντός προθεσμίας εννέα μηνών από την συμπλήρωση της δωδεκαετίας, να ασκήσει στο δικαστήριο αγωγή αποδόσεως του μισθίου, οπότε με την άσκηση και μόνο της αγωγής (κατάθεση στο δικαστήριο αγωγής και επίδοση αυτής με δικαστικό επιμελητή στον μισθωτή), η μίσθωση λήγει και ο μισθωτής υποχρεούται να αποδώσει το κατάστημα στον ιδιοκτήτη, δικαιούται όμως να λάβει ποσό 24 μισθωμάτων από τον τελευταίο.
Για να λήξει η μίσθωση στα δώδεκα έτη αρκεί η άσκηση της αγωγής και δεν απαιτείται να περιμένουμε να εκδοθεί η δικαστική απόφαση, ενώ η εν λόγω αγωγή μπορεί να ασκηθεί προληπτικώς και πριν την συμπλήρωση των δώδεκα ετών, αλλά πάντως ποτέ μετά την πάροδο της εννεάμηνης προθεσμίας, όπως έκρινε ο Άρειος Πάγος στην υπ΄αριθ. 288/2010 απόφασή του.
Η ελάχιστη διάρκεια της μισθώσεως παρατείνεται αυτομάτως από τα δώδεκα στα δεκαέξι έτη, εφόσον μετά την πάροδο εννέα μηνών από την συμπλήρωση των δώδεκα ετών ο ιδιοκτήτης – εκμισθωτής δεν ασκήσει αγωγή κατά του μισθωτή – ενοικιαστή με την οποία θα του ζητάει να ελευθερώσει το μίσθιο λόγω λήξεως της μισθώσεως.
Μετά την άπρακτη πάροδο του εννεαμήνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για τέσσερα (4) χρόνια, μετά δε την λήξη της τετραετίας δεν οφείλεται το ποσό των 24 μισθωμάτων. Επομένως μετά την συμπλήρωση 16 συνολικώς ετών παραμονής του μισθωτή – ενοικιαστή στο μίσθιο, ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου χωρίς να υποχρεούται πλέον να του καταβάλει τα 24 μισθώματα, όπως υποχρεούται να κάνει όταν ζητήσει την απόδοση του μισθίου με την συμπλήρωση των 12 ετών.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Η ελάχιστη διάρκεια της εμπορικής – επαγγελματικής μισθώσεως είναι δώδεκα έτη. Ακόμα κι αν ιδιοκτήτης και ενοικιαστής γράψουν στο συμβόλαιο ότι η μίσθωση θα έχει διάρκεια μικρότερη των δώδεκα ετών, ο μισθωτής (ενοικιαστής) δικαιούται να κάνει χρήση το μισθίου δώδεκα έτη κατ’ ελάχιστον, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τηρεί το σύνολο των υποχρεώσεών του από την σύμβαση, δηλ. καταβάλλει εμπροθέσμως το μίσθωμα, διατηρεί το μίσθιο σε καλή κατάσταση, δεν παραβιάζει το νόμο ως προς τις σχέσεις του με τους γείτονες, το κράτος κλπ.
Όταν ο ιδιοκτήτης ζητήσει την απόδοση του μισθίου λόγω παρόδου της δωδεκαετίας, υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτή ποσό ίσο με 24 μισθώματα. Αυτό καταβάλλεται για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας του μισθίου, διότι ο μισθωτής έχει δημιουργήσει κατά τα 12 έτη λειτουργίας του καταστήματός του μία φήμη, πελατεία και εμπορική δραστηριότητα, την οποία ο ιδιοκτήτης μπορεί να εκμεταλλευθεί με το να εκμισθώσει το κατάστημά του σε καινούργιο μισθωτή με το ίδιο ή παραπλήσιο εμπορικό αντικείμενο.
Για να λήξει η μίσθωση στα δώδεκα έτη πρέπει ο ιδιοκτήτης, εντός προθεσμίας εννέα μηνών από την συμπλήρωση της δωδεκαετίας, να ασκήσει στο δικαστήριο αγωγή αποδόσεως του μισθίου, οπότε με την άσκηση και μόνο της αγωγής (κατάθεση στο δικαστήριο αγωγής και επίδοση αυτής με δικαστικό επιμελητή στον μισθωτή), η μίσθωση λήγει και ο μισθωτής υποχρεούται να αποδώσει το κατάστημα στον ιδιοκτήτη, δικαιούται όμως να λάβει ποσό 24 μισθωμάτων από τον τελευταίο.
Για να λήξει η μίσθωση στα δώδεκα έτη αρκεί η άσκηση της αγωγής και δεν απαιτείται να περιμένουμε να εκδοθεί η δικαστική απόφαση, ενώ η εν λόγω αγωγή μπορεί να ασκηθεί προληπτικώς και πριν την συμπλήρωση των δώδεκα ετών, αλλά πάντως ποτέ μετά την πάροδο της εννεάμηνης προθεσμίας, όπως έκρινε ο Άρειος Πάγος στην υπ΄αριθ. 288/2010 απόφασή του.
Η ελάχιστη διάρκεια της μισθώσεως παρατείνεται αυτομάτως από τα δώδεκα στα δεκαέξι έτη, εφόσον μετά την πάροδο εννέα μηνών από την συμπλήρωση των δώδεκα ετών ο ιδιοκτήτης – εκμισθωτής δεν ασκήσει αγωγή κατά του μισθωτή – ενοικιαστή με την οποία θα του ζητάει να ελευθερώσει το μίσθιο λόγω λήξεως της μισθώσεως.
Μετά την άπρακτη πάροδο του εννεαμήνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για τέσσερα (4) χρόνια, μετά δε την λήξη της τετραετίας δεν οφείλεται το ποσό των 24 μισθωμάτων. Επομένως μετά την συμπλήρωση 16 συνολικώς ετών παραμονής του μισθωτή – ενοικιαστή στο μίσθιο, ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου χωρίς να υποχρεούται πλέον να του καταβάλει τα 24 μισθώματα, όπως υποχρεούται να κάνει όταν ζητήσει την απόδοση του μισθίου με την συμπλήρωση των 12 ετών.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Tuesday, March 1, 2011
Μεταβίβαση και διανομή αυθαιρέτου του Χρήστου Ηλιόπουλου
Η ανέγερση αυθαιρέτων είναι στην Ελλάδα μία εκτεταμένη πρακτική, κατά της οποίας το κράτος έχει στραφεί με πολλούς νόμους, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Συνέπεια της αδυναμίας του κράτους να ελέγξει την αυθαίρετη δόμηση είναι η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η άναρχη διαμόρφωση πόλεων και χωριών και η εξοικείωση μεγάλου μέρους των πολιτών με την καταστρατήγηση των νόμων και την αντικοινωνική συμπεριφορά, αφού το βραχυχρόνιο ατομικό συμφέρον υπερισχύει του μακροχρόνιου σχεδιασμού και την προστασίας του γενικού καλού.
