Του Χρήστου Ηλιόπουλου
Όταν κάποιος δικαιούται μίας κληρονομίας, δύναται εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών να αποποιηθεί της κληρονομίας, ώστε να μην κληρονομήσει αυτός, αλλά κάποιος άλλος συγγενής κατά την σειρά της κληρονομικής διαδοχής. Εάν επί παραδείγματι αποβιώσει κάποιος χωρίς διαθήκη και χωρίς σύζυγο και κληρονομείται από τα δύο παιδιά του, από 1/2 έκαστο, το ένα παιδί του δικαιούται εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών να αποποιηθεί, οπότε το δικό του μερίδιο (1/2) πηγαίνει στο δικό του παιδί (εγγόνι του κληρονομουμένου) ή αν δεν έχει παιδί, στον αδελφό του, που θα κληρονομήσει τότε το 100% της κληρονομίας.
Άλλη περίπτωση είναι όταν π.χ. κληρονομείται η μητέρα χωρίς διαθήκη και αφήνει πλησιέστερους συγγενείς τον σύζυγό της (κληρονομεί 1/4) και το τέκνο τους (κληρονομεί 3/4). Ο σύζυγος δύναται εντός των τεσσάρων μηνών να αποποιηθεί, ώστε το τέκνο τους να λάβει όχι μόνο τα 3/4, αλλά το 100% της κληρονομίας της μητέρας του.
Εάν ο κληρονομούμενος ήταν στο εξωτερικό ή εάν οι κληρονόμοι είναι κάτοικοι εξωτερικού, η προθεσμία αποποιήσεως είναι δώδεκα μήνες. Για το αν η αποποίηση είναι ένας καλός τρόπος μεταβιβάσεως τμήματος της κληρονομίας απευθείας σε κάποιον άλλον κληρονόμο πρέπει ωστόσο να λαμβάνονται υπόψιν το σύνολο των ειδικών συνθηκών σε μία κληρονομία και κυρίως φορολογικά ζητήματα. Εάν δηλαδή το τέκνο κληρονομήσει τα 3/4 της κληρονομίας της μητρός του μπορεί να βρίσκεται εντός του αφορολογήτου, ενώ εάν κληρονομήσει το 100% της κληρονομίας, μπορεί να προκύψει φόρος κληρονομίας, επομένως πρέπει κι αυτό να ληφθεί υπόψιν πριν γίνει η πράξη της αποποιήσεως.
Εάν έχει εκπνεύσει η προθεσμία της αποποιήσεως (των τεσσάρων ή δώδεκα μηνών), ο κληρονόμος θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί την κληρονομία. Συμβαίνει συχνά συγκληρονόμοι, μετά την πάροδο ετών και αφού έχει παρέλθει η προθεσμία αποποιήσεως, να ζητούν να βρεθεί νομικός τρόπος να μην πάρουν το κληρονομικό μερίδιό τους, το οποίο θέλουν να το πάρει κάποιος άλλος, π.χ. μία αδελφή τους. Αυτό κατ’ αρχάς δεν μπορεί να γίνει, διότι πρέπει να αποδεχθούν το μερίδιό τους και μετά να το δωρήσουν στην αδελφή τους.
Ωστόσο, μία δυνάτοτητα που κατ’ εξαίρεση τους παρέχεται είναι η «μεταβίβαση» του κληρονομικού τους δικαιώματος, που μπορεί να λάβει την μορφή παραίτησης ή εκποίησης της κληρονομικής μερίδας τους. Αυτό πραγματεύεται η υπ΄αριθ. 816/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά την οποία σε περίπτωση που με διαθήκη κάποιος ορίσει τους κληρονόμους του, εάν ένας εκ των κληρονόμων «αναγνωρίσει σε άλλον κληρονομικά δικαιώματα διαφορετικά από εκείνα τα οποία με τη διαθήκη του παρέχονται, τότε η αναγνώριση αυτή ενεργεί είτε ως παραίτησή του από την άσκηση του κληρονομικού δικαιώματός του κατά του αντισυμβαλλομένου, είτε ως εκποίηση προς αυτόν της κληρονομικής μερίδας του».
Αν όμως η παραίτηση αφορά κληρονομιαία ακίνητα, απαιτείται, μεταξύ των άλλων όρων έγκυρης παραίτησης και η υποβολή της στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Ο κληρονόμος δηλαδή που μετά την πάροδο της προθεσμίας αποποιήσεως επιθυμεί ουσιαστικώς να παραιτηθεί του κληρονομικού του δικαιώματος υπέρ του συγκληρονόμου του, εφόσον πρόκεται για ακίνητα, πρέπει την παραίτησή του αυτή να την δηλώσει σε συμβόλαιο που θα συνταχθεί σε συμβολαιογράφο. Διαφορετικά, αν δηλαδή την παραίτησή του την δηλώσει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο πλην του συμβολαιογραφικού εγγράφου, επί παραδείγματι σε επιστολή του, δεν θα επιφέρει το νομικό αποτέλεσμα της παραιτήσεως από την κληρονομική του μερίδα.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Monday, April 16, 2012
Χρησικτησία στα προσφυγικά ακίνητα
Του Χρήστου Ηλιόπουλου*
Χρησικτησία ακινήτου στην Ελλάδα σημαίνει δυνατότητα κτήσεως της κυριότητος ακινήτου χωρίς συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά μόνο με την επί 20ετία (κατ’ εξαίρεση και 10ετία) κατοχή του ακινήτου διανοία κυρίου, δηλαδή με την πεποίθηση ότι το εξουσιάζεις ως περιουσία σου και όχι π.χ. ως ενοικιαστής αυτού.
Η υπ’ αριθ. 397/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου εστιάζει στη νομική έννοια της χρησικτησίας στο ειδικό θέμα των προσφυγικών ακινήτων, δηλ. στα ακίνητα που το Ελληνικό Δημόσιο παρεχώρησε σε Έλληνες πρόσφυγες που ήλθαν στην Ελλάδα διωγμένοι από άλλες χώρες.
Το κράτος παρεχώρησε οικόπεδα για την αστική αποκατάσταση προσφύγων. Κατά το παραχωρητήριο εδίδετο στον αρχηγό της οικογενείας ακάλυπτο οικόπεδο για αυτοστέγασή του, με την ανέγερση σ’ αυτό οικοδομής. Ωστόσο, ο δικαιούχος δεν καθίστατο κύριος του ακινήτου, ούτε εδύνατο αυτός, ή τρίτος να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου με χρησικτησία, εάν δεν συνέβαιναν δύο πράγματα.
Πρώτον, θα έπρεπε οι δόσεις που το κράτος είχε ορίσει για την αποπληρωμή του τιμήματος του ακινήτου να έχουν στο σύνολό τους αποπληρωθεί. Δεύτερον, απαιτείτο να έχει ανεγερθεί εντός του εν λόγω οικοπέδου πλήρης οικοδομή. Πριν από την αποπληρωμή του τιμήματος και την ανέγερση της οικοδομής το παραχωρηθέν οικόπεδο εξακολουθούσε να ανήκει στην κυριότητα και στη νομή του Δημοσίου και απαγορευόταν η μεταβίβασή του σε τρίτους.
Επειδή το παραχωρηθέν οικόπεδο, μετά της ανεγερθείσης οικίας, γινόταν αντικείμενο αποκλειστικής χρήσεως από την οικογένεια των προσφύγων στους οποίους είχε παραχωρηθεί και επειδή το θεωρούσαν ως σπίτι τους επί πολλά έτη, ενώ διαρκούσε ακόμα η αποπληρωμή των δόσεων του τιμήματος, δημιουργήθηκε το θέμα εάν μετά την πάροδο είκοσι ετών η οικογένεια είχε αποκτήσει ούτως ή άλλως την κυριότητα του ακινήτου με χρησικτησία, ανεξαρτήτως του αν είχε αποπληρώσει το σύνολο του τιμήματος.
Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική, ακριβώς διότι κατά το νόμο πριν την ανέγερση πλήρους κατοικίας αλλά και την εξόφληση όλων των δόσεων του ακινήτου, εκείνοι που το κατέχουν δεν δύνανται να ισχυρισθούν ότι χρησιδεσπόζουν επ’ αυτού, δηλαδή ότι το κατέχουν με διάνοια κυρίου και άρα ότι μετά την πάροδο είκοσι ετών, που είναι η συνήθης προθεσμία της χρησικτησίας, έχουν καταστεί κύριοι του ακινήτου και θα μπορούσαν ενδεχομένως ακόμα και να το μεταβιβάσουν, δηλ. να το πωλήσουν, να το δωρίσουν κλπ.
Πρέπει ωστόσο να υπογραμμισθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός, ότι δηλαδή ένα ακίνητο που φέρεται ότι έχει αποκτηθεί κατά κυριότητα από της οικογένεια των προσφύγων με χρησικτησία δεν μπορεί να ευσταθήσει επειδή η οικογένεια δεν είχε αποπληρώσει τις δόσεις, πρέπει να προταθεί από εκείνον που έχει συμφέρον να αποδείξει ότι η οικογένεια δεν απέκτησε την κυριότητα με χρησικτησία, στα δικαστήρια της ουσίας, δηλαδή είτε στο Ειρηνοδικείο, είτε στο Πρωτοδικείο, ή στο Εφετείο. Αν ο ισχυρισμός αυτός δεν προταθεί εγκαίρως και παραδεκτώς από την αρχή της δίκης, είναι πολύ πιθανό ο Άρειος Πάγος να μην τον δεχθεί, διότι θα προβάλλεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, ενώ θα έπρεπε δικονομικώς να είχε προταθεί πρωτοδίκως.
Ενώ δηλαδή στην υπόθεση αυτή είναι αναμφίβολο ότι ο νόμος ορίζει ότι δεν μπορεί κάποιος να αποκτήσει προσφυγικό ακίνητο με χρησικτησία αν δεν έχει πληρώσει όλες τις δόσεις του τιμήματος, τελικώς η απόφαση δικαιώνει εκείνους που ισχυρίσθηκαν την χρησικτησία, απλώς και μόνο επειδή ο αντίδικός τους δεν προέβαλε τον ορθό ισχυρισμό από τα πρώτα στάδια της δίκης και η προβολή του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου εκρίθη απαράδεκτος.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Χρησικτησία ακινήτου στην Ελλάδα σημαίνει δυνατότητα κτήσεως της κυριότητος ακινήτου χωρίς συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά μόνο με την επί 20ετία (κατ’ εξαίρεση και 10ετία) κατοχή του ακινήτου διανοία κυρίου, δηλαδή με την πεποίθηση ότι το εξουσιάζεις ως περιουσία σου και όχι π.χ. ως ενοικιαστής αυτού.
Η υπ’ αριθ. 397/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου εστιάζει στη νομική έννοια της χρησικτησίας στο ειδικό θέμα των προσφυγικών ακινήτων, δηλ. στα ακίνητα που το Ελληνικό Δημόσιο παρεχώρησε σε Έλληνες πρόσφυγες που ήλθαν στην Ελλάδα διωγμένοι από άλλες χώρες.
Το κράτος παρεχώρησε οικόπεδα για την αστική αποκατάσταση προσφύγων. Κατά το παραχωρητήριο εδίδετο στον αρχηγό της οικογενείας ακάλυπτο οικόπεδο για αυτοστέγασή του, με την ανέγερση σ’ αυτό οικοδομής. Ωστόσο, ο δικαιούχος δεν καθίστατο κύριος του ακινήτου, ούτε εδύνατο αυτός, ή τρίτος να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου με χρησικτησία, εάν δεν συνέβαιναν δύο πράγματα.
Πρώτον, θα έπρεπε οι δόσεις που το κράτος είχε ορίσει για την αποπληρωμή του τιμήματος του ακινήτου να έχουν στο σύνολό τους αποπληρωθεί. Δεύτερον, απαιτείτο να έχει ανεγερθεί εντός του εν λόγω οικοπέδου πλήρης οικοδομή. Πριν από την αποπληρωμή του τιμήματος και την ανέγερση της οικοδομής το παραχωρηθέν οικόπεδο εξακολουθούσε να ανήκει στην κυριότητα και στη νομή του Δημοσίου και απαγορευόταν η μεταβίβασή του σε τρίτους.
Επειδή το παραχωρηθέν οικόπεδο, μετά της ανεγερθείσης οικίας, γινόταν αντικείμενο αποκλειστικής χρήσεως από την οικογένεια των προσφύγων στους οποίους είχε παραχωρηθεί και επειδή το θεωρούσαν ως σπίτι τους επί πολλά έτη, ενώ διαρκούσε ακόμα η αποπληρωμή των δόσεων του τιμήματος, δημιουργήθηκε το θέμα εάν μετά την πάροδο είκοσι ετών η οικογένεια είχε αποκτήσει ούτως ή άλλως την κυριότητα του ακινήτου με χρησικτησία, ανεξαρτήτως του αν είχε αποπληρώσει το σύνολο του τιμήματος.
Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική, ακριβώς διότι κατά το νόμο πριν την ανέγερση πλήρους κατοικίας αλλά και την εξόφληση όλων των δόσεων του ακινήτου, εκείνοι που το κατέχουν δεν δύνανται να ισχυρισθούν ότι χρησιδεσπόζουν επ’ αυτού, δηλαδή ότι το κατέχουν με διάνοια κυρίου και άρα ότι μετά την πάροδο είκοσι ετών, που είναι η συνήθης προθεσμία της χρησικτησίας, έχουν καταστεί κύριοι του ακινήτου και θα μπορούσαν ενδεχομένως ακόμα και να το μεταβιβάσουν, δηλ. να το πωλήσουν, να το δωρίσουν κλπ.
Πρέπει ωστόσο να υπογραμμισθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός, ότι δηλαδή ένα ακίνητο που φέρεται ότι έχει αποκτηθεί κατά κυριότητα από της οικογένεια των προσφύγων με χρησικτησία δεν μπορεί να ευσταθήσει επειδή η οικογένεια δεν είχε αποπληρώσει τις δόσεις, πρέπει να προταθεί από εκείνον που έχει συμφέρον να αποδείξει ότι η οικογένεια δεν απέκτησε την κυριότητα με χρησικτησία, στα δικαστήρια της ουσίας, δηλαδή είτε στο Ειρηνοδικείο, είτε στο Πρωτοδικείο, ή στο Εφετείο. Αν ο ισχυρισμός αυτός δεν προταθεί εγκαίρως και παραδεκτώς από την αρχή της δίκης, είναι πολύ πιθανό ο Άρειος Πάγος να μην τον δεχθεί, διότι θα προβάλλεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, ενώ θα έπρεπε δικονομικώς να είχε προταθεί πρωτοδίκως.
Ενώ δηλαδή στην υπόθεση αυτή είναι αναμφίβολο ότι ο νόμος ορίζει ότι δεν μπορεί κάποιος να αποκτήσει προσφυγικό ακίνητο με χρησικτησία αν δεν έχει πληρώσει όλες τις δόσεις του τιμήματος, τελικώς η απόφαση δικαιώνει εκείνους που ισχυρίσθηκαν την χρησικτησία, απλώς και μόνο επειδή ο αντίδικός τους δεν προέβαλε τον ορθό ισχυρισμό από τα πρώτα στάδια της δίκης και η προβολή του το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου εκρίθη απαράδεκτος.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Ο μεθυσμένος οδηγός αποζημιώνει την ασφαλιστική του!
Του Χρήστου Ηλιόπουλου
Ισχύει και στην Ελλάδα η υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτου για την περίπτωση που ο οδηγός / ιδιοκτήτης του προκαλέσει ατύχημα και υλικές ζημίες σε τρίτους, ή ακόμα και τραυματισμό ή απώλεια ζωής. Με απλά λόγια η ασφαλιστική εταιρεία στην οποία είναι ασφαλισμένο το αυτοκίνητο που προκάλεσε αποκλειστικώς ή εν μέρει το ατύχημα αποζημιώνει τους τρίτους που έχουν υποστεί παντός είδους ζημίες.
Απαραίτητη κατά νόμον προϋπόθεση για να καταβληθεί αποζημίωση είναι να αποδειχθεί στο δικαστήριο (ή να γίνει αποδεκτό εξωδίκως από την ασφαλιστική, χωρίς δικαστήριο) ότι ο ασφαλισμένος οδηγός εξεδήλωσε κατά την οδήγηση συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, να προκλήθηκε ζημία και η ζημία να είναι αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του υπαιτίου οδηγού, να υπάρχει δηλαδή ο λεγόμενος αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού και στην ζημία που προεκλήθη.
Ο ασφαλισμένος οδηγός καλύπτεται συνεπώς από την ασφαλιστική του για την αμέλεια που επέδειξε προκαλώντας ατύχημα και δεν θα χρειασθεί να καταβάλει από την τσέπη του τα χρηματικά ποσά που είτε εξωδίκως συμφωνήθηκαν, είτε αποφασίσθηκαν από το δικαστήριο για την αποκατάσταση των ζημιών των τρίτων.
Υπάρχουν ωστόσο κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η ασφαλιστική εταιρεία θα καλύψει βεβαίως τις ζημιές των τρίτων, αλλά ακολούθως θα στραφεί κατά του ασφαλισμένου της για να του ζητήσει να της καταβάλει όσα η ασφαλιστική υποχρεώθηκε να καταβάλει για αποκατάσταση ζημιών των τρίτων.
Μία από τις περιπτώσεις αυτές που συνήθως προβλέπονται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνάπτουν ασφαλιστική εταιρεία και ασφαλιζόμενος οδηγός, είναι όταν ο οδηγός προκαλέσει ατύχημα σε κατάσταση μέθης. Εάν αποδειχθεί αυτό, τότε ό,τι η ασφαλιστική εταιρεία υποχρεωθεί να καταβάλει στους ζημιωθέντες από το ατύχημα, δικαιούται να το αξιώσει από τον ασφαλισμένο της, που προκάλεσε το ατύχημα λόγω μέθης του.
Κατά την υπ΄αριθ. 128/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η μέθοδος της αιμοληψίας για την εξακρίβωση της χρήσεως οινοπνεύματος από οδηγό κατά την οδήγηση οχήματος δεν είναι αποκλειστική στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, που έχει ως αντικείμενο την διαπίστωση της υποχρεώσεως του ασφαλισμένου να καταβάλει στον ασφαλιστή κάθε ποσό που ο τελευταίος θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο.
Η διαπίστωση της μέθης μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως καταθέσεις μαρτύρων, σοβαρή παραβατική οδηγική συμπεριφορά και άλλες ενδείξεις. Στην εν λόγω δίκη το Εφετείο εδέχθη και ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος τελούσε σε κατάσταση μέθης, δεδομένου ότι ανιχνεύθηκε στο αίμα του αλκοόλ 0,77 γραμμάρια, αλλά και από άλλα συμπτώματα, όπως επειδή οδηγούσε με ταχύτητα ανώτερη εκείνης που επέτρεπαν οι συνθήκες της οδού (στροφή – νύκτα), όπως προκύπτει και από την σφοδρότητα της σύγκρουσης και από το ότι δεν κατόρθωσε να συγκρατήσει το όχημά του στο ρεύμα πορείας του.
Επομένως, ο Άρειος Πάγος εδέχθη το αίτημα της ασφαλιστικής εταιρείας για την διαπίστωση της μέθης του ασφαλισμένου της κατά τον χρόνο του ατυχήματος, πράγμα που οδηγεί στην υποχρέωση του ασφαλισμένου να αποδώσει στην ασφαλιστική του όσα χρήματα η ασφαλιστική κατέβαλε ως αποζημίωση στους τρίτους ζημιωθέντες.
Αν αναλογισθεί κανείς ότι οι προκληθείσες ζημίες μπορεί να είναι μεγάλες και παντός είδους (από αποκατάσταση υλικών ζημιών, απωλεσθέντων εισοδημάτων μέχρι ηθική βλάβη για τραυματισμό ή ψυχική οδύνη για θάνατο) και η αποζημίωση που κατέβαλε η ασφαλιστική μπορεί να ανέλθει σε πολύ υψηλά ποσά, γίνεται αντιληπτό ότι ο σε κατάσταση μέθης ασφαλισμένος οδηγός μπορεί να κληθεί να αποζημιώσει την ασφαλιστική του με τα αντίστοιχα μεγάλα ποσά, που είτε μπορεί να μην διαθέτει καν, είτε να του προκαλέσουν οικονομική καταστροφή με απώλεια των περισσοτέρων ή και όλων των περιουσιακών του στοιχείων.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Tuesday, February 21, 2012
Ελλείψει κληρονόμου, δικαιούχος το Δημόσιο του Χρήστου Ηλιόπουλου
Το ποιός ή ποιοί είναι οι κληρονόμοι κατά το ελληνικό δίκαιο ορίζεται από την διαθήκη. Αν δεν υπάρχει διαθήκη, ισχύει η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, που σημαίνει ότι κληρονομούν τέκνα (ή εγγόνια) και επιζών σύζυγος, ή μόνο τέκνα ή εγγόνια εάν δεν υπάρχει σύζυγος, ή σύζυγος, γονείς και αδέλφια του θανόντος αν δεν υπάρχουν τέκνα ούτε εγγόνια, ή σύζυγος και ανήψια του θανόντος, εάν δεν ζουν τα αδέλφια του, ή σειρά άλλων λιγότερο στενών συγγενών.
Από την διαθήκη αλλά και τη νόμιμη μοίρα μπορεί να προκύπτει συνδυασμός ποσοστών των κληρονόμων, διότι τέκνα ή εγγόνια, σύζυγος και γονείς του κληρονομουμένου κληρονομούν πάντοτε ένα ελάχιστο μερίδιο, ακόμα κι αν δεν αναφέρονται καθόλου στην διαθήκη.
Εάν δεν υπάρχει κανένας κληρονόμος, ή όσοι υπήρχαν έχουν αποποιηθεί, εξ αδιαθέτου κληρονόμος καλείται το Δημόσιο. Η αναγνώριση ότι κληρονόμος είναι το Δημόσιο γίνεται με δικαστική απόφαση. Συμφέρον για την έκδοση της αποφάσεως αυτής μπορεί να έχει εκτός από το Δημόσιο και κάποιος συγκύριος, που έχει κληρονομήσει ποσοστό της κληρονομίας και ενδιαφέρεται για την αξιοποίηση του κοινού περιουσιακού στοιχείου.
Μία περίπτωση κατά την οποία τρίτος επιδιώκει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως που να αναγνωρίζει το Δημόσιο ως κληρονόμο είναι όταν ο εκμισθωτής, δηλ. ο ιδιοκτήτης ενός μισθωμένου ακινήτου ενδιαφέρεται να λάβει τα χρήματα που του οφείλονται από την μίσθωση του ακινήτου του.
Αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία ο ενοικιαστής απεβίωσε και είτε χρώσταγε πριν το θάνατό του ενοίκια, είτε μετά τον θάνατό του δεν έχουν καταβληθεί ενοίκια και ο ιδιοκτήτης του ακινήτου χάνει χρήματα.
Στην υπ’ αριθ. 607/2011 απόφαση του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία ο ενοικιαστής είχε αποβιώσει και οι εγγύτεροι συγγενείς του αποποιήθηκαν της κληρονομίας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κανένας κληρονόμος πλην του Δημοσίου, που κληρονομεί εξ αδιαθέτου.
Εάν αποβιώσει ο μισθωτής (ενοικιαστής) δεν λήγει η μίσθωση, αλλά στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του μισθωτή, που στην υπόθεση αυτή ήταν το Δημόσιο. Ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο, μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει, ως αποζημίωση, το συμφωνημένο μίσθωμα.
Ο ιδιοκτήτης του μισθωμένου ακινήτου για να λάβει τα μισθώματα που εδικαιούτο προσέφυγε στο δικαστήριο, πρώτα για να αναγνωρισθεί ότι κληρονόμος του θανόντος αρχικού μισθωτή είναι το Δημόσιο και επέτυχε την έκδοση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως. Το Δημόσιο εφεσίβαλε την απόφαση, το Εφετείο όμως απέρριψε την έφεση του Δημοσίου και τελικώς το Δημόσιο απεδέχθη την δικαστική απόφαση που το ανεγνώριζε ως κληρονόμο.
Ακολούθως ο ιδιοκτήτης προσέφυγε εκ νέου σε δικαστήριο για να πετύχει αυτή την φορά την καταδίκη του Δημοσίου στην καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων. Το δικαστήριο για μία ακόμη φορά δικαίωσε τον ιδιοκτήτη και υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα, το Δημόσιο υπέβαλε εκ νέου έφεση, η οποία πάλι απερρίφθη και το Δημόσιο άσκησε αναίρεση στον Άρειο Πάγο.
Ο Άρειος Πάγος δικαίωσε τον ιδιοκτήτη του μισθωμένου ακινήτου κρίνοντας ότι το Δημόσιο όφειλε να καταβάλει τα μισθώματα, τα οποία δεν αποτελούσαν χρέος της κληρονομίας, δηλαδή δεν οφείλοντο πριν τον θάνατο του αρχικού μισθωτή, ώστε το Δημόσιο να θεωρείται αποδεχόμενο την κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής (να μην πληρώνει αν δεν αρκεί το ενεργητικό της κληρονομίας), αλλά το χρέος προερχόταν από τις ενέργειες του ιδίου του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, μετά την υπεισέλευσή του ως κληρονόμου του αρχικού μισθωτή, στη μισθωτική σχέση, παρακρατούσε το μίσθιο χωρίς να πληρώνει το μίσθωμα.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Από την διαθήκη αλλά και τη νόμιμη μοίρα μπορεί να προκύπτει συνδυασμός ποσοστών των κληρονόμων, διότι τέκνα ή εγγόνια, σύζυγος και γονείς του κληρονομουμένου κληρονομούν πάντοτε ένα ελάχιστο μερίδιο, ακόμα κι αν δεν αναφέρονται καθόλου στην διαθήκη.
Εάν δεν υπάρχει κανένας κληρονόμος, ή όσοι υπήρχαν έχουν αποποιηθεί, εξ αδιαθέτου κληρονόμος καλείται το Δημόσιο. Η αναγνώριση ότι κληρονόμος είναι το Δημόσιο γίνεται με δικαστική απόφαση. Συμφέρον για την έκδοση της αποφάσεως αυτής μπορεί να έχει εκτός από το Δημόσιο και κάποιος συγκύριος, που έχει κληρονομήσει ποσοστό της κληρονομίας και ενδιαφέρεται για την αξιοποίηση του κοινού περιουσιακού στοιχείου.
Μία περίπτωση κατά την οποία τρίτος επιδιώκει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως που να αναγνωρίζει το Δημόσιο ως κληρονόμο είναι όταν ο εκμισθωτής, δηλ. ο ιδιοκτήτης ενός μισθωμένου ακινήτου ενδιαφέρεται να λάβει τα χρήματα που του οφείλονται από την μίσθωση του ακινήτου του.
Αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία ο ενοικιαστής απεβίωσε και είτε χρώσταγε πριν το θάνατό του ενοίκια, είτε μετά τον θάνατό του δεν έχουν καταβληθεί ενοίκια και ο ιδιοκτήτης του ακινήτου χάνει χρήματα.
Στην υπ’ αριθ. 607/2011 απόφαση του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία ο ενοικιαστής είχε αποβιώσει και οι εγγύτεροι συγγενείς του αποποιήθηκαν της κληρονομίας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κανένας κληρονόμος πλην του Δημοσίου, που κληρονομεί εξ αδιαθέτου.
Εάν αποβιώσει ο μισθωτής (ενοικιαστής) δεν λήγει η μίσθωση, αλλά στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του μισθωτή, που στην υπόθεση αυτή ήταν το Δημόσιο. Ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο, μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει, ως αποζημίωση, το συμφωνημένο μίσθωμα.
Ο ιδιοκτήτης του μισθωμένου ακινήτου για να λάβει τα μισθώματα που εδικαιούτο προσέφυγε στο δικαστήριο, πρώτα για να αναγνωρισθεί ότι κληρονόμος του θανόντος αρχικού μισθωτή είναι το Δημόσιο και επέτυχε την έκδοση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως. Το Δημόσιο εφεσίβαλε την απόφαση, το Εφετείο όμως απέρριψε την έφεση του Δημοσίου και τελικώς το Δημόσιο απεδέχθη την δικαστική απόφαση που το ανεγνώριζε ως κληρονόμο.
Ακολούθως ο ιδιοκτήτης προσέφυγε εκ νέου σε δικαστήριο για να πετύχει αυτή την φορά την καταδίκη του Δημοσίου στην καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων. Το δικαστήριο για μία ακόμη φορά δικαίωσε τον ιδιοκτήτη και υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα, το Δημόσιο υπέβαλε εκ νέου έφεση, η οποία πάλι απερρίφθη και το Δημόσιο άσκησε αναίρεση στον Άρειο Πάγο.
Ο Άρειος Πάγος δικαίωσε τον ιδιοκτήτη του μισθωμένου ακινήτου κρίνοντας ότι το Δημόσιο όφειλε να καταβάλει τα μισθώματα, τα οποία δεν αποτελούσαν χρέος της κληρονομίας, δηλαδή δεν οφείλοντο πριν τον θάνατο του αρχικού μισθωτή, ώστε το Δημόσιο να θεωρείται αποδεχόμενο την κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής (να μην πληρώνει αν δεν αρκεί το ενεργητικό της κληρονομίας), αλλά το χρέος προερχόταν από τις ενέργειες του ιδίου του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, μετά την υπεισέλευσή του ως κληρονόμου του αρχικού μισθωτή, στη μισθωτική σχέση, παρακρατούσε το μίσθιο χωρίς να πληρώνει το μίσθωμα.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Ακυρώνεται η γονική παροχή λόγω νομίμου μοίρας; του Χρήστου Ηλιόπουλου
Οι γονείς μπορούν κατά το ελληνικό δίκαιο να μεταβιβάζουν στα παιδιά τους ακίνητα με γονική παροχή, απολαμβάνοντας μάλιστα υψηλού αφορολογήτου (150.000 ευρώ σήμερα) ανά τέκνο. Όταν οι γονικές παροχές γίνονται περίπου ισομερώς προς όλα τα τέκνα, δεν αναμένεται να προκύψουν αντιδικίες αναφορικώς με την κληρονομία του γονέα.
Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου για διάφορους λόγους ο γονέας έχει προβεί σε γονική παροχή ακινήτου προς το ένα τέκνο του, ενώ προς το άλλο ενδεχομένως να είχε προβεί σε άλλους είδους παροχές κατά το παρελθόν. Όταν αποβιώσει ο γονέας, το παιδί που δεν είχε λάβει γονική παροχή μπορεί να δικαιούται, υπό προϋποθέσεις, να ακυρώσει την γονική παροχή, ή τμήμα αυτής, που είχε κάνει ο γονέας του προς τον αδελφό ή την αδελφή του, κυρίως αν η κληρονομία δεν επαρκεί για την νόμιμη μοίρα.
Γονική παροχή που έλαβε χώρα μέχρι δέκα έτη προ του θανάτου του γονέα μπορεί να ακυρωθεί προκειμένου να συμπληρωθεί η νόμιμη μοίρα του τέκνου, εφόσον θεωρηθεί ότι η γονική παροχή αποτελεί δωρεά. Η γονική παροχή θεωρείται ότι δεν αποτελεί δωρεά όταν έχει γίνει από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Επίσης, ο νόμος ορίζει ότι η γονική παροχή στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, ή για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Όταν η περιουσία του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του τέκνου, αυτό δικαιούται να ασκήσει αγωγή για να προσπαθήσει να ακυρώσει τη γονική παροχή, στο μέτρο που η γονική παροχή θα θεωρηθεί δωρεά. Εάν επί παραδείγματι ο γονέας έκανε γονική παροχή στο ένα από τα δύο του τέκνα, δύο χρόνια πριν αποβιώσει, ακίνητο αξίας 100.000 ευρώ, ενώ όταν απεβίωσε δεν άφησε περιουσία και οι πλησιέστεροι συγγενείς του είναι τα δύο τέκνα του, η νόμιμη μοίρα του άλλου τέκνου είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, είναι δηλαδή το 1/4 της κληρονομίας.
Ο θανών γονέας όμως δεν άφησε καθόλου περιουσιακά στοιχεία κατά τον θάνατό του, με αποτέλεσμα το τέκνο που δεν έλαβε νόμιμη μοίρα να επιχειρήσει με αγωγή στα δικαστήρια κατά του αδελφού του να ακυρώσει το γονική παροχή αξίας 100.000 ευρώ, όχι για να λάβει όλο αυτό το ποσό, αλλά για να λάβει το 1/4, δηλ. 25.000 ευρώ.
Σημαντικό μέρος της δίκης θα κριθεί από το σε ποιόν βαθμό η γονική παροχή θα θεωρηθεί δωρεά. Αν κριθεί ότι ήταν δωρεά στο συνολό της, τότε ο ενάγων θα λάβει το 1/4 της αξίας της, δηλ. 25.000 ευρώ. Αν όμως κριθεί ότι ήταν δωρεά μόνο κατά το ήμισυ αυτής, δηλαδή κατά τις 50.000 ευρώ, τότε θα λάβει το 1/4 των 50.000 ευρώ, ήτοι 12.500 ευρώ.
Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό, καθώς η κάθε υπόθεση έχει ειδικές περιστάσεις και πολλά οικογενειακά δεδομένα, που παίζουν σημαντικό ρόλο στο τι θα θεωρηθεί δωρεά, τι θα θεωρηθεί ότι υπερβαίνει το μέτρο και ποιά περιστατικά θα κρίνει το δικαστήριο ότι αποτελούν λόγους ευπρεπείας ή ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, ποιές ήταν οι αξίας παροχών των γονέων προς τα τέκνα τους κλπ.
Πάντως τα δικαστήρια έχουν παγίως κρίνει, όπως και η υπ’ αριθ. 1769/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι η αγωγή με την οποία ο ένας αδελφός διεκδικεί την ακύρωση της γονικής παροχής ή της δωρεάς για να λάβει τη νόμιμη μοίρα του πρέπει να αναφέρει την αξία της κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα. Αυτό διευκολύνει και τον εναγόμενο, δηλαδή τον αδελφό που έχει λάβει την γονική παροχή, διότι σε περίπτωση που η αγωγή γίνει δεκτή και κληθεί να επιστρέψει στον αδελφό του επί παραδείγματι το 1/4 της κληρονομίας, αντί να ακυρώσει την γονική παροχή και να ανατρέψει ένα συμβόλαιο, δηλ. έναν τίτλο ακινήτου, δύναται να επιλέξει να καταβάλει την αξία εις χρήμα του 1/4 και να αποφύγει την ακύρωση του συμβολαίου του ακινήτου. Αν στην αγωγή δεν αναφέρεται η αξία της δωρεάς, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου για διάφορους λόγους ο γονέας έχει προβεί σε γονική παροχή ακινήτου προς το ένα τέκνο του, ενώ προς το άλλο ενδεχομένως να είχε προβεί σε άλλους είδους παροχές κατά το παρελθόν. Όταν αποβιώσει ο γονέας, το παιδί που δεν είχε λάβει γονική παροχή μπορεί να δικαιούται, υπό προϋποθέσεις, να ακυρώσει την γονική παροχή, ή τμήμα αυτής, που είχε κάνει ο γονέας του προς τον αδελφό ή την αδελφή του, κυρίως αν η κληρονομία δεν επαρκεί για την νόμιμη μοίρα.
Γονική παροχή που έλαβε χώρα μέχρι δέκα έτη προ του θανάτου του γονέα μπορεί να ακυρωθεί προκειμένου να συμπληρωθεί η νόμιμη μοίρα του τέκνου, εφόσον θεωρηθεί ότι η γονική παροχή αποτελεί δωρεά. Η γονική παροχή θεωρείται ότι δεν αποτελεί δωρεά όταν έχει γίνει από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Επίσης, ο νόμος ορίζει ότι η γονική παροχή στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, ή για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Όταν η περιουσία του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του τέκνου, αυτό δικαιούται να ασκήσει αγωγή για να προσπαθήσει να ακυρώσει τη γονική παροχή, στο μέτρο που η γονική παροχή θα θεωρηθεί δωρεά. Εάν επί παραδείγματι ο γονέας έκανε γονική παροχή στο ένα από τα δύο του τέκνα, δύο χρόνια πριν αποβιώσει, ακίνητο αξίας 100.000 ευρώ, ενώ όταν απεβίωσε δεν άφησε περιουσία και οι πλησιέστεροι συγγενείς του είναι τα δύο τέκνα του, η νόμιμη μοίρα του άλλου τέκνου είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, είναι δηλαδή το 1/4 της κληρονομίας.
Ο θανών γονέας όμως δεν άφησε καθόλου περιουσιακά στοιχεία κατά τον θάνατό του, με αποτέλεσμα το τέκνο που δεν έλαβε νόμιμη μοίρα να επιχειρήσει με αγωγή στα δικαστήρια κατά του αδελφού του να ακυρώσει το γονική παροχή αξίας 100.000 ευρώ, όχι για να λάβει όλο αυτό το ποσό, αλλά για να λάβει το 1/4, δηλ. 25.000 ευρώ.
Σημαντικό μέρος της δίκης θα κριθεί από το σε ποιόν βαθμό η γονική παροχή θα θεωρηθεί δωρεά. Αν κριθεί ότι ήταν δωρεά στο συνολό της, τότε ο ενάγων θα λάβει το 1/4 της αξίας της, δηλ. 25.000 ευρώ. Αν όμως κριθεί ότι ήταν δωρεά μόνο κατά το ήμισυ αυτής, δηλαδή κατά τις 50.000 ευρώ, τότε θα λάβει το 1/4 των 50.000 ευρώ, ήτοι 12.500 ευρώ.
Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό, καθώς η κάθε υπόθεση έχει ειδικές περιστάσεις και πολλά οικογενειακά δεδομένα, που παίζουν σημαντικό ρόλο στο τι θα θεωρηθεί δωρεά, τι θα θεωρηθεί ότι υπερβαίνει το μέτρο και ποιά περιστατικά θα κρίνει το δικαστήριο ότι αποτελούν λόγους ευπρεπείας ή ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, ποιές ήταν οι αξίας παροχών των γονέων προς τα τέκνα τους κλπ.
Πάντως τα δικαστήρια έχουν παγίως κρίνει, όπως και η υπ’ αριθ. 1769/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι η αγωγή με την οποία ο ένας αδελφός διεκδικεί την ακύρωση της γονικής παροχής ή της δωρεάς για να λάβει τη νόμιμη μοίρα του πρέπει να αναφέρει την αξία της κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα. Αυτό διευκολύνει και τον εναγόμενο, δηλαδή τον αδελφό που έχει λάβει την γονική παροχή, διότι σε περίπτωση που η αγωγή γίνει δεκτή και κληθεί να επιστρέψει στον αδελφό του επί παραδείγματι το 1/4 της κληρονομίας, αντί να ακυρώσει την γονική παροχή και να ανατρέψει ένα συμβόλαιο, δηλ. έναν τίτλο ακινήτου, δύναται να επιλέξει να καταβάλει την αξία εις χρήμα του 1/4 και να αποφύγει την ακύρωση του συμβολαίου του ακινήτου. Αν στην αγωγή δεν αναφέρεται η αξία της δωρεάς, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Άκυρη η καταδίκη, αν δεν εξετάσθηκε μάρτυρας του Χρήστου Ηλιόπουλου
Στο ποινικό δικαστήριο στην Ελλάδα, δηλ. στο δικαστήριο που επιβάλλει κυρίως ποινές φυλάκισης ή κάθειρξης, ο κατηγορούμενος έχει σειρά δικαιωμάτων που δικαιούται να ασκήσει, ώστε η δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί να παρέχει τα εχέγγυα της αμεροληψίας, της δίκαιης δίκης, της προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ.
Δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι να προτείνει μάρτυρες υπερασπίσεως, που πρέπει να προσέλθουν ενώπιον του Δικαστηρίου και να καταθέσουν όσα γνωρίζουν για την υπόθεση.
Εάν κάποιος μάρτυς υπερασπίσεως δεν βρίσκεται στο ακροατήριο του Δικαστηρίου όταν λαμβάνει χώρα η δίκη, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για άλλη ημερομηνία, ώστε να καταστεί δυνατόν να εμφανισθεί τότε ο συγκεκριμένος μάρτυς υπερασπίσεως και να καταθέσει υπέρ του κατηγορουμένου.
Το ποινικό Δικαστήριο έχει υποχρέωση εκ του νόμου να απαντήσει επί του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή λόγω απουσίας ενός σημαντικού μάρτυρος υπερασπίσεως. Το Δικαστήριο δηλαδή υποχρεούται να κρίνει επί της αιτήσεως, είτε αρνητικώς, οπότε και απορρίπτει το σχετικό αίτημα, είτε θετικώς, οπότε και αναβάλλει την δίκη για άλλη μέρα, προκειμένου να εμφανισθεί ο μάρτυς υπερασπίσεως που λείπει.
Εάν το Δικαστήριο δεν απαντήσει επί του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή λόγω απουσίας μάρτυρος υπερασπίσεως, η απόφαση που θα εκδοθεί θα πάσχει νομικώς, δηλαδή θα έχει προκληθεί ακυρότητα λόγω ελλείψεως ακροάσεως. Το άρθρο 170 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζει ότι επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζητήσουν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητώς τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα.
Ένα τέτοιο δικαίωμα είναι και εκείνο του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 352 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας να υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και να εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο και στο αίτημα αυτό το Δικαστήριο οφείλει να απαντήσει, άλλως προκαλείται ακυρότητα.
Βεβαίως, το αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να προβάλλεται στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο και η ακυρότητα θα προκύψει μόνο αν ο κατηγορούμενος επέμεινε στο αίτημά του και το Δικαστήριο δεν απήντησε.
Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την υπ’ αριθ. 7/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε αναίρεση του κατηγορουμένου που ισχυριζόταν ότι υπήρξε ακυρότητα της αποφάσεως που τον κατεδίκασε, διότι είχε ζητήσει την εξέταση μάρτυρα και το Δικαστήριο (Εφετείο) δεν απήντησε επί τους αιτήματος αυτού.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει στην δίκη στο Εφετείο να αναβληθεί η διαδικασία για να προσέλθει κάποιος μάρτυς, όμως ο κατηγορούμενος απέσυρε το αίτημά του αυτό, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν επέμεινε σ’ αυτό.
Φαίνεται λοιπόν από την συγκεκριμένη απόφαση του Αρείου Πάγου ότι το αίτημα για αναβολή της δίκης σε άλλη ημερομηνία, για να προσέλθει μάρτυς υπερασπίσεως πρέπει να προβάλλεται από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου κατά τρόπο όχι απλώς σαφή, αλλά και επιτακτικό και ότι θα πρέπει το αίτημα να υποβάλλεται επανειλημμένως και σοβαρώς, διότι άλλως, αν το αίτημα υποβληθεί μόνον άπαξ και ακολούθως ο κατηγορούμενος ή η υπεράσπισή του δεν επανέλθει στο αίτημα και δεν επιμείνει, το Δικαστήριο θα ερμηνεύσει αυτή την στάση ως απόσυρση του αιτήματος για αναβολή.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι να προτείνει μάρτυρες υπερασπίσεως, που πρέπει να προσέλθουν ενώπιον του Δικαστηρίου και να καταθέσουν όσα γνωρίζουν για την υπόθεση.
Εάν κάποιος μάρτυς υπερασπίσεως δεν βρίσκεται στο ακροατήριο του Δικαστηρίου όταν λαμβάνει χώρα η δίκη, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για άλλη ημερομηνία, ώστε να καταστεί δυνατόν να εμφανισθεί τότε ο συγκεκριμένος μάρτυς υπερασπίσεως και να καταθέσει υπέρ του κατηγορουμένου.
Το ποινικό Δικαστήριο έχει υποχρέωση εκ του νόμου να απαντήσει επί του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή λόγω απουσίας ενός σημαντικού μάρτυρος υπερασπίσεως. Το Δικαστήριο δηλαδή υποχρεούται να κρίνει επί της αιτήσεως, είτε αρνητικώς, οπότε και απορρίπτει το σχετικό αίτημα, είτε θετικώς, οπότε και αναβάλλει την δίκη για άλλη μέρα, προκειμένου να εμφανισθεί ο μάρτυς υπερασπίσεως που λείπει.
Εάν το Δικαστήριο δεν απαντήσει επί του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή λόγω απουσίας μάρτυρος υπερασπίσεως, η απόφαση που θα εκδοθεί θα πάσχει νομικώς, δηλαδή θα έχει προκληθεί ακυρότητα λόγω ελλείψεως ακροάσεως. Το άρθρο 170 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζει ότι επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζητήσουν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητώς τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα.
Ένα τέτοιο δικαίωμα είναι και εκείνο του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 352 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας να υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και να εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο και στο αίτημα αυτό το Δικαστήριο οφείλει να απαντήσει, άλλως προκαλείται ακυρότητα.
Βεβαίως, το αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να προβάλλεται στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο και η ακυρότητα θα προκύψει μόνο αν ο κατηγορούμενος επέμεινε στο αίτημά του και το Δικαστήριο δεν απήντησε.
Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την υπ’ αριθ. 7/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε αναίρεση του κατηγορουμένου που ισχυριζόταν ότι υπήρξε ακυρότητα της αποφάσεως που τον κατεδίκασε, διότι είχε ζητήσει την εξέταση μάρτυρα και το Δικαστήριο (Εφετείο) δεν απήντησε επί τους αιτήματος αυτού.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει στην δίκη στο Εφετείο να αναβληθεί η διαδικασία για να προσέλθει κάποιος μάρτυς, όμως ο κατηγορούμενος απέσυρε το αίτημά του αυτό, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν επέμεινε σ’ αυτό.
Φαίνεται λοιπόν από την συγκεκριμένη απόφαση του Αρείου Πάγου ότι το αίτημα για αναβολή της δίκης σε άλλη ημερομηνία, για να προσέλθει μάρτυς υπερασπίσεως πρέπει να προβάλλεται από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου κατά τρόπο όχι απλώς σαφή, αλλά και επιτακτικό και ότι θα πρέπει το αίτημα να υποβάλλεται επανειλημμένως και σοβαρώς, διότι άλλως, αν το αίτημα υποβληθεί μόνον άπαξ και ακολούθως ο κατηγορούμενος ή η υπεράσπισή του δεν επανέλθει στο αίτημα και δεν επιμείνει, το Δικαστήριο θα ερμηνεύσει αυτή την στάση ως απόσυρση του αιτήματος για αναβολή.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Monday, January 23, 2012
Συμφωνία για ακίνητο πάντα σε συμβολαιογράφο του Χρήστου Ηλιόπουλου
Μία από το πλέον διαδεδομένες μορφές επενδύσεως παγκοσμίως, αλλά ιδιαιτέρως μεταξύ των ελλήνων απανταχού γης, είναι τα ακίνητα. Συμφωνίες αγοραπωλησίας ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα συνάπτονται τόσο στην Πατρίδα, όσο και εκτός Ελλάδος, κυρίως από ομογενείς, αλλά συχνά και από αλλοδαπούς που επιδεικνύουν έντονο ενδιαφέρον για κτήση ακινήτων στην Ελλάδα.
Κάθε συμφωνία που αφορά αγορά ή πώληση ακινήτου που κείται στην Ελλάδα ρυθμίζεται από το ελληνικό δίκαιο, έστω κι αν συνάπτεται εκτός Ελλάδος ή μεταξύ μη Ελλήνων. Το ελληνικό δίκαιο ορίζει ότι οποιαδήποτε συμφωνία για μεταβίβαση ακινήτων πρέπει να καταγράφεται σε συμβολαιογραφικό έγγραφο. Αν η συμφωνία δεν συναφθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και δεν μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο ή στο κτηματολογικό γραφείο της περιοχής όπου βρίσκεται το ακίνητο, δεν έχει ισχύ.
Η επισήμανση ότι για αγοραπωλησία ακινήτων απαιτείται συμβόλαιο σε συμβολαιογράφο μπορεί να μοιάζει δεδομένη για τους Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα. Οι ομογενείς όμως και οι αλλοδαποί, που ζουν σε άλλες χώρες, ιδίως του αγγλοσαξωνικού δικαίου, εκτίθενται στο δίκαιο της χώρας όπου διαβιούν και δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να συνάπτουν εκεί συμφωνίες για ακίνητα στην Ελλάδα που δεν πληρούν τους όρους του ελληνικού δικαίου.
Πολλά είναι τα παραδείγματα ομογενών που συμφωνούν στο εξωτερικό την αγορά ακινήτου που βρίσκεται στην Ελλάδα, καταβάλλουν ένα μέρος ή το σύνολο του τιμήματος και συντάσσουν νομικά έγγραφα που έχουν ενδεχομένως αξία στην χώρα που διαμένουν, αλλά δεν επιφέρουν στην Ελλάδα το νομικό αποτέλεσμα που επιθυμούν, δηλ. την απόκτηση του ακινήτου για το οποίο έχουν δώσει χρήματα.
Πολλοί Έλληνες στο εξωτερικό έχουν αγοράσει ακίνητα στην Ελλάδα από κληρονόμους που ακόμα δεν είχαν στην κυριότητά τους το ακίνητο που πούλησαν, με αποτέλεσμα η συμφωνία του εξωτερικού να μην έχει νομική ισχύ στην Ελλάδα και να πρέπει να συνταχθούν εκ νέου συμβόλαια κατά τον ορθό τρόπο. Αυτό μπορεί όμως να μην είναι εφικτό, διότι οι προ ετών συμβαλλόμενοι στο εξωτερικό, σήμερα μπορεί να μην θέλουν να υπογράψουν τα νέα, σωστά συμβόλαια, ή ακόμα και να μην βρίσκονται πλέον στην ζωή, οπότε η νομική περιπλοκή με τους κληρονόμους τους γίνεται πιο μεγάλη.
Πρέπει συνεπώς όλοι να γνωρίζουν ότι για συμφωνίες αγοραπωλησίας ακινήτων απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, ώστε να αποφύγουν ζημία στα συμφέροντά τους. Ούτε συμβόλαιο, ούτε προσύμφωνο για αγορά ακινήτου μπορεί να εφαρμοσθεί στην Ελλάδα αν δεν έχει τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Αν η συμφωνία δεν έχει γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, εκείνος που ενδιαφέρεται να τηρηθεί η συμφωνία δεν μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο και να επιτύχει την εφαρμογή της.
Τα ανωτέρω, που αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του ελληνικού δικαίου, επιβεβαίωσε και η υπ’ αριθ. 499/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε υπόθεση όπου οι ενδιαφερόμενοι είχαν συμφωνήσει προφορικώς συγκεκριμένη διαδικασία για πλειστηριασμό ακινήτου και μεταπώληση αυτού στον αρχικό ιδιοκτήτη του.
Όταν το ένα από τα μέρη δεν τίμησε την προφορικώς αναληφθείσα υποχρέωσή του, το άλλο μέρος προσέφυγε στο δικαστήριο για να επιτύχει την εφαρμογή της συμφωνίας.
Όλα όμως τα δικαστήρια, μέχρι και τον Άρειο Πάγο, έκριναν ότι η συγκεκριμένη συμφωνία (προσύμφωνο) δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί διά του νόμου, διότι το προσύμφωνο που αφορά ακίνητο πρέπει να περιβληθεί τον τύπο που απαιτείται για την μεταβίβαση ακινήτων, δηλ. το συμβολαιογραφικό έγγραφο, πράγμα που δεν είχαν κάνει τα μέρη διότι είχαν μόνο προφορικώς συμφωνήσει τι ήθελαν να πράξουν. Το αποτέλεσμα ήταν ότι εκείνος που επιθυμούσε την τήρηση της συμφωνίας δεν εδύνατο να την επιβάλει δικαστικώς στην άλλη πλευρά που ενήργησε κατά διαφορετικό από την προφορική συμφωνία τους τρόπο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Κάθε συμφωνία που αφορά αγορά ή πώληση ακινήτου που κείται στην Ελλάδα ρυθμίζεται από το ελληνικό δίκαιο, έστω κι αν συνάπτεται εκτός Ελλάδος ή μεταξύ μη Ελλήνων. Το ελληνικό δίκαιο ορίζει ότι οποιαδήποτε συμφωνία για μεταβίβαση ακινήτων πρέπει να καταγράφεται σε συμβολαιογραφικό έγγραφο. Αν η συμφωνία δεν συναφθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και δεν μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο ή στο κτηματολογικό γραφείο της περιοχής όπου βρίσκεται το ακίνητο, δεν έχει ισχύ.
Η επισήμανση ότι για αγοραπωλησία ακινήτων απαιτείται συμβόλαιο σε συμβολαιογράφο μπορεί να μοιάζει δεδομένη για τους Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα. Οι ομογενείς όμως και οι αλλοδαποί, που ζουν σε άλλες χώρες, ιδίως του αγγλοσαξωνικού δικαίου, εκτίθενται στο δίκαιο της χώρας όπου διαβιούν και δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να συνάπτουν εκεί συμφωνίες για ακίνητα στην Ελλάδα που δεν πληρούν τους όρους του ελληνικού δικαίου.
Πολλά είναι τα παραδείγματα ομογενών που συμφωνούν στο εξωτερικό την αγορά ακινήτου που βρίσκεται στην Ελλάδα, καταβάλλουν ένα μέρος ή το σύνολο του τιμήματος και συντάσσουν νομικά έγγραφα που έχουν ενδεχομένως αξία στην χώρα που διαμένουν, αλλά δεν επιφέρουν στην Ελλάδα το νομικό αποτέλεσμα που επιθυμούν, δηλ. την απόκτηση του ακινήτου για το οποίο έχουν δώσει χρήματα.
Πολλοί Έλληνες στο εξωτερικό έχουν αγοράσει ακίνητα στην Ελλάδα από κληρονόμους που ακόμα δεν είχαν στην κυριότητά τους το ακίνητο που πούλησαν, με αποτέλεσμα η συμφωνία του εξωτερικού να μην έχει νομική ισχύ στην Ελλάδα και να πρέπει να συνταχθούν εκ νέου συμβόλαια κατά τον ορθό τρόπο. Αυτό μπορεί όμως να μην είναι εφικτό, διότι οι προ ετών συμβαλλόμενοι στο εξωτερικό, σήμερα μπορεί να μην θέλουν να υπογράψουν τα νέα, σωστά συμβόλαια, ή ακόμα και να μην βρίσκονται πλέον στην ζωή, οπότε η νομική περιπλοκή με τους κληρονόμους τους γίνεται πιο μεγάλη.
Πρέπει συνεπώς όλοι να γνωρίζουν ότι για συμφωνίες αγοραπωλησίας ακινήτων απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, ώστε να αποφύγουν ζημία στα συμφέροντά τους. Ούτε συμβόλαιο, ούτε προσύμφωνο για αγορά ακινήτου μπορεί να εφαρμοσθεί στην Ελλάδα αν δεν έχει τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Αν η συμφωνία δεν έχει γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, εκείνος που ενδιαφέρεται να τηρηθεί η συμφωνία δεν μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο και να επιτύχει την εφαρμογή της.
Τα ανωτέρω, που αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του ελληνικού δικαίου, επιβεβαίωσε και η υπ’ αριθ. 499/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε υπόθεση όπου οι ενδιαφερόμενοι είχαν συμφωνήσει προφορικώς συγκεκριμένη διαδικασία για πλειστηριασμό ακινήτου και μεταπώληση αυτού στον αρχικό ιδιοκτήτη του.
Όταν το ένα από τα μέρη δεν τίμησε την προφορικώς αναληφθείσα υποχρέωσή του, το άλλο μέρος προσέφυγε στο δικαστήριο για να επιτύχει την εφαρμογή της συμφωνίας.
Όλα όμως τα δικαστήρια, μέχρι και τον Άρειο Πάγο, έκριναν ότι η συγκεκριμένη συμφωνία (προσύμφωνο) δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί διά του νόμου, διότι το προσύμφωνο που αφορά ακίνητο πρέπει να περιβληθεί τον τύπο που απαιτείται για την μεταβίβαση ακινήτων, δηλ. το συμβολαιογραφικό έγγραφο, πράγμα που δεν είχαν κάνει τα μέρη διότι είχαν μόνο προφορικώς συμφωνήσει τι ήθελαν να πράξουν. Το αποτέλεσμα ήταν ότι εκείνος που επιθυμούσε την τήρηση της συμφωνίας δεν εδύνατο να την επιβάλει δικαστικώς στην άλλη πλευρά που ενήργησε κατά διαφορετικό από την προφορική συμφωνία τους τρόπο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Subscribe to:
Posts (Atom)