Το ποιός ή ποιοί είναι οι κληρονόμοι κατά το ελληνικό δίκαιο ορίζεται από την διαθήκη. Αν δεν υπάρχει διαθήκη, ισχύει η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, που σημαίνει ότι κληρονομούν τέκνα (ή εγγόνια) και επιζών σύζυγος, ή μόνο τέκνα ή εγγόνια εάν δεν υπάρχει σύζυγος, ή σύζυγος, γονείς και αδέλφια του θανόντος αν δεν υπάρχουν τέκνα ούτε εγγόνια, ή σύζυγος και ανήψια του θανόντος, εάν δεν ζουν τα αδέλφια του, ή σειρά άλλων λιγότερο στενών συγγενών.
Από την διαθήκη αλλά και τη νόμιμη μοίρα μπορεί να προκύπτει συνδυασμός ποσοστών των κληρονόμων, διότι τέκνα ή εγγόνια, σύζυγος και γονείς του κληρονομουμένου κληρονομούν πάντοτε ένα ελάχιστο μερίδιο, ακόμα κι αν δεν αναφέρονται καθόλου στην διαθήκη.
Εάν δεν υπάρχει κανένας κληρονόμος, ή όσοι υπήρχαν έχουν αποποιηθεί, εξ αδιαθέτου κληρονόμος καλείται το Δημόσιο. Η αναγνώριση ότι κληρονόμος είναι το Δημόσιο γίνεται με δικαστική απόφαση. Συμφέρον για την έκδοση της αποφάσεως αυτής μπορεί να έχει εκτός από το Δημόσιο και κάποιος συγκύριος, που έχει κληρονομήσει ποσοστό της κληρονομίας και ενδιαφέρεται για την αξιοποίηση του κοινού περιουσιακού στοιχείου.
Μία περίπτωση κατά την οποία τρίτος επιδιώκει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως που να αναγνωρίζει το Δημόσιο ως κληρονόμο είναι όταν ο εκμισθωτής, δηλ. ο ιδιοκτήτης ενός μισθωμένου ακινήτου ενδιαφέρεται να λάβει τα χρήματα που του οφείλονται από την μίσθωση του ακινήτου του.
Αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία ο ενοικιαστής απεβίωσε και είτε χρώσταγε πριν το θάνατό του ενοίκια, είτε μετά τον θάνατό του δεν έχουν καταβληθεί ενοίκια και ο ιδιοκτήτης του ακινήτου χάνει χρήματα.
Στην υπ’ αριθ. 607/2011 απόφαση του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία ο ενοικιαστής είχε αποβιώσει και οι εγγύτεροι συγγενείς του αποποιήθηκαν της κληρονομίας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κανένας κληρονόμος πλην του Δημοσίου, που κληρονομεί εξ αδιαθέτου.
Εάν αποβιώσει ο μισθωτής (ενοικιαστής) δεν λήγει η μίσθωση, αλλά στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του μισθωτή, που στην υπόθεση αυτή ήταν το Δημόσιο. Ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο, μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει, ως αποζημίωση, το συμφωνημένο μίσθωμα.
Ο ιδιοκτήτης του μισθωμένου ακινήτου για να λάβει τα μισθώματα που εδικαιούτο προσέφυγε στο δικαστήριο, πρώτα για να αναγνωρισθεί ότι κληρονόμος του θανόντος αρχικού μισθωτή είναι το Δημόσιο και επέτυχε την έκδοση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως. Το Δημόσιο εφεσίβαλε την απόφαση, το Εφετείο όμως απέρριψε την έφεση του Δημοσίου και τελικώς το Δημόσιο απεδέχθη την δικαστική απόφαση που το ανεγνώριζε ως κληρονόμο.
Ακολούθως ο ιδιοκτήτης προσέφυγε εκ νέου σε δικαστήριο για να πετύχει αυτή την φορά την καταδίκη του Δημοσίου στην καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων. Το δικαστήριο για μία ακόμη φορά δικαίωσε τον ιδιοκτήτη και υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα, το Δημόσιο υπέβαλε εκ νέου έφεση, η οποία πάλι απερρίφθη και το Δημόσιο άσκησε αναίρεση στον Άρειο Πάγο.
Ο Άρειος Πάγος δικαίωσε τον ιδιοκτήτη του μισθωμένου ακινήτου κρίνοντας ότι το Δημόσιο όφειλε να καταβάλει τα μισθώματα, τα οποία δεν αποτελούσαν χρέος της κληρονομίας, δηλαδή δεν οφείλοντο πριν τον θάνατο του αρχικού μισθωτή, ώστε το Δημόσιο να θεωρείται αποδεχόμενο την κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής (να μην πληρώνει αν δεν αρκεί το ενεργητικό της κληρονομίας), αλλά το χρέος προερχόταν από τις ενέργειες του ιδίου του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, μετά την υπεισέλευσή του ως κληρονόμου του αρχικού μισθωτή, στη μισθωτική σχέση, παρακρατούσε το μίσθιο χωρίς να πληρώνει το μίσθωμα.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Tuesday, February 21, 2012
Ακυρώνεται η γονική παροχή λόγω νομίμου μοίρας; του Χρήστου Ηλιόπουλου
Οι γονείς μπορούν κατά το ελληνικό δίκαιο να μεταβιβάζουν στα παιδιά τους ακίνητα με γονική παροχή, απολαμβάνοντας μάλιστα υψηλού αφορολογήτου (150.000 ευρώ σήμερα) ανά τέκνο. Όταν οι γονικές παροχές γίνονται περίπου ισομερώς προς όλα τα τέκνα, δεν αναμένεται να προκύψουν αντιδικίες αναφορικώς με την κληρονομία του γονέα.
Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου για διάφορους λόγους ο γονέας έχει προβεί σε γονική παροχή ακινήτου προς το ένα τέκνο του, ενώ προς το άλλο ενδεχομένως να είχε προβεί σε άλλους είδους παροχές κατά το παρελθόν. Όταν αποβιώσει ο γονέας, το παιδί που δεν είχε λάβει γονική παροχή μπορεί να δικαιούται, υπό προϋποθέσεις, να ακυρώσει την γονική παροχή, ή τμήμα αυτής, που είχε κάνει ο γονέας του προς τον αδελφό ή την αδελφή του, κυρίως αν η κληρονομία δεν επαρκεί για την νόμιμη μοίρα.
Γονική παροχή που έλαβε χώρα μέχρι δέκα έτη προ του θανάτου του γονέα μπορεί να ακυρωθεί προκειμένου να συμπληρωθεί η νόμιμη μοίρα του τέκνου, εφόσον θεωρηθεί ότι η γονική παροχή αποτελεί δωρεά. Η γονική παροχή θεωρείται ότι δεν αποτελεί δωρεά όταν έχει γίνει από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Επίσης, ο νόμος ορίζει ότι η γονική παροχή στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, ή για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Όταν η περιουσία του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του τέκνου, αυτό δικαιούται να ασκήσει αγωγή για να προσπαθήσει να ακυρώσει τη γονική παροχή, στο μέτρο που η γονική παροχή θα θεωρηθεί δωρεά. Εάν επί παραδείγματι ο γονέας έκανε γονική παροχή στο ένα από τα δύο του τέκνα, δύο χρόνια πριν αποβιώσει, ακίνητο αξίας 100.000 ευρώ, ενώ όταν απεβίωσε δεν άφησε περιουσία και οι πλησιέστεροι συγγενείς του είναι τα δύο τέκνα του, η νόμιμη μοίρα του άλλου τέκνου είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, είναι δηλαδή το 1/4 της κληρονομίας.
Ο θανών γονέας όμως δεν άφησε καθόλου περιουσιακά στοιχεία κατά τον θάνατό του, με αποτέλεσμα το τέκνο που δεν έλαβε νόμιμη μοίρα να επιχειρήσει με αγωγή στα δικαστήρια κατά του αδελφού του να ακυρώσει το γονική παροχή αξίας 100.000 ευρώ, όχι για να λάβει όλο αυτό το ποσό, αλλά για να λάβει το 1/4, δηλ. 25.000 ευρώ.
Σημαντικό μέρος της δίκης θα κριθεί από το σε ποιόν βαθμό η γονική παροχή θα θεωρηθεί δωρεά. Αν κριθεί ότι ήταν δωρεά στο συνολό της, τότε ο ενάγων θα λάβει το 1/4 της αξίας της, δηλ. 25.000 ευρώ. Αν όμως κριθεί ότι ήταν δωρεά μόνο κατά το ήμισυ αυτής, δηλαδή κατά τις 50.000 ευρώ, τότε θα λάβει το 1/4 των 50.000 ευρώ, ήτοι 12.500 ευρώ.
Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό, καθώς η κάθε υπόθεση έχει ειδικές περιστάσεις και πολλά οικογενειακά δεδομένα, που παίζουν σημαντικό ρόλο στο τι θα θεωρηθεί δωρεά, τι θα θεωρηθεί ότι υπερβαίνει το μέτρο και ποιά περιστατικά θα κρίνει το δικαστήριο ότι αποτελούν λόγους ευπρεπείας ή ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, ποιές ήταν οι αξίας παροχών των γονέων προς τα τέκνα τους κλπ.
Πάντως τα δικαστήρια έχουν παγίως κρίνει, όπως και η υπ’ αριθ. 1769/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι η αγωγή με την οποία ο ένας αδελφός διεκδικεί την ακύρωση της γονικής παροχής ή της δωρεάς για να λάβει τη νόμιμη μοίρα του πρέπει να αναφέρει την αξία της κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα. Αυτό διευκολύνει και τον εναγόμενο, δηλαδή τον αδελφό που έχει λάβει την γονική παροχή, διότι σε περίπτωση που η αγωγή γίνει δεκτή και κληθεί να επιστρέψει στον αδελφό του επί παραδείγματι το 1/4 της κληρονομίας, αντί να ακυρώσει την γονική παροχή και να ανατρέψει ένα συμβόλαιο, δηλ. έναν τίτλο ακινήτου, δύναται να επιλέξει να καταβάλει την αξία εις χρήμα του 1/4 και να αποφύγει την ακύρωση του συμβολαίου του ακινήτου. Αν στην αγωγή δεν αναφέρεται η αξία της δωρεάς, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου για διάφορους λόγους ο γονέας έχει προβεί σε γονική παροχή ακινήτου προς το ένα τέκνο του, ενώ προς το άλλο ενδεχομένως να είχε προβεί σε άλλους είδους παροχές κατά το παρελθόν. Όταν αποβιώσει ο γονέας, το παιδί που δεν είχε λάβει γονική παροχή μπορεί να δικαιούται, υπό προϋποθέσεις, να ακυρώσει την γονική παροχή, ή τμήμα αυτής, που είχε κάνει ο γονέας του προς τον αδελφό ή την αδελφή του, κυρίως αν η κληρονομία δεν επαρκεί για την νόμιμη μοίρα.
Γονική παροχή που έλαβε χώρα μέχρι δέκα έτη προ του θανάτου του γονέα μπορεί να ακυρωθεί προκειμένου να συμπληρωθεί η νόμιμη μοίρα του τέκνου, εφόσον θεωρηθεί ότι η γονική παροχή αποτελεί δωρεά. Η γονική παροχή θεωρείται ότι δεν αποτελεί δωρεά όταν έχει γίνει από λόγους ευπρεπείας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Επίσης, ο νόμος ορίζει ότι η γονική παροχή στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, ή για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Όταν η περιουσία του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα του τέκνου, αυτό δικαιούται να ασκήσει αγωγή για να προσπαθήσει να ακυρώσει τη γονική παροχή, στο μέτρο που η γονική παροχή θα θεωρηθεί δωρεά. Εάν επί παραδείγματι ο γονέας έκανε γονική παροχή στο ένα από τα δύο του τέκνα, δύο χρόνια πριν αποβιώσει, ακίνητο αξίας 100.000 ευρώ, ενώ όταν απεβίωσε δεν άφησε περιουσία και οι πλησιέστεροι συγγενείς του είναι τα δύο τέκνα του, η νόμιμη μοίρα του άλλου τέκνου είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, είναι δηλαδή το 1/4 της κληρονομίας.
Ο θανών γονέας όμως δεν άφησε καθόλου περιουσιακά στοιχεία κατά τον θάνατό του, με αποτέλεσμα το τέκνο που δεν έλαβε νόμιμη μοίρα να επιχειρήσει με αγωγή στα δικαστήρια κατά του αδελφού του να ακυρώσει το γονική παροχή αξίας 100.000 ευρώ, όχι για να λάβει όλο αυτό το ποσό, αλλά για να λάβει το 1/4, δηλ. 25.000 ευρώ.
Σημαντικό μέρος της δίκης θα κριθεί από το σε ποιόν βαθμό η γονική παροχή θα θεωρηθεί δωρεά. Αν κριθεί ότι ήταν δωρεά στο συνολό της, τότε ο ενάγων θα λάβει το 1/4 της αξίας της, δηλ. 25.000 ευρώ. Αν όμως κριθεί ότι ήταν δωρεά μόνο κατά το ήμισυ αυτής, δηλαδή κατά τις 50.000 ευρώ, τότε θα λάβει το 1/4 των 50.000 ευρώ, ήτοι 12.500 ευρώ.
Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό, καθώς η κάθε υπόθεση έχει ειδικές περιστάσεις και πολλά οικογενειακά δεδομένα, που παίζουν σημαντικό ρόλο στο τι θα θεωρηθεί δωρεά, τι θα θεωρηθεί ότι υπερβαίνει το μέτρο και ποιά περιστατικά θα κρίνει το δικαστήριο ότι αποτελούν λόγους ευπρεπείας ή ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, ποιές ήταν οι αξίας παροχών των γονέων προς τα τέκνα τους κλπ.
Πάντως τα δικαστήρια έχουν παγίως κρίνει, όπως και η υπ’ αριθ. 1769/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι η αγωγή με την οποία ο ένας αδελφός διεκδικεί την ακύρωση της γονικής παροχής ή της δωρεάς για να λάβει τη νόμιμη μοίρα του πρέπει να αναφέρει την αξία της κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα. Αυτό διευκολύνει και τον εναγόμενο, δηλαδή τον αδελφό που έχει λάβει την γονική παροχή, διότι σε περίπτωση που η αγωγή γίνει δεκτή και κληθεί να επιστρέψει στον αδελφό του επί παραδείγματι το 1/4 της κληρονομίας, αντί να ακυρώσει την γονική παροχή και να ανατρέψει ένα συμβόλαιο, δηλ. έναν τίτλο ακινήτου, δύναται να επιλέξει να καταβάλει την αξία εις χρήμα του 1/4 και να αποφύγει την ακύρωση του συμβολαίου του ακινήτου. Αν στην αγωγή δεν αναφέρεται η αξία της δωρεάς, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Άκυρη η καταδίκη, αν δεν εξετάσθηκε μάρτυρας του Χρήστου Ηλιόπουλου
Στο ποινικό δικαστήριο στην Ελλάδα, δηλ. στο δικαστήριο που επιβάλλει κυρίως ποινές φυλάκισης ή κάθειρξης, ο κατηγορούμενος έχει σειρά δικαιωμάτων που δικαιούται να ασκήσει, ώστε η δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί να παρέχει τα εχέγγυα της αμεροληψίας, της δίκαιης δίκης, της προστασίας των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ.
Δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι να προτείνει μάρτυρες υπερασπίσεως, που πρέπει να προσέλθουν ενώπιον του Δικαστηρίου και να καταθέσουν όσα γνωρίζουν για την υπόθεση.
Εάν κάποιος μάρτυς υπερασπίσεως δεν βρίσκεται στο ακροατήριο του Δικαστηρίου όταν λαμβάνει χώρα η δίκη, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για άλλη ημερομηνία, ώστε να καταστεί δυνατόν να εμφανισθεί τότε ο συγκεκριμένος μάρτυς υπερασπίσεως και να καταθέσει υπέρ του κατηγορουμένου.
Το ποινικό Δικαστήριο έχει υποχρέωση εκ του νόμου να απαντήσει επί του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή λόγω απουσίας ενός σημαντικού μάρτυρος υπερασπίσεως. Το Δικαστήριο δηλαδή υποχρεούται να κρίνει επί της αιτήσεως, είτε αρνητικώς, οπότε και απορρίπτει το σχετικό αίτημα, είτε θετικώς, οπότε και αναβάλλει την δίκη για άλλη μέρα, προκειμένου να εμφανισθεί ο μάρτυς υπερασπίσεως που λείπει.
Εάν το Δικαστήριο δεν απαντήσει επί του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή λόγω απουσίας μάρτυρος υπερασπίσεως, η απόφαση που θα εκδοθεί θα πάσχει νομικώς, δηλαδή θα έχει προκληθεί ακυρότητα λόγω ελλείψεως ακροάσεως. Το άρθρο 170 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζει ότι επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζητήσουν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητώς τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα.
Ένα τέτοιο δικαίωμα είναι και εκείνο του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 352 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας να υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και να εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο και στο αίτημα αυτό το Δικαστήριο οφείλει να απαντήσει, άλλως προκαλείται ακυρότητα.
Βεβαίως, το αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να προβάλλεται στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο και η ακυρότητα θα προκύψει μόνο αν ο κατηγορούμενος επέμεινε στο αίτημά του και το Δικαστήριο δεν απήντησε.
Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την υπ’ αριθ. 7/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε αναίρεση του κατηγορουμένου που ισχυριζόταν ότι υπήρξε ακυρότητα της αποφάσεως που τον κατεδίκασε, διότι είχε ζητήσει την εξέταση μάρτυρα και το Δικαστήριο (Εφετείο) δεν απήντησε επί τους αιτήματος αυτού.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει στην δίκη στο Εφετείο να αναβληθεί η διαδικασία για να προσέλθει κάποιος μάρτυς, όμως ο κατηγορούμενος απέσυρε το αίτημά του αυτό, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν επέμεινε σ’ αυτό.
Φαίνεται λοιπόν από την συγκεκριμένη απόφαση του Αρείου Πάγου ότι το αίτημα για αναβολή της δίκης σε άλλη ημερομηνία, για να προσέλθει μάρτυς υπερασπίσεως πρέπει να προβάλλεται από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου κατά τρόπο όχι απλώς σαφή, αλλά και επιτακτικό και ότι θα πρέπει το αίτημα να υποβάλλεται επανειλημμένως και σοβαρώς, διότι άλλως, αν το αίτημα υποβληθεί μόνον άπαξ και ακολούθως ο κατηγορούμενος ή η υπεράσπισή του δεν επανέλθει στο αίτημα και δεν επιμείνει, το Δικαστήριο θα ερμηνεύσει αυτή την στάση ως απόσυρση του αιτήματος για αναβολή.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι να προτείνει μάρτυρες υπερασπίσεως, που πρέπει να προσέλθουν ενώπιον του Δικαστηρίου και να καταθέσουν όσα γνωρίζουν για την υπόθεση.
Εάν κάποιος μάρτυς υπερασπίσεως δεν βρίσκεται στο ακροατήριο του Δικαστηρίου όταν λαμβάνει χώρα η δίκη, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για άλλη ημερομηνία, ώστε να καταστεί δυνατόν να εμφανισθεί τότε ο συγκεκριμένος μάρτυς υπερασπίσεως και να καταθέσει υπέρ του κατηγορουμένου.
Το ποινικό Δικαστήριο έχει υποχρέωση εκ του νόμου να απαντήσει επί του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή λόγω απουσίας ενός σημαντικού μάρτυρος υπερασπίσεως. Το Δικαστήριο δηλαδή υποχρεούται να κρίνει επί της αιτήσεως, είτε αρνητικώς, οπότε και απορρίπτει το σχετικό αίτημα, είτε θετικώς, οπότε και αναβάλλει την δίκη για άλλη μέρα, προκειμένου να εμφανισθεί ο μάρτυς υπερασπίσεως που λείπει.
Εάν το Δικαστήριο δεν απαντήσει επί του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή λόγω απουσίας μάρτυρος υπερασπίσεως, η απόφαση που θα εκδοθεί θα πάσχει νομικώς, δηλαδή θα έχει προκληθεί ακυρότητα λόγω ελλείψεως ακροάσεως. Το άρθρο 170 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζει ότι επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζητήσουν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητώς τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα.
Ένα τέτοιο δικαίωμα είναι και εκείνο του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 352 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας να υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και να εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο και στο αίτημα αυτό το Δικαστήριο οφείλει να απαντήσει, άλλως προκαλείται ακυρότητα.
Βεβαίως, το αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να προβάλλεται στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο και η ακυρότητα θα προκύψει μόνο αν ο κατηγορούμενος επέμεινε στο αίτημά του και το Δικαστήριο δεν απήντησε.
Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την υπ’ αριθ. 7/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε αναίρεση του κατηγορουμένου που ισχυριζόταν ότι υπήρξε ακυρότητα της αποφάσεως που τον κατεδίκασε, διότι είχε ζητήσει την εξέταση μάρτυρα και το Δικαστήριο (Εφετείο) δεν απήντησε επί τους αιτήματος αυτού.
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει στην δίκη στο Εφετείο να αναβληθεί η διαδικασία για να προσέλθει κάποιος μάρτυς, όμως ο κατηγορούμενος απέσυρε το αίτημά του αυτό, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν επέμεινε σ’ αυτό.
Φαίνεται λοιπόν από την συγκεκριμένη απόφαση του Αρείου Πάγου ότι το αίτημα για αναβολή της δίκης σε άλλη ημερομηνία, για να προσέλθει μάρτυς υπερασπίσεως πρέπει να προβάλλεται από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου κατά τρόπο όχι απλώς σαφή, αλλά και επιτακτικό και ότι θα πρέπει το αίτημα να υποβάλλεται επανειλημμένως και σοβαρώς, διότι άλλως, αν το αίτημα υποβληθεί μόνον άπαξ και ακολούθως ο κατηγορούμενος ή η υπεράσπισή του δεν επανέλθει στο αίτημα και δεν επιμείνει, το Δικαστήριο θα ερμηνεύσει αυτή την στάση ως απόσυρση του αιτήματος για αναβολή.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Monday, January 23, 2012
Συμφωνία για ακίνητο πάντα σε συμβολαιογράφο του Χρήστου Ηλιόπουλου
Μία από το πλέον διαδεδομένες μορφές επενδύσεως παγκοσμίως, αλλά ιδιαιτέρως μεταξύ των ελλήνων απανταχού γης, είναι τα ακίνητα. Συμφωνίες αγοραπωλησίας ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα συνάπτονται τόσο στην Πατρίδα, όσο και εκτός Ελλάδος, κυρίως από ομογενείς, αλλά συχνά και από αλλοδαπούς που επιδεικνύουν έντονο ενδιαφέρον για κτήση ακινήτων στην Ελλάδα.
Κάθε συμφωνία που αφορά αγορά ή πώληση ακινήτου που κείται στην Ελλάδα ρυθμίζεται από το ελληνικό δίκαιο, έστω κι αν συνάπτεται εκτός Ελλάδος ή μεταξύ μη Ελλήνων. Το ελληνικό δίκαιο ορίζει ότι οποιαδήποτε συμφωνία για μεταβίβαση ακινήτων πρέπει να καταγράφεται σε συμβολαιογραφικό έγγραφο. Αν η συμφωνία δεν συναφθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και δεν μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο ή στο κτηματολογικό γραφείο της περιοχής όπου βρίσκεται το ακίνητο, δεν έχει ισχύ.
Η επισήμανση ότι για αγοραπωλησία ακινήτων απαιτείται συμβόλαιο σε συμβολαιογράφο μπορεί να μοιάζει δεδομένη για τους Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα. Οι ομογενείς όμως και οι αλλοδαποί, που ζουν σε άλλες χώρες, ιδίως του αγγλοσαξωνικού δικαίου, εκτίθενται στο δίκαιο της χώρας όπου διαβιούν και δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να συνάπτουν εκεί συμφωνίες για ακίνητα στην Ελλάδα που δεν πληρούν τους όρους του ελληνικού δικαίου.
Πολλά είναι τα παραδείγματα ομογενών που συμφωνούν στο εξωτερικό την αγορά ακινήτου που βρίσκεται στην Ελλάδα, καταβάλλουν ένα μέρος ή το σύνολο του τιμήματος και συντάσσουν νομικά έγγραφα που έχουν ενδεχομένως αξία στην χώρα που διαμένουν, αλλά δεν επιφέρουν στην Ελλάδα το νομικό αποτέλεσμα που επιθυμούν, δηλ. την απόκτηση του ακινήτου για το οποίο έχουν δώσει χρήματα.
Πολλοί Έλληνες στο εξωτερικό έχουν αγοράσει ακίνητα στην Ελλάδα από κληρονόμους που ακόμα δεν είχαν στην κυριότητά τους το ακίνητο που πούλησαν, με αποτέλεσμα η συμφωνία του εξωτερικού να μην έχει νομική ισχύ στην Ελλάδα και να πρέπει να συνταχθούν εκ νέου συμβόλαια κατά τον ορθό τρόπο. Αυτό μπορεί όμως να μην είναι εφικτό, διότι οι προ ετών συμβαλλόμενοι στο εξωτερικό, σήμερα μπορεί να μην θέλουν να υπογράψουν τα νέα, σωστά συμβόλαια, ή ακόμα και να μην βρίσκονται πλέον στην ζωή, οπότε η νομική περιπλοκή με τους κληρονόμους τους γίνεται πιο μεγάλη.
Πρέπει συνεπώς όλοι να γνωρίζουν ότι για συμφωνίες αγοραπωλησίας ακινήτων απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, ώστε να αποφύγουν ζημία στα συμφέροντά τους. Ούτε συμβόλαιο, ούτε προσύμφωνο για αγορά ακινήτου μπορεί να εφαρμοσθεί στην Ελλάδα αν δεν έχει τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Αν η συμφωνία δεν έχει γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, εκείνος που ενδιαφέρεται να τηρηθεί η συμφωνία δεν μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο και να επιτύχει την εφαρμογή της.
Τα ανωτέρω, που αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του ελληνικού δικαίου, επιβεβαίωσε και η υπ’ αριθ. 499/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε υπόθεση όπου οι ενδιαφερόμενοι είχαν συμφωνήσει προφορικώς συγκεκριμένη διαδικασία για πλειστηριασμό ακινήτου και μεταπώληση αυτού στον αρχικό ιδιοκτήτη του.
Όταν το ένα από τα μέρη δεν τίμησε την προφορικώς αναληφθείσα υποχρέωσή του, το άλλο μέρος προσέφυγε στο δικαστήριο για να επιτύχει την εφαρμογή της συμφωνίας.
Όλα όμως τα δικαστήρια, μέχρι και τον Άρειο Πάγο, έκριναν ότι η συγκεκριμένη συμφωνία (προσύμφωνο) δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί διά του νόμου, διότι το προσύμφωνο που αφορά ακίνητο πρέπει να περιβληθεί τον τύπο που απαιτείται για την μεταβίβαση ακινήτων, δηλ. το συμβολαιογραφικό έγγραφο, πράγμα που δεν είχαν κάνει τα μέρη διότι είχαν μόνο προφορικώς συμφωνήσει τι ήθελαν να πράξουν. Το αποτέλεσμα ήταν ότι εκείνος που επιθυμούσε την τήρηση της συμφωνίας δεν εδύνατο να την επιβάλει δικαστικώς στην άλλη πλευρά που ενήργησε κατά διαφορετικό από την προφορική συμφωνία τους τρόπο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Κάθε συμφωνία που αφορά αγορά ή πώληση ακινήτου που κείται στην Ελλάδα ρυθμίζεται από το ελληνικό δίκαιο, έστω κι αν συνάπτεται εκτός Ελλάδος ή μεταξύ μη Ελλήνων. Το ελληνικό δίκαιο ορίζει ότι οποιαδήποτε συμφωνία για μεταβίβαση ακινήτων πρέπει να καταγράφεται σε συμβολαιογραφικό έγγραφο. Αν η συμφωνία δεν συναφθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και δεν μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο ή στο κτηματολογικό γραφείο της περιοχής όπου βρίσκεται το ακίνητο, δεν έχει ισχύ.
Η επισήμανση ότι για αγοραπωλησία ακινήτων απαιτείται συμβόλαιο σε συμβολαιογράφο μπορεί να μοιάζει δεδομένη για τους Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα. Οι ομογενείς όμως και οι αλλοδαποί, που ζουν σε άλλες χώρες, ιδίως του αγγλοσαξωνικού δικαίου, εκτίθενται στο δίκαιο της χώρας όπου διαβιούν και δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να συνάπτουν εκεί συμφωνίες για ακίνητα στην Ελλάδα που δεν πληρούν τους όρους του ελληνικού δικαίου.
Πολλά είναι τα παραδείγματα ομογενών που συμφωνούν στο εξωτερικό την αγορά ακινήτου που βρίσκεται στην Ελλάδα, καταβάλλουν ένα μέρος ή το σύνολο του τιμήματος και συντάσσουν νομικά έγγραφα που έχουν ενδεχομένως αξία στην χώρα που διαμένουν, αλλά δεν επιφέρουν στην Ελλάδα το νομικό αποτέλεσμα που επιθυμούν, δηλ. την απόκτηση του ακινήτου για το οποίο έχουν δώσει χρήματα.
Πολλοί Έλληνες στο εξωτερικό έχουν αγοράσει ακίνητα στην Ελλάδα από κληρονόμους που ακόμα δεν είχαν στην κυριότητά τους το ακίνητο που πούλησαν, με αποτέλεσμα η συμφωνία του εξωτερικού να μην έχει νομική ισχύ στην Ελλάδα και να πρέπει να συνταχθούν εκ νέου συμβόλαια κατά τον ορθό τρόπο. Αυτό μπορεί όμως να μην είναι εφικτό, διότι οι προ ετών συμβαλλόμενοι στο εξωτερικό, σήμερα μπορεί να μην θέλουν να υπογράψουν τα νέα, σωστά συμβόλαια, ή ακόμα και να μην βρίσκονται πλέον στην ζωή, οπότε η νομική περιπλοκή με τους κληρονόμους τους γίνεται πιο μεγάλη.
Πρέπει συνεπώς όλοι να γνωρίζουν ότι για συμφωνίες αγοραπωλησίας ακινήτων απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, ώστε να αποφύγουν ζημία στα συμφέροντά τους. Ούτε συμβόλαιο, ούτε προσύμφωνο για αγορά ακινήτου μπορεί να εφαρμοσθεί στην Ελλάδα αν δεν έχει τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Αν η συμφωνία δεν έχει γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, εκείνος που ενδιαφέρεται να τηρηθεί η συμφωνία δεν μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο και να επιτύχει την εφαρμογή της.
Τα ανωτέρω, που αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του ελληνικού δικαίου, επιβεβαίωσε και η υπ’ αριθ. 499/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε υπόθεση όπου οι ενδιαφερόμενοι είχαν συμφωνήσει προφορικώς συγκεκριμένη διαδικασία για πλειστηριασμό ακινήτου και μεταπώληση αυτού στον αρχικό ιδιοκτήτη του.
Όταν το ένα από τα μέρη δεν τίμησε την προφορικώς αναληφθείσα υποχρέωσή του, το άλλο μέρος προσέφυγε στο δικαστήριο για να επιτύχει την εφαρμογή της συμφωνίας.
Όλα όμως τα δικαστήρια, μέχρι και τον Άρειο Πάγο, έκριναν ότι η συγκεκριμένη συμφωνία (προσύμφωνο) δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί διά του νόμου, διότι το προσύμφωνο που αφορά ακίνητο πρέπει να περιβληθεί τον τύπο που απαιτείται για την μεταβίβαση ακινήτων, δηλ. το συμβολαιογραφικό έγγραφο, πράγμα που δεν είχαν κάνει τα μέρη διότι είχαν μόνο προφορικώς συμφωνήσει τι ήθελαν να πράξουν. Το αποτέλεσμα ήταν ότι εκείνος που επιθυμούσε την τήρηση της συμφωνίας δεν εδύνατο να την επιβάλει δικαστικώς στην άλλη πλευρά που ενήργησε κατά διαφορετικό από την προφορική συμφωνία τους τρόπο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Monday, January 9, 2012
Καταδίκη της Ελλάδος για βραδεία απονομή δικαιοσύνης του Χρήστου Ηλιόπουλου
Η διαδικασία απονομής δικαιοσύνης στην Ελλάδα είναι συνήθως ιδιαιτέρως αργή, σε κάποιες δε περιπτώσεις οι καθυστερήσεις συνιστούν παραβίαση των διεθνώς ανεγνωρισμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό συμβαίνει ειδικώς με την παραβίαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που διασφαλίζει για όλους τους πολίτες το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Δίκαιη δίκη, εκτός από αμερόληπτους δικαστές, ισότητα των όπλων για τους αντιδίκους κ.α., σημαίνει και ολοκλήρωση της δίκης εντός ευλόγου χρόνου.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα καταδικάζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του άρθρου 6, πράγμα που συμβαίνει βεβαίως και με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όχι όμως στην συχνότητα που συμβαίνει με την Ελλάδα.
Στην υπόθεση Ματού και άλλοι κατά Ελλάδος, 67 ιατροί απασχολούμενοι στο δημόσιο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» ή κληρονόμοι τους προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, παραπονούμενοι ότι η δίκη τους στην Ελλάδα κρατούσε πολλά χρόνια.
Οι προσφεύγοντες άσκησαν αγωγή το έτος 1995 κατά του ελληνικού δημοσίου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας υπερωριακό επίδομα το 1/65 του βασικού μισθού τους.
Τρία χρόνια μετά, το 1998, το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή τους και οι ενδιαφερόμενοι άσκησαν έφεση, η οποία απερρίφθη τελικώς από το Εφετείο το Νοέμβριο του 2001. Τον Ιούλιο του 2002 οι προσφεύγοντες άσκησαν αναίρεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας από το 2002 δεν είχε καν συζητηθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου μέχρι τον Ιούλιο του 2010, καθώς είχαν μεσολαβήσει πολλές αναβολές.
Οι ενδιαφερόμενοι συνεπώς, βλέποντας ότι η υπόθεσή τους είχε αρχίσει το 1995 και το έτος 2010, δηλαδή 15 χρόνια μετά, δεν είχε ολοκληρωθεί ενώπιον του ΣτΕ, προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αιτούμενοι αποζημίωσης για ηθική βλάβη, λόγω παραβιάσεως από την ελληνική πολιτεία του δικαιώματός τους στην δίκαιη δίκη, (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), αφού μία δίκη που κρατάει πάνω από 15 έτη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ολοκληρώνεται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και άρα δεν έχει τις εγγυήσεις της δίκαιης δικης.
Επίσης, οι ενδιαφερόμενοι υποστήριξαν ότι παραβιάσθηκε και το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, διότι η Ελλάδα δεν έχει θεσπίσει μία δικαστική αρχή στην οποία να μπορούν να παραπονεθούν, όταν θεωρούν ότι παραβιάζεται το άρθρο 6 της Συνθήκης.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απεφάνθη ότι πράγματι υπήρξε παραβίαση εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας των δικαιωμάτων των προσφευγόντων, τόσο βάσει του άρθρου 6, όσο και βάσει του άρθρου 13 της Συνθήκης και κατεδίκασε την Ελλάδα να καταβάλει σε κάθε έναν εκ των 63 πλέον προσφευγόντων το ποσό των 9.000 ευρώ μετά τόκων ως χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη τους.
Η ανωτέρω απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σημαίνει ότι το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε να καταβάλει ποσό άνω των 567.000 ευρώ σε 63 τελικώς προσφεύγοντες, διότι δεν μπόρεσε το κράτος, μέσω του δικαστικού του συστήματος, να ολοκληρώσει όλα τα προβλεπόμενα εκ του Συντάγματος στάδια μίας δίκης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, δηλαδή δεν απεφάνθη η ελληνική δικαιοσύνη αμετακλήτως επί μίας ένδικης διαφοράς σε διάστημα μεγαλύτερο των 15 ετών.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα καταδικάζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του άρθρου 6, πράγμα που συμβαίνει βεβαίως και με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όχι όμως στην συχνότητα που συμβαίνει με την Ελλάδα.
Στην υπόθεση Ματού και άλλοι κατά Ελλάδος, 67 ιατροί απασχολούμενοι στο δημόσιο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» ή κληρονόμοι τους προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, παραπονούμενοι ότι η δίκη τους στην Ελλάδα κρατούσε πολλά χρόνια.
Οι προσφεύγοντες άσκησαν αγωγή το έτος 1995 κατά του ελληνικού δημοσίου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας υπερωριακό επίδομα το 1/65 του βασικού μισθού τους.
Τρία χρόνια μετά, το 1998, το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή τους και οι ενδιαφερόμενοι άσκησαν έφεση, η οποία απερρίφθη τελικώς από το Εφετείο το Νοέμβριο του 2001. Τον Ιούλιο του 2002 οι προσφεύγοντες άσκησαν αναίρεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας από το 2002 δεν είχε καν συζητηθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου μέχρι τον Ιούλιο του 2010, καθώς είχαν μεσολαβήσει πολλές αναβολές.
Οι ενδιαφερόμενοι συνεπώς, βλέποντας ότι η υπόθεσή τους είχε αρχίσει το 1995 και το έτος 2010, δηλαδή 15 χρόνια μετά, δεν είχε ολοκληρωθεί ενώπιον του ΣτΕ, προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αιτούμενοι αποζημίωσης για ηθική βλάβη, λόγω παραβιάσεως από την ελληνική πολιτεία του δικαιώματός τους στην δίκαιη δίκη, (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), αφού μία δίκη που κρατάει πάνω από 15 έτη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ολοκληρώνεται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και άρα δεν έχει τις εγγυήσεις της δίκαιης δικης.
Επίσης, οι ενδιαφερόμενοι υποστήριξαν ότι παραβιάσθηκε και το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, διότι η Ελλάδα δεν έχει θεσπίσει μία δικαστική αρχή στην οποία να μπορούν να παραπονεθούν, όταν θεωρούν ότι παραβιάζεται το άρθρο 6 της Συνθήκης.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απεφάνθη ότι πράγματι υπήρξε παραβίαση εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας των δικαιωμάτων των προσφευγόντων, τόσο βάσει του άρθρου 6, όσο και βάσει του άρθρου 13 της Συνθήκης και κατεδίκασε την Ελλάδα να καταβάλει σε κάθε έναν εκ των 63 πλέον προσφευγόντων το ποσό των 9.000 ευρώ μετά τόκων ως χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη τους.
Η ανωτέρω απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σημαίνει ότι το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε να καταβάλει ποσό άνω των 567.000 ευρώ σε 63 τελικώς προσφεύγοντες, διότι δεν μπόρεσε το κράτος, μέσω του δικαστικού του συστήματος, να ολοκληρώσει όλα τα προβλεπόμενα εκ του Συντάγματος στάδια μίας δίκης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, δηλαδή δεν απεφάνθη η ελληνική δικαιοσύνη αμετακλήτως επί μίας ένδικης διαφοράς σε διάστημα μεγαλύτερο των 15 ετών.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Greek-born Israeli citizens can re-obtain their Greek citizenship by Christos Iliopoulos
According to a recent Greek law (article 13 of Law No. 4018/2011 – “Restitution of victims of the Holocaust who previously had the Greek citizenship”), valid from 30 September 2011, the citizens of Israel who were born in Greece until 9 May 1945 as Greek citizens, and lost their Greek citizenship for various reasons, are entitled to reinstate themselves as Greek citizens.
The law states that citizens of Israel born in Greece until the 9th of May 1945 who are still in life are granted anew the Greek citizenship, provided they had it in the past by birth and lost it under any circumstances.
This law is the result of recently upgraded relations at various levels between Greece and Israel.
Those who are entitled to get the Greek citizenship under this law can submit their application at the Greek Consulate closest to their residence, supported by documents which prove that they previously had the Greek citizenship.
Such documents are entries from Greek Municipal books of citizens, which state that the applicant was a Greek citizen by birth, and lost his Greek citizenship for various reasons in the past. It can also be an old Greek passport, issued in the name of the applicant.
If the application is approved by the Greek administration, the applicant obtains the Greek citizenship by giving the oath of the Greek citizen at the Consulate of Greece.
The children and grandchildren of those who obtain the citizenship under the law in question, are also entitled to apply for naturalization as Greek citizens.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court
of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
The law states that citizens of Israel born in Greece until the 9th of May 1945 who are still in life are granted anew the Greek citizenship, provided they had it in the past by birth and lost it under any circumstances.
This law is the result of recently upgraded relations at various levels between Greece and Israel.
Those who are entitled to get the Greek citizenship under this law can submit their application at the Greek Consulate closest to their residence, supported by documents which prove that they previously had the Greek citizenship.
Such documents are entries from Greek Municipal books of citizens, which state that the applicant was a Greek citizen by birth, and lost his Greek citizenship for various reasons in the past. It can also be an old Greek passport, issued in the name of the applicant.
If the application is approved by the Greek administration, the applicant obtains the Greek citizenship by giving the oath of the Greek citizen at the Consulate of Greece.
The children and grandchildren of those who obtain the citizenship under the law in question, are also entitled to apply for naturalization as Greek citizens.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court
of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
How to partition your tenancy in common in Greece by Christos Iliopulos
Someone may obtain a right of co-ownership (or tenancy in common) on a property located in Greece. This may be the result of an inheritance succession, either by a Will or intestate, where more heirs inherit one or more real estate properties. Or, it may be the legal consequence of willingly purchasing a percentage of a real estate interest on immovable property, along with one or more persons.
One of the options presented to a co-owner (tenant in common) of such a property is to continue the tenancy in common, exercising his/her rights, which include an unrestricted right of access to the property, the right to enjoy the property on an equal basis along with the other co-owners, and the right to share any income generated by the common property, on a pro-rata basis, which means according to his/her percentage ownership of the property. If the property generates a yearly income of 10,000 euros, the tenant in common who owns 1/4 or 25% undivided (ab indivisio) of the property, is entitled to 2,500 euros.
Under Greek law each co-owner is entitled to sell at will, at any time his/her share on the property, without any restriction, even if his/her share is less than 50% or very small. The other co-owners cannot force the owner of a minority share to sell or retain ownership, or sell to a specific third party, possibly jointly with the others, if the minority co-owner is not willing to do it.
The co-owner can sell his share, even if this is a small minority share, to any third party willing to purchase it, or gift it to anyone, without the consent of the majority owners.
However, those who own the majority of the shares on a jointly owned property in Greece are entitled to make the decisions on the everyday management of the common property. This means that in case the tenants in common cannot form a consensus (common and voluntary agreement) on how to use or what to do with the common property, the majority is entitled to make the decision.
For example, if the common property is a house in Greece, in case of lack of agreement, those who have the majority of the shares can decide whether the house will be rented out, or if it will be kept for the common use of all the co-owners, (summer recreation, etc.).
If the majority makes the decision to rent the property, the minority cannot object, unless the minority can prove that the suggested use (rental agreement) will result in serious damage to the common property. The minority co-owners are always entitled to their share on the rents and on any other income or proceeds, but they are also obliged to a pro-rata participation on the common expenses.
The majority co-owner can decide to keep the common property for his/her own use, but in that case he/she must give to the minority co-owners their pro-rata share of a reasonable rent for this property.
Any tenant in common, however small his/her percentage may be, is entitled at any time and without having to offer any particular reason, to seek the termination of the tenancy in common (destruction of the tenancy in common, is the term in the common law legal systems). If the co-owners cannot agree on the sale of the common property to a third party, or to one of the co-owners, and if one of the co-owners cannot or does not want to sell his share to one of the other co-owners, any tenant in common, who owns a majority or minority share, can file a lawsuit action at the court in Greece demanding the forced termination of the tenancy in common.
The court will determine how the common property will be divided. It can rule for the physical division of the property between the joint owners (partition in kind), in which case each of the tenants in common will get the full and 100% ownership of a specific portion of the bigger previously jointly-owned property. The distinct lots which will be formed, must have a value in accordance to the share their owners had on the common property.
Such partition in kind of the common property will be possible if the local zoning and city rules allow it. If the minimum size of a plot (zoning rules) in a particular part of Greece is 400 square meters, a common property of 2,000 s.m. can be partitioned in kind between the four tenants in common who each have a 25% share, because four independent plots will be formed, each having a surface of 500 s.m.
If, on the other hand, the zoning rules do not allow for a partition in kind, or if the common property cannot be divided according to the shares each co-owner has, or if it is an apartment, or a small plot, the only solution is the partition by sale, so that the proceeds are analogically distributed to the owners.
If the owners disagree on which partition is more beneficiary to all of them, it is the court which will make the decision. Sometimes the court will request the report of an expert, (civil engineer) who will study the zoning and other rules applicable on the specific plot and present an expert's report on the most logical solution.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court
of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
One of the options presented to a co-owner (tenant in common) of such a property is to continue the tenancy in common, exercising his/her rights, which include an unrestricted right of access to the property, the right to enjoy the property on an equal basis along with the other co-owners, and the right to share any income generated by the common property, on a pro-rata basis, which means according to his/her percentage ownership of the property. If the property generates a yearly income of 10,000 euros, the tenant in common who owns 1/4 or 25% undivided (ab indivisio) of the property, is entitled to 2,500 euros.
Under Greek law each co-owner is entitled to sell at will, at any time his/her share on the property, without any restriction, even if his/her share is less than 50% or very small. The other co-owners cannot force the owner of a minority share to sell or retain ownership, or sell to a specific third party, possibly jointly with the others, if the minority co-owner is not willing to do it.
The co-owner can sell his share, even if this is a small minority share, to any third party willing to purchase it, or gift it to anyone, without the consent of the majority owners.
However, those who own the majority of the shares on a jointly owned property in Greece are entitled to make the decisions on the everyday management of the common property. This means that in case the tenants in common cannot form a consensus (common and voluntary agreement) on how to use or what to do with the common property, the majority is entitled to make the decision.
For example, if the common property is a house in Greece, in case of lack of agreement, those who have the majority of the shares can decide whether the house will be rented out, or if it will be kept for the common use of all the co-owners, (summer recreation, etc.).
If the majority makes the decision to rent the property, the minority cannot object, unless the minority can prove that the suggested