Με τον νόμο 1337/1983 απαγορεύθηκε η μεταβίβαση αυθαιρέτων με στόχο να καταστήσουμε ουσιαστικώς μη εμπορεύσιμο ένα αυθαίρετο, εάν αυτό δεν μπορεί να μεταβιβασθεί νομικά. Ο στόχος έχει εν μέρει επιτευχθεί, διότι μετά την ισχύ του εν λόγω νόμου το οικόπεδο/αγροτεμάχιο στο οποίο βρίσκεται το αυθαίρετο μπορεί να μεταβιβασθεί μόνο με κληρονομιά και πάλι χωρίς επίσημη δήλωση του κτίσματος στην εφορία και στο συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας.
Συχνά επιχειρείται η μεταβίβαση αυθαιρέτων κτισμάτων με πώληση ή γονική παροχή, χωρίς την απεικόνιση του αυθαιρέτου στο επισυναπτόμενο στο συμβόλαιο τοπογραφικό, με κίνδυνο όμως όλων των εμπλεκομένων να παραπεμφθούν για σωρεία ποινικών αδικημάτων, αφού υπογράφουν ψευδώς ότι μεταβιβάζεται «γυμνό» οικόπεδο, ενώ γνωρίζουν ότι υπάρχει και κτίσμα, το οποίο αποκρύπτεται από το τοπογραφικό (ευθύνη μηχανικού) και από το συμβόλαιο (ευθύνη αγοραστή και πωλητή, ενώ ο συμβολαιογράφος επισήμως δεν γνωρίζει).
Ειδικώτερη περίπτωση απαγορεύσεως μεταβιβάσεως αυθαιρέτου αποτελεί η αγωγή διανομής ακινήτου στο οποίο υφίσταται αυθαίρετη οικοδομή. Εδώ το δικαστήριο καλείται να διανείμει αυτουσίως ή να διατάξει την πώληση σε πλειστηριασμό ενός ακινήτου που ανήκει σε περισσοτέρους του ενός, το οποίο όμως είναι εξ ολοκλήρου ή εν μέρει αυθαίρετο. Το ερώτημα είναι πώς είναι δυνατόν το δικαστήριο να διανείμει ή να διατάξει τον πλειστηριασμό (που είναι πώληση), ενός οικοπέδου με αυθαίρετο, όταν κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται να το πράξει ο συμβολαιογράφος.
Η τάση που έχει διαμορφωθεί στα δικαστήρια είναι να διατάσσεται η διανομή εάν α) το αρχικό κτίσμα ήταν νόμιμο, με άδεια από την πολεοδομία, αλλά έχουν γίνει αυθαίρετες προσθήκες και β) οι αυθαίρετες προσθήκες/κατασκευές να μην έχουν διαπιστωθεί επισήμως με αυτοψία και σχετική έκθεση αυθαιρέτου από την πολεοδομία.
Εφόσον συντρέχουν οι δύο παραπάνω προϋποθέσεις, τα δικαστήρια φαίνεται ότι δέχονται την άποψη ότι μπορεί να διαταχθεί διανομή, εφόσον «… οι έννομες συνέπειες του αυθαίρετου χαρακτήρα μιας κατασκευής, μεταξύ των οποίων και οι, κατ` άρθρο 17 παρ. 10 ν. 1337/1983, απαγορεύσεις μεταβιβάσεως κλπ., δεν επέρχονται, αν δεν προηγηθεί η ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, η οποία συνιστά διαπιστωτική ατομική διοικητική πράξη», όπως έχει κρίνει η υπ’αριθ. 73/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Η ίδια απόφαση διαλαμβάνει επίσης ότι η απαγόρευση μεταβίβασης ή σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων ισχύει μόνον εφόσον έχει προηγηθεί αυτοψία από υπάλληλο της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και σύνταξη σχετικής έκθεσης. Η απαγόρευση μεταβίβασης ή σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων δεν αφορά εκείνα τα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί με βάση οικοδομική άδεια, αλλά, στη συνέχεια, έγιναν σ’ αυτά μεταβολές, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες, χωρίς τις απαιτούμενες για το σκοπό αυτό οικοδομικές άδειες.
Ένα άλλο δικαστήριο, το Εφετείο Θεσσαλονίκης στην υπ’ αριθ. 2007/2006 απόφασή του έκρινε ότι «η ως άνω απαγόρευση διαθέσεως ή συστάσεως εμπραγμάτου δικαιώματος δεν εκτείνεται και στα οικοδομήματα εκείνα, τα οποία έχουν ανεγερθεί νομίμως, αλλά μεταγενέστερα, για την καλύτερη εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίο προορίζονταν από την κατασκευή τους, έγιναν σ` αυτά διαρρυθμίσεις ή προσθήκες χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια». Στην υπόθεση αυτή ο τελευταίος όροφος του κτίσματος ήταν αυθαίρετος, όπως είχε ήδη διαπιστωθεί από την πολεοδομία, πράγμα που οδήγησε το δικαστήριο στην απόρριψη της αγωγής διανομής εξαιτίας τις ύπαρξης αυθαιρέτου ορόφου που είχε ήδη περιέλθει σε γνώση της πολεοδομίας.
Τέλος, το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στην υπ’ αριθ. 3808/2010 απόφασή του έκρινε ότι «η κατ' άρθρ. 17 παρ. 10 ν. 1337/1983 απαγόρευση μεταβίβασης αυθαίρετων κτισμάτων … δεν εκτείνεται στα οικοδομήματα τα οποία έχουν μεν νομίμως ανεγερθεί, αλλά μεταγενέστερα έγιναν σε αυτά μεταβολές, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες (όπως είναι η αλλαγή χρήσης ενός χώρου αποθήκης σε διαμέρισμα)».
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Με τον νόμο 1337/1983 απαγορεύθηκε η μεταβίβαση αυθαιρέτων με στόχο να καταστήσουμε ουσιαστικώς μη εμπορεύσιμο ένα αυθαίρετο, εάν αυτό δεν μπορεί να μεταβιβασθεί νομικά. Ο στόχος έχει εν μέρει επιτευχθεί, διότι μετά την ισχύ του εν λόγω νόμου το οικόπεδο/αγροτεμάχιο στο οποίο βρίσκεται το αυθαίρετο μπορεί να μεταβιβασθεί μόνο με κληρονομιά και πάλι χωρίς επίσημη δήλωση του κτίσματος στην εφορία και στο συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας.
Συχνά επιχειρείται η μεταβίβαση αυθαιρέτων κτισμάτων με πώληση ή γονική παροχή, χωρίς την απεικόνιση του αυθαιρέτου στο επισυναπτόμενο στο συμβόλαιο τοπογραφικό, με κίνδυνο όμως όλων των εμπλεκομένων να παραπεμφθούν για σωρεία ποινικών αδικημάτων, αφού υπογράφουν ψευδώς ότι μεταβιβάζεται «γυμνό» οικόπεδο, ενώ γνωρίζουν ότι υπάρχει και κτίσμα, το οποίο αποκρύπτεται από το τοπογραφικό (ευθύνη μηχανικού) και από το συμβόλαιο (ευθύνη αγοραστή και πωλητή, ενώ ο συμβολαιογράφος επισήμως δεν γνωρίζει).
Ειδικώτερη περίπτωση απαγορεύσεως μεταβιβάσεως αυθαιρέτου αποτελεί η αγωγή διανομής ακινήτου στο οποίο υφίσταται αυθαίρετη οικοδομή. Εδώ το δικαστήριο καλείται να διανείμει αυτουσίως ή να διατάξει την πώληση σε πλειστηριασμό ενός ακινήτου που ανήκει σε περισσοτέρους του ενός, το οποίο όμως είναι εξ ολοκλήρου ή εν μέρει αυθαίρετο. Το ερώτημα είναι πώς είναι δυνατόν το δικαστήριο να διανείμει ή να διατάξει τον πλειστηριασμό (που είναι πώληση), ενός οικοπέδου με αυθαίρετο, όταν κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται να το πράξει ο συμβολαιογράφος.
Η τάση που έχει διαμορφωθεί στα δικαστήρια είναι να διατάσσεται η διανομή εάν α) το αρχικό κτίσμα ήταν νόμιμο, με άδεια από την πολεοδομία, αλλά έχουν γίνει αυθαίρετες προσθήκες και β) οι αυθαίρετες προσθήκες/κατασκευές να μην έχουν διαπιστωθεί επισήμως με αυτοψία και σχετική έκθεση αυθαιρέτου από την πολεοδομία.
Εφόσον συντρέχουν οι δύο παραπάνω προϋποθέσεις, τα δικαστήρια φαίνεται ότι δέχονται την άποψη ότι μπορεί να διαταχθεί διανομή, εφόσον «… οι έννομες συνέπειες του αυθαίρετου χαρακτήρα μιας κατασκευής, μεταξύ των οποίων και οι, κατ` άρθρο 17 παρ. 10 ν. 1337/1983, απαγορεύσεις μεταβιβάσεως κλπ., δεν επέρχονται, αν δεν προηγηθεί η ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, η οποία συνιστά διαπιστωτική ατομική διοικητική πράξη», όπως έχει κρίνει η υπ’αριθ. 73/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Η ίδια απόφαση διαλαμβάνει επίσης ότι η απαγόρευση μεταβίβασης ή σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων ισχύει μόνον εφόσον έχει προηγηθεί αυτοψία από υπάλληλο της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και σύνταξη σχετικής έκθεσης. Η απαγόρευση μεταβίβασης ή σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων δεν αφορά εκείνα τα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί με βάση οικοδομική άδεια, αλλά, στη συνέχεια, έγιναν σ’ αυτά μεταβολές, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες, χωρίς τις απαιτούμενες για το σκοπό αυτό οικοδομικές άδειες.
Ένα άλλο δικαστήριο, το Εφετείο Θεσσαλονίκης στην υπ’ αριθ. 2007/2006 απόφασή του έκρινε ότι «η ως άνω απαγόρευση διαθέσεως ή συστάσεως εμπραγμάτου δικαιώματος δεν εκτείνεται και στα οικοδομήματα εκείνα, τα οποία έχουν ανεγερθεί νομίμως, αλλά μεταγενέστερα, για την καλύτερη εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίο προορίζονταν από την κατασκευή τους, έγιναν σ` αυτά διαρρυθμίσεις ή προσθήκες χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια». Στην υπόθεση αυτή ο τελευταίος όροφος του κτίσματος ήταν αυθαίρετος, όπως είχε ήδη διαπιστωθεί από την πολεοδομία, πράγμα που οδήγησε το δικαστήριο στην απόρριψη της αγωγής διανομής εξαιτίας τις ύπαρξης αυθαιρέτου ορόφου που είχε ήδη περιέλθει σε γνώση της πολεοδομίας.
Τέλος, το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στην υπ’ αριθ. 3808/2010 απόφασή του έκρινε ότι «η κατ' άρθρ. 17 παρ. 10 ν. 1337/1983 απαγόρευση μεταβίβασης αυθαίρετων κτισμάτων … δεν εκτείνεται στα οικοδομήματα τα οποία έχουν μεν νομίμως ανεγερθεί, αλλά μεταγενέστερα έγιναν σε αυτά μεταβολές, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες (όπως είναι η αλλαγή χρήσης ενός χώρου αποθήκης σε διαμέρισμα)».
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Monday, February 21, 2011
Διεκδίκηση νομής ακινήτου μετά την παραγραφή του Χρήστου Ηλιόπουλου
Όταν κάποιος τρίτος, μη κύριος και μη νομέας του ακινήτου σου, το καταπατήσει, το καταλάβει και σε αποβάλει από αυτό, δηλαδή από τη νομή του, έχεις κατ’ αρχάς το δικαίωμα να επανακτήσεις τη νομή αυτοδυνάμως, με δικά σου μέσα ακόμα και διά της βίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εάν π.χ. αντιληφθείς ότι προ ολίγων ωρών κάποιος μη δικαιούχος έχει αλλάξει την κλειδαριά σε δικό σου ακίνητο, δικαιούσαι να την αλλάξεις εκ νέου, διότι βρίσκεσαι εντός των χρονικών ορίων του άρθρου 985 ΑΚ.
Για να γίνει νομίμως η αυτοδύναμη ανάκτηση πρέπει να λάβει χώρα αμέσως μετά την καταπάτηση του ακινήτου σου από τον ξένο, μη δικαιούχο. Ο νομέας ακινήτου από τον όποιο αφαιρέθηκε αυτό παράνομα έχει δικαίωμα να το ξαναπάρει με τη βία αμέσως μετά την αποβολή. Το «αμέσως» σημαίνει ώρες ή πολύ λίγες ημέρες μετά την αποβολή, διότι εάν παρέλθει περισσότερος χρόνος, η ανάκτηση γίνεται μόνο δικαστικώς και εάν επιχειρηθεί αυτοδύναμη ανάκτηση της νομής και αποβολή του επιλήψιμου νομέα μετά την πάροδο ικανού χρόνου, μπορεί ο νομέας να κατηγορηθεί για αυτοδικία.
Όταν χρονικώς έχει παρέλθει το διάστημα των πρώτων ωρών ή ολίγων ημερών από την καταπάτηση του ακινήτου σου, η ανάκτηση μπορεί να γίνει πλέον μόνο δικαστικώς. Η προθεσμία για άσκηση δικαστικών μέσων για αναγνώριση από το δικαστήριο ότι εσύ είσαι ο νομέας και πρέπει ο καταπατητής να σου παραδώσει τη νομή, είναι ένα έτος από τότε που έλαβε χώρα η καταπάτηση. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με ασφαλιστικά μέτρα, που ονομάζονται ασφαλιστικά νομής, είτε με τακτική αγωγή νομής.
Εάν έχει περάσει πάνω από ένα έτος από τότε που έγινε η καταπάτηση, δηλαδή η αφαίρεση της νομής σου, χωρίς νόμιμο λόγο, άνευ δηλαδή νομίμου αιτίας, δεν μπορείς να διεκδικήσεις πλέον τη νομή, αλλά μόνο την κυριότητα, με διεκδικητική αγωγή, η οποία από πλευράς νομικών συνεπειών δεν έχει μεγάλες διαφορές από την αγωγή της νομής.
Σύμφωνα ωστόσο με την υπ’ αριθ. 1659/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η νομή είναι περιουσιακό στοιχείο το οποίο προσπορίζει περιουσιακή ωφέλεια στον αποκτώντα αυτήν. Γι’ αυτό «ο νομέας του οποίου αφαιρέθηκε η νομή από τρίτο χωρίς νόμιμη αιτία μπορεί να ζητήσει με αγωγή από τον αφαιρέσαντα, την απόδοση της ωφέλειας που συνίσταται στην αυτούσια απόδοση της νομής, δηλαδή του πράγματος επί του οποίου υφίσταται αυτή, ή της αξίας αυτής, εφόσον συντρέχουν οι όροι της διάταξης αυτής (904 ΑΚ), ήτοι αφαίρεση της νομής του ενάγοντος χωρίς νόμιμη αιτία από τον εναγόμενο, ο οποίος έγινε έτσι πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία αυτού, και απώλεια της περί προστασίας της νομής αγωγής π.χ. λόγω παραγραφής αυτής».
Αξίζει να σημειωθεί ότι αν εκείνος που απεβλήθη από τη νομή του απεβίωσε, το δικαίωμά του να αξιώσει με αδικαιολόγητο πλουτισμό την ανάκτηση της νομής του, ή της αξίας αυτής, το έχουν πλέον οι κληρονόμοι του, δηλαδή το δικαίωμα αυτό είναι, κατά τον Άρειο Πάγο, κληρονομητό.
«Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 983, 1710 ΑΚ συνάγεται ότι η νομή, ως περιουσιακό δικαίωμα μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα αυτοδικαίως, με την επαγωγή της κληρονομίας. Αν ο κληρονομούμενος είχε απωλέσει, όσο ζούσε, τη νομή με παράνομη αποβολή από τρίτο, δεν κληρονομείται η απωλεσθείσα νομή, αλλά οι κληρονόμοι υπεισέρχονται στις αξιώσεις του αποβληθέντος από τη νομή δικαιοπαρόχου τους, στους οποίους ανήκει και η από τα άρθρα 904 επ. ανωτέρω αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού».
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Για να γίνει νομίμως η αυτοδύναμη ανάκτηση πρέπει να λάβει χώρα αμέσως μετά την καταπάτηση του ακινήτου σου από τον ξένο, μη δικαιούχο. Ο νομέας ακινήτου από τον όποιο αφαιρέθηκε αυτό παράνομα έχει δικαίωμα να το ξαναπάρει με τη βία αμέσως μετά την αποβολή. Το «αμέσως» σημαίνει ώρες ή πολύ λίγες ημέρες μετά την αποβολή, διότι εάν παρέλθει περισσότερος χρόνος, η ανάκτηση γίνεται μόνο δικαστικώς και εάν επιχειρηθεί αυτοδύναμη ανάκτηση της νομής και αποβολή του επιλήψιμου νομέα μετά την πάροδο ικανού χρόνου, μπορεί ο νομέας να κατηγορηθεί για αυτοδικία.
Όταν χρονικώς έχει παρέλθει το διάστημα των πρώτων ωρών ή ολίγων ημερών από την καταπάτηση του ακινήτου σου, η ανάκτηση μπορεί να γίνει πλέον μόνο δικαστικώς. Η προθεσμία για άσκηση δικαστικών μέσων για αναγνώριση από το δικαστήριο ότι εσύ είσαι ο νομέας και πρέπει ο καταπατητής να σου παραδώσει τη νομή, είναι ένα έτος από τότε που έλαβε χώρα η καταπάτηση. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με ασφαλιστικά μέτρα, που ονομάζονται ασφαλιστικά νομής, είτε με τακτική αγωγή νομής.
Εάν έχει περάσει πάνω από ένα έτος από τότε που έγινε η καταπάτηση, δηλαδή η αφαίρεση της νομής σου, χωρίς νόμιμο λόγο, άνευ δηλαδή νομίμου αιτίας, δεν μπορείς να διεκδικήσεις πλέον τη νομή, αλλά μόνο την κυριότητα, με διεκδικητική αγωγή, η οποία από πλευράς νομικών συνεπειών δεν έχει μεγάλες διαφορές από την αγωγή της νομής.
Σύμφωνα ωστόσο με την υπ’ αριθ. 1659/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η νομή είναι περιουσιακό στοιχείο το οποίο προσπορίζει περιουσιακή ωφέλεια στον αποκτώντα αυτήν. Γι’ αυτό «ο νομέας του οποίου αφαιρέθηκε η νομή από τρίτο χωρίς νόμιμη αιτία μπορεί να ζητήσει με αγωγή από τον αφαιρέσαντα, την απόδοση της ωφέλειας που συνίσταται στην αυτούσια απόδοση της νομής, δηλαδή του πράγματος επί του οποίου υφίσταται αυτή, ή της αξίας αυτής, εφόσον συντρέχουν οι όροι της διάταξης αυτής (904 ΑΚ), ήτοι αφαίρεση της νομής του ενάγοντος χωρίς νόμιμη αιτία από τον εναγόμενο, ο οποίος έγινε έτσι πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία αυτού, και απώλεια της περί προστασίας της νομής αγωγής π.χ. λόγω παραγραφής αυτής».
Αξίζει να σημειωθεί ότι αν εκείνος που απεβλήθη από τη νομή του απεβίωσε, το δικαίωμά του να αξιώσει με αδικαιολόγητο πλουτισμό την ανάκτηση της νομής του, ή της αξίας αυτής, το έχουν πλέον οι κληρονόμοι του, δηλαδή το δικαίωμα αυτό είναι, κατά τον Άρειο Πάγο, κληρονομητό.
«Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 983, 1710 ΑΚ συνάγεται ότι η νομή, ως περιουσιακό δικαίωμα μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα αυτοδικαίως, με την επαγωγή της κληρονομίας. Αν ο κληρονομούμενος είχε απωλέσει, όσο ζούσε, τη νομή με παράνομη αποβολή από τρίτο, δεν κληρονομείται η απωλεσθείσα νομή, αλλά οι κληρονόμοι υπεισέρχονται στις αξιώσεις του αποβληθέντος από τη νομή δικαιοπαρόχου τους, στους οποίους ανήκει και η από τα άρθρα 904 επ. ανωτέρω αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού».
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Sunday, February 13, 2011
Αποζημίωση από τράπεζα για λάθος σφράγιση επιταγής Του Χρήστου Ηλιόπουλου
Η ανεπάρκεια διαθεσίμων κεφαλαίων στον τραπεζικό λογαριασμό του εκδότη μιας επιταγής, που συνεπάγεται την σφράγιση της επιταγής, την ζημία του κομιστή αυτής και την ποινική και αστική ευθύνη του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής, είναι σύνηθες γεγονός. Η εκ λάθους της πληρώτριας τραπέζης, όμως, σφράγιση επιταγής, η οποία κανονικά δεν θα έπρεπε να σφραγισθεί, είναι κάτι που δεν συμβαίνει συχνά.
Στην υπ’ αριθ. 347/2010 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε επί υποθέσεως στην οποία η τράπεζα εκ λάθους των υπαλλήλων της δεν πίστωσε τόκους σε λογαριασμό κάποιου εκδότη επιταγής. Εάν η τράπεζα είχε πιστώσει τους τόκους στον συγκεκριμένο λογαριασμό, αυτός θα είχε επαρκές υπόλοιπο, η επιταγή θα πληρωνόταν και δεν θα σφραγιζόταν ως ακάλυπτη.
Ως να μην έφθανε το ένα λάθος της τραπέζης, επηκολούθησε και δεύτερο, επίσης σημαντικό. Μετά την σφράγιση της επιταγής ως ακάλυπτης, οι υπάλληλοι της τραπέζης έδωσαν τα στοιχεία του εκδότη της ακαλύπτου επιταγής για ποινική δίωξή του στην Εισαγγελία (την εποχή εκείνη το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής ήταν ακόμα αυτεπαγγέλτως διωκόμενο, ενώ σήμερα διώκεται μόνο κατόπιν εγκλήσεως του ζημιωθέντος). Στα στοιχεία του εκδότη, όμως, έδωσαν εσφαλμένη διεύθυνση του κατόχου του λογαριασμού και εκδότη της σφραγισθείσας ως ακαλύπτου επιταγής. Το αποτέλεσμα ήταν η κλήση του εκδότη για να παραστεί στο ποινικό δικαστήριο για την ακάλυπτη επιταγή να μην του επιδοθεί στην πραγματική του διεύθυνση, αλλά σε άλλη, στην οποία αυτός ποτέ δεν διέμενε.
Επειδή συνεπώς ο εκδότης της επιταγής δεν πληροφορήθηκε διά της νομίμου και ενδεδειγμένης οδού, δηλαδή διά της επιδόσεως σ’ αυτόν της κλήσεως και του κατηγορητηρίου για την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα που θα δικαζόταν στο δικαστήριο ως κατηγορούμενος για ακάλυπτη επιταγή, αυτός δεν παρέστη, ούτε διόρισε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει, δικάσθηκε ερήμην και μάλιστα το όνομά του περιελήφθη στον κατάλογο του Τειρεσία (όσων οφείλουν και δεν πληρώνουν τις υποχρέωσεις τους), με περαιτέρω δυσμενείς συνέπεις γι’ αυτόν.
Ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού και εκδότης της εσφαλμένως χαρακτηρισθείσης ως ακαλύπτου επιταγής υπέστη από την παράνομη και υπάιτια (αμελή) αυτή ενέργεια της τραπέζης ζημία. Η ζημία του ήταν αφ’ ενός υλική, δηλαδή όλα τα έξοδα που αργότερα αναγκάσθηκε να κάνει για να προσφύγει στα δικαστήρια για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της καταδικαστικής αποφάσεως για ακάλυπτη επιταγή, αφ’ ετέρου δε ηθική, διότι επλήγη στην τιμή, την υπόληψη και την προσωπικότητά του, αφού για πολλά χρόνια μετά την εκ λάθους σφράγιση της επιταγής υπέστη στεναχώρια και ταλαιπωρία για την ακύρωση των αποφάσεων εναντίον του, αλλά και για την αφαίρεση του ονόματός του από τον κατάλογο του Τειρεσία.
Είναι χαρακτηριστιό ότι το Πρωτοδικείο, στο οποίο αρχικώς προσέφυγε ο ζημιωθείς, απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως που ήσκησε κατά της τραπέζης. Το Εφετείο όμως τον δικαίωσε, δεχόμενο τον έφεσή του και καταδικάζοντας την τράπεζα να του καταβάλει αποζημίωση α) για την δικαστική δαπάνη που είχε καταβάλει στην δικηγόρο του και β) για ηθική βλάβη το ποσό των 10.000 ευρώ με νόμιμο τόκο από την άσκηση της αγωγής κατά της τραπέζης.
Ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε την απόφαση του Εφετείου περί του νομίμου της αποζημιώσεως που εδικαιούτο ο ζημιωθείς από την τράπεζα, παρά την αναπομπή της υποθέσεως στο Εφετείο που διέταξε για μερική παραγραφή τμήματος των αξιώσεων του ζημιωθέντος.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
Στην υπ’ αριθ. 347/2010 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε επί υποθέσεως στην οποία η τράπεζα εκ λάθους των υπαλλήλων της δεν πίστωσε τόκους σε λογαριασμό κάποιου εκδότη επιταγής. Εάν η τράπεζα είχε πιστώσει τους τόκους στον συγκεκριμένο λογαριασμό, αυτός θα είχε επαρκές υπόλοιπο, η επιταγή θα πληρωνόταν και δεν θα σφραγιζόταν ως ακάλυπτη.
Ως να μην έφθανε το ένα λάθος της τραπέζης, επηκολούθησε και δεύτερο, επίσης σημαντικό. Μετά την σφράγιση της επιταγής ως ακάλυπτης, οι υπάλληλοι της τραπέζης έδωσαν τα στοιχεία του εκδότη της ακαλύπτου επιταγής για ποινική δίωξή του στην Εισαγγελία (την εποχή εκείνη το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής ήταν ακόμα αυτεπαγγέλτως διωκόμενο, ενώ σήμερα διώκεται μόνο κατόπιν εγκλήσεως του ζημιωθέντος). Στα στοιχεία του εκδότη, όμως, έδωσαν εσφαλμένη διεύθυνση του κατόχου του λογαριασμού και εκδότη της σφραγισθείσας ως ακαλύπτου επιταγής. Το αποτέλεσμα ήταν η κλήση του εκδότη για να παραστεί στο ποινικό δικαστήριο για την ακάλυπτη επιταγή να μην του επιδοθεί στην πραγματική του διεύθυνση, αλλά σε άλλη, στην οποία αυτός ποτέ δεν διέμενε.
Επειδή συνεπώς ο εκδότης της επιταγής δεν πληροφορήθηκε διά της νομίμου και ενδεδειγμένης οδού, δηλαδή διά της επιδόσεως σ’ αυτόν της κλήσεως και του κατηγορητηρίου για την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα που θα δικαζόταν στο δικαστήριο ως κατηγορούμενος για ακάλυπτη επιταγή, αυτός δεν παρέστη, ούτε διόρισε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει, δικάσθηκε ερήμην και μάλιστα το όνομά του περιελήφθη στον κατάλογο του Τειρεσία (όσων οφείλουν και δεν πληρώνουν τις υποχρέωσεις τους), με περαιτέρω δυσμενείς συνέπεις γι’ αυτόν.
Ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού και εκδότης της εσφαλμένως χαρακτηρισθείσης ως ακαλύπτου επιταγής υπέστη από την παράνομη και υπάιτια (αμελή) αυτή ενέργεια της τραπέζης ζημία. Η ζημία του ήταν αφ’ ενός υλική, δηλαδή όλα τα έξοδα που αργότερα αναγκάσθηκε να κάνει για να προσφύγει στα δικαστήρια για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της καταδικαστικής αποφάσεως για ακάλυπτη επιταγή, αφ’ ετέρου δε ηθική, διότι επλήγη στην τιμή, την υπόληψη και την προσωπικότητά του, αφού για πολλά χρόνια μετά την εκ λάθους σφράγιση της επιταγής υπέστη στεναχώρια και ταλαιπωρία για την ακύρωση των αποφάσεων εναντίον του, αλλά και για την αφαίρεση του ονόματός του από τον κατάλογο του Τειρεσία.
Είναι χαρακτηριστιό ότι το Πρωτοδικείο, στο οποίο αρχικώς προσέφυγε ο ζημιωθείς, απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως που ήσκησε κατά της τραπέζης. Το Εφετείο όμως τον δικαίωσε, δεχόμενο τον έφεσή του και καταδικάζοντας την τράπεζα να του καταβάλει αποζημίωση α) για την δικαστική δαπάνη που είχε καταβάλει στην δικηγόρο του και β) για ηθική βλάβη το ποσό των 10.000 ευρώ με νόμιμο τόκο από την άσκηση της αγωγής κατά της τραπέζης.
Ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε την απόφαση του Εφετείου περί του νομίμου της αποζημιώσεως που εδικαιούτο ο ζημιωθείς από την τράπεζα, παρά την αναπομπή της υποθέσεως στο Εφετείο που διέταξε για μερική παραγραφή τμήματος των αξιώσεων του ζημιωθέντος.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
Monday, February 7, 2011
Η χρησικτησία μεταξύ συγκυρίων : Η χρησικτησία μεταξύ συγκυρίων
Ο βασικός κανόνας στην Ελλάδα είναι ότι εάν για 20 τουλάχιστον χρόνια έχεις τη νομή ενός ακινήτου, αποκτάς και την κυριότητα αυτού. Νομή σημαίνει ότι έχεις την φυσική εξουσίαση, δηλαδή την κατοχή του ακινήτου, αλλά μαζί με διάνοια κυρίου, δηλαδή ότι πιστεύεις ότι είναι δικό σου και ασκείς όλες τις πράξεις που αρμόζουν στον κύριο του ακινήτου, όπως είναι η απαγόρευση εισόδου σε τρίτους, η περίφραξη, η καλλιέργεια, η φύτευση, η συλλογή καρπών, η τοπογράφηση, η δήλωσή του στην εφορία και στις άλλες αρχές, η καταβολή φόρων και τελών για το ακίνητο, η διενέργεια επισκευών και η ανοικοδόμηση αυτού κλπ.
Η φυσική εξουσίαση του ακινήτου από μόνη της, χωρίς την διάνοια κυρίου, δεν αρκεί για την χρησικτησία. Ο μισθωτής (ενοικιαστής) ενός ακινήτου έχει την φυσική εξουσίαση αυτού, δεν έχει όμως την διάνοια κυρίου, αφού γνωρίζει ότι το ακίνητο δεν του ανήκει, επειδή ανήκει στον εκμισθωτή (ιδιοκτήτη).
Όταν λοιπόν κάποιος, έστω καταπατητής ενός ακινήτου, αποδείξει ότι για πάνω από 20 χρόνια ασκεί όλες τις παραπάνω εξουσίες επί του ακινήτου και ουδείς, ούτε ενδεχομένως ο πραγματικός κύριος, τον έχει ενοχλήσει για τα 20 αυτά κατ’ ελάχιστον έτη, μπορεί να καταστεί κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Στις μεταξύ συγκυρίων σχέσεις, ωστόσο, η χρησικτησία για να λειτουργήσει και να προσδώσει κυριότητα σε ολόκληρο το ακίνητο στον συγκύριο που έχει ένα ποσοστό μόνο του κοινού ακινήτου, χρειάζεται μία πρόσθετη προϋπόθεση, που δεν απαιτείται όταν κάποιος καταλαμβάνει ένα ξένο ακίνητο, στο οποίο δεν έχει ποσοστό συγκυριότητος.
Η πρόσθεση αυτή προϋπόθεση είναι η γνωστοποίηση προς τους άλλους συγκυρίους ότι ο εν λόγω συγκύριος αρχίζει πλέον από τούδε και στο εξής να ασκεί νομή σε ολόκληρο το ακίνητο, αρχίζει δηλαδή να το θεωρεί ως ολόκληρο δικό του, αντιποιούμενος τη νομή των υπολοίπων συγκυρίων. Σ’ αυτήν την περίπτωση οι λοιποί συγκύριοι έχουν στην διάθεσή τους 20 έτη από τότε που θα τους γνωστοποιηθεί από τον συγκύριο η αντιποίηση της νομής τους, για να ασκήσουν όλα τα δικαιώματά τους με αγωγές και αιτήσεις στα δικαστήρια.
Η γνωστοποίηση μπορεί να είναι ρητή και έγγραφη: ο συγκύριος του κτήματος κατά 50% αδελφός που μένει στην Αρκαδία στέλνει επιστολή στον αδελφό του που ζει στον Καναδά και έχει το άλλο 50%, ότι πρέπει να ξεχάσει το κτήμα, διότι τώρα αυτό ανήκει σ’ εκείνον μόνο (αδελφό στην Αρκαδία) και ότι ο άλλος αδελφός έχει πολλά λεφτά στον Καναδά και δεν έχει ανάγκη το κτήμα στην Τρίπολη.
Ο αδελφός στον Καναδά από τότε που θα λάβει αυτήν την επιστολή έχει 20 χρόνια να διεκδικήσει το 50%. Ο αδελφός που μένει στην Τρίπολη δεν μπορεί να επικαλεσθεί για χρησικτησία όσα χρόνια καλλιεργούσε το κοινό κτήμα πριν στείλει την επιστολή, διότι για εκείνα τα χρόνια ασκούσε νομή και ως αντιπρόσωπος του αδελφού του στον Καναδά.
Η γνωστοποίηση μπορεί να μην είναι ρητή, αλλά να θεωρηθεί ως σιωπηρή. Εάν π.χ. ο ένας αδελφός αρνείται επανειλημμένως να στείλει το μισό λάδι στον άλλον αδελφό, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του άλλου αδελφού, εάν οικοδομήσει οικία με δικά του χρήματα χωρίς να ρωτήσει τον άλλον αδελφό και χωρίς να του δώσει κλειδιά και εάν αρνείται να του αποδώσει επί χρόνια λογαριασμό για το κοινό ακίνητο, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υπήρξε γνωστοποίηση, δεδομένης της έργω αντιποιήσεως (de facto) της νομής από τον ένα συγκύριο.
Εάν μεταξύ των συγκληρονόμων πολλών ακινήτων έχει χωρήσει άτυπη διανομή, ώστε καθένας τους να έχει αποκτήσει τη νομή συγκεκριμένων ακινήτων, επί των οποίων, κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άτυπη διανομή), έχει πλήρη κατά 100% κυριότητα, γνωστοποίηση δεν απαιτείται για την κτήση κυριότητας με έκτακτη (20ετή νομή) χρησικτησία, διότι η άτυπη αυτή διανομή παίζει κατά κάποιον τρόπο τον ρόλο της γνωστοποίησης.
Η ανάγκη της γνωστοποιήσεως της αντιποιήσεως της νομής από τον συγκύριο έχει προστεθεί από τη νομολογία, δηλαδή την σταθερή και επί σειρά ετών έκδοση δικαστικών αποφάσεων, κυρίως του Αρείου Πάγου, που απαιτεί την πρόσθετη αυτή προϋπόθεση για να δύναται να προσδώσει κυριότητα η υπερεικοσαετής νομή του συγκυρίου έναντι των λοιπών συγκυρίων.
Την πάγια αυτή νομολογία ακολουθεί και η υπ’ αριθ. 211/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Η φυσική εξουσίαση του ακινήτου από μόνη της, χωρίς την διάνοια κυρίου, δεν αρκεί για την χρησικτησία. Ο μισθωτής (ενοικιαστής) ενός ακινήτου έχει την φυσική εξουσίαση αυτού, δεν έχει όμως την διάνοια κυρίου, αφού γνωρίζει ότι το ακίνητο δεν του ανήκει, επειδή ανήκει στον εκμισθωτή (ιδιοκτήτη).
Όταν λοιπόν κάποιος, έστω καταπατητής ενός ακινήτου, αποδείξει ότι για πάνω από 20 χρόνια ασκεί όλες τις παραπάνω εξουσίες επί του ακινήτου και ουδείς, ούτε ενδεχομένως ο πραγματικός κύριος, τον έχει ενοχλήσει για τα 20 αυτά κατ’ ελάχιστον έτη, μπορεί να καταστεί κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Στις μεταξύ συγκυρίων σχέσεις, ωστόσο, η χρησικτησία για να λειτουργήσει και να προσδώσει κυριότητα σε ολόκληρο το ακίνητο στον συγκύριο που έχει ένα ποσοστό μόνο του κοινού ακινήτου, χρειάζεται μία πρόσθετη προϋπόθεση, που δεν απαιτείται όταν κάποιος καταλαμβάνει ένα ξένο ακίνητο, στο οποίο δεν έχει ποσοστό συγκυριότητος.
Η πρόσθεση αυτή προϋπόθεση είναι η γνωστοποίηση προς τους άλλους συγκυρίους ότι ο εν λόγω συγκύριος αρχίζει πλέον από τούδε και στο εξής να ασκεί νομή σε ολόκληρο το ακίνητο, αρχίζει δηλαδή να το θεωρεί ως ολόκληρο δικό του, αντιποιούμενος τη νομή των υπολοίπων συγκυρίων. Σ’ αυτήν την περίπτωση οι λοιποί συγκύριοι έχουν στην διάθεσή τους 20 έτη από τότε που θα τους γνωστοποιηθεί από τον συγκύριο η αντιποίηση της νομής τους, για να ασκήσουν όλα τα δικαιώματά τους με αγωγές και αιτήσεις στα δικαστήρια.
Η γνωστοποίηση μπορεί να είναι ρητή και έγγραφη: ο συγκύριος του κτήματος κατά 50% αδελφός που μένει στην Αρκαδία στέλνει επιστολή στον αδελφό του που ζει στον Καναδά και έχει το άλλο 50%, ότι πρέπει να ξεχάσει το κτήμα, διότι τώρα αυτό ανήκει σ’ εκείνον μόνο (αδελφό στην Αρκαδία) και ότι ο άλλος αδελφός έχει πολλά λεφτά στον Καναδά και δεν έχει ανάγκη το κτήμα στην Τρίπολη.
Ο αδελφός στον Καναδά από τότε που θα λάβει αυτήν την επιστολή έχει 20 χρόνια να διεκδικήσει το 50%. Ο αδελφός που μένει στην Τρίπολη δεν μπορεί να επικαλεσθεί για χρησικτησία όσα χρόνια καλλιεργούσε το κοινό κτήμα πριν στείλει την επιστολή, διότι για εκείνα τα χρόνια ασκούσε νομή και ως αντιπρόσωπος του αδελφού του στον Καναδά.
Η γνωστοποίηση μπορεί να μην είναι ρητή, αλλά να θεωρηθεί ως σιωπηρή. Εάν π.χ. ο ένας αδελφός αρνείται επανειλημμένως να στείλει το μισό λάδι στον άλλον αδελφό, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του άλλου αδελφού, εάν οικοδομήσει οικία με δικά του χρήματα χωρίς να ρωτήσει τον άλλον αδελφό και χωρίς να του δώσει κλειδιά και εάν αρνείται να του αποδώσει επί χρόνια λογαριασμό για το κοινό ακίνητο, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι υπήρξε γνωστοποίηση, δεδομένης της έργω αντιποιήσεως (de facto) της νομής από τον ένα συγκύριο.
Εάν μεταξύ των συγκληρονόμων πολλών ακινήτων έχει χωρήσει άτυπη διανομή, ώστε καθένας τους να έχει αποκτήσει τη νομή συγκεκριμένων ακινήτων, επί των οποίων, κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άτυπη διανομή), έχει πλήρη κατά 100% κυριότητα, γνωστοποίηση δεν απαιτείται για την κτήση κυριότητας με έκτακτη (20ετή νομή) χρησικτησία, διότι η άτυπη αυτή διανομή παίζει κατά κάποιον τρόπο τον ρόλο της γνωστοποίησης.
Η ανάγκη της γνωστοποιήσεως της αντιποιήσεως της νομής από τον συγκύριο έχει προστεθεί από τη νομολογία, δηλαδή την σταθερή και επί σειρά ετών έκδοση δικαστικών αποφάσεων, κυρίως του Αρείου Πάγου, που απαιτεί την πρόσθετη αυτή προϋπόθεση για να δύναται να προσδώσει κυριότητα η υπερεικοσαετής νομή του συγκυρίου έναντι των λοιπών συγκυρίων.
Την πάγια αυτή νομολογία ακολουθεί και η υπ’ αριθ. 211/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Tuesday, January 25, 2011
Αποζημίωση από τράπεζα για λάθος σφράγιση επιταγής - Χρήστος Ηλιόπουλος
Η ανεπάρκεια διαθεσίμων κεφαλαίων στον τραπεζικό λογαριασμό του εκδότη μιας επιταγής, που συνεπάγεται την σφράγιση της επιταγής, την ζημία του κομιστή αυτής και την ποινική και αστική ευθύνη του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής, είναι σύνηθες γεγονός. Η εκ λάθους της πληρώτριας τραπέζης, όμως, σφράγιση επιταγής, η οποία κανονικά δεν θα έπρεπε να σφραγισθεί, είναι κάτι που δεν συμβαίνει συχνά.
Στην υπ’ αριθ. 347/2010 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε επί υποθέσεως στην οποία η τράπεζα εκ λάθους των υπαλλήλων της δεν πίστωσε τόκους σε λογαριασμό κάποιου εκδότη επιταγής. Εάν η τράπεζα είχε πιστώσει τους τόκους στον συγκεκριμένο λογαριασμό, αυτός θα είχε επαρκές υπόλοιπο, η επιταγή θα πληρωνόταν και δεν θα σφραγιζόταν ως ακάλυπτη.
Ως να μην έφθανε το ένα λάθος της τραπέζης, επηκολούθησε και δεύτερο, επίσης σημαντικό. Μετά την σφράγιση της επιταγής ως ακάλυπτης, οι υπάλληλοι της τραπέζης έδωσαν τα στοιχεία του εκδότη της ακαλύπτου επιταγής για ποινική δίωξή του στην Εισαγγελία (την εποχή εκείνη το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής ήταν ακόμα αυτεπαγγέλτως διωκόμενο, ενώ σήμερα διώκεται μόνο κατόπιν εγκλήσεως του ζημιωθέντος). Στα στοιχεία του εκδότη, όμως, έδωσαν εσφαλμένη διεύθυνση του κατόχου του λογαριασμού και εκδότη της σφραγισθείσας ως ακαλύπτου επιταγής. Το αποτέλεσμα ήταν η κλήση του εκδότη για να παραστεί στο ποινικό δικαστήριο για την ακάλυπτη επιταγή να μην του επιδοθεί στην πραγματική του διεύθυνση, αλλά σε άλλη, στην οποία αυτός ποτέ δεν διέμενε.
Επειδή συνεπώς ο εκδότης της επιταγής δεν πληροφορήθηκε διά της νομίμου και ενδεδειγμένης οδού, δηλαδή διά της επιδόσεως σ’ αυτόν της κλήσεως και του κατηγορητηρίου για την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα που θα δικαζόταν στο δικαστήριο ως κατηγορούμενος για ακάλυπτη επιταγή, αυτός δεν παρέστη, ούτε διόρισε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει, δικάσθηκε ερήμην και μάλιστα το όνομά του περιελήφθη στον κατάλογο του Τειρεσία (όσων οφείλουν και δεν πληρώνουν τις υποχρέωσεις τους), με περαιτέρω δυσμενείς συνέπεις γι’ αυτόν.
Ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού και εκδότης της εσφαλμένως χαρακτηρισθείσης ως ακαλύπτου επιταγής υπέστη από την παράνομη και υπάιτια (αμελή) αυτή ενέργεια της τραπέζης ζημία. Η ζημία του ήταν αφ’ ενός υλική, δηλαδή όλα τα έξοδα που αργότερα αναγκάσθηκε να κάνει για να προσφύγει στα δικαστήρια για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της καταδικαστικής αποφάσεως για ακάλυπτη επιταγή, αφ’ ετέρου δε ηθική, διότι επλήγη στην τιμή, την υπόληψη και την προσωπικότητά του, αφού για πολλά χρόνια μετά την εκ λάθους σφράγιση της επιταγής υπέστη στεναχώρια και ταλαιπωρία για την ακύρωση των αποφάσεων εναντίον του, αλλά και για την αφαίρεση του ονόματός του από τον κατάλογο του Τειρεσία.
Είναι χαρακτηριστιό ότι το Πρωτοδικείο, στο οποίο αρχικώς προσέφυγε ο ζημιωθείς, απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως που ήσκησε κατά της τραπέζης. Το Εφετείο όμως τον δικαίωσε, δεχόμενο τον έφεσή του και καταδικάζοντας την τράπεζα να του καταβάλει αποζημίωση α) για την δικαστική δαπάνη που είχε καταβάλει στην δικηγόρο του και β) για ηθική βλάβη το ποσό των 10.000 ευρώ με νόμιμο τόκο από την άσκηση της αγωγής κατά της τραπέζης.
Ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε την απόφαση του Εφετείου περί του νομίμου της αποζημιώσεως που εδικαιούτο ο ζημιωθείς από την τράπεζα, παρά την αναπομπή της υποθέσεως στο Εφετείο που διέταξε για μερική παραγραφή τμήματος των αξιώσεων του ζημιωθέντος.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
Στην υπ’ αριθ. 347/2010 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε επί υποθέσεως στην οποία η τράπεζα εκ λάθους των υπαλλήλων της δεν πίστωσε τόκους σε λογαριασμό κάποιου εκδότη επιταγής. Εάν η τράπεζα είχε πιστώσει τους τόκους στον συγκεκριμένο λογαριασμό, αυτός θα είχε επαρκές υπόλοιπο, η επιταγή θα πληρωνόταν και δεν θα σφραγιζόταν ως ακάλυπτη.
Ως να μην έφθανε το ένα λάθος της τραπέζης, επηκολούθησε και δεύτερο, επίσης σημαντικό. Μετά την σφράγιση της επιταγής ως ακάλυπτης, οι υπάλληλοι της τραπέζης έδωσαν τα στοιχεία του εκδότη της ακαλύπτου επιταγής για ποινική δίωξή του στην Εισαγγελία (την εποχή εκείνη το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής ήταν ακόμα αυτεπαγγέλτως διωκόμενο, ενώ σήμερα διώκεται μόνο κατόπιν εγκλήσεως του ζημιωθέντος). Στα στοιχεία του εκδότη, όμως, έδωσαν εσφαλμένη διεύθυνση του κατόχου του λογαριασμού και εκδότη της σφραγισθείσας ως ακαλύπτου επιταγής. Το αποτέλεσμα ήταν η κλήση του εκδότη για να παραστεί στο ποινικό δικαστήριο για την ακάλυπτη επιταγή να μην του επιδοθεί στην πραγματική του διεύθυνση, αλλά σε άλλη, στην οποία αυτός ποτέ δεν διέμενε.
Επειδή συνεπώς ο εκδότης της επιταγής δεν πληροφορήθηκε διά της νομίμου και ενδεδειγμένης οδού, δηλαδή διά της επιδόσεως σ’ αυτόν της κλήσεως και του κατηγορητηρίου για την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα που θα δικαζόταν στο δικαστήριο ως κατηγορούμενος για ακάλυπτη επιταγή, αυτός δεν παρέστη, ούτε διόρισε δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει, δικάσθηκε ερήμην και μάλιστα το όνομά του περιελήφθη στον κατάλογο του Τειρεσία (όσων οφείλουν και δεν πληρώνουν τις υποχρέωσεις τους), με περαιτέρω δυσμενείς συνέπεις γι’ αυτόν.
Ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού και εκδότης της εσφαλμένως χαρακτηρισθείσης ως ακαλύπτου επιταγής υπέστη από την παράνομη και υπάιτια (αμελή) αυτή ενέργεια της τραπέζης ζημία. Η ζημία του ήταν αφ’ ενός υλική, δηλαδή όλα τα έξοδα που αργότερα αναγκάσθηκε να κάνει για να προσφύγει στα δικαστήρια για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της καταδικαστικής αποφάσεως για ακάλυπτη επιταγή, αφ’ ετέρου δε ηθική, διότι επλήγη στην τιμή, την υπόληψη και την προσωπικότητά του, αφού για πολλά χρόνια μετά την εκ λάθους σφράγιση της επιταγής υπέστη στεναχώρια και ταλαιπωρία για την ακύρωση των αποφάσεων εναντίον του, αλλά και για την αφαίρεση του ονόματός του από τον κατάλογο του Τειρεσία.
Είναι χαρακτηριστιό ότι το Πρωτοδικείο, στο οποίο αρχικώς προσέφυγε ο ζημιωθείς, απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως που ήσκησε κατά της τραπέζης. Το Εφετείο όμως τον δικαίωσε, δεχόμενο τον έφεσή του και καταδικάζοντας την τράπεζα να του καταβάλει αποζημίωση α) για την δικαστική δαπάνη που είχε καταβάλει στην δικηγόρο του και β) για ηθική βλάβη το ποσό των 10.000 ευρώ με νόμιμο τόκο από την άσκηση της αγωγής κατά της τραπέζης.
Ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε την απόφαση του Εφετείου περί του νομίμου της αποζημιώσεως που εδικαιούτο ο ζημιωθείς από την τράπεζα, παρά την αναπομπή της υποθέσεως στο Εφετείο που διέταξε για μερική παραγραφή τμήματος των αξιώσεων του ζημιωθέντος.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
Subscribe to:
Posts (Atom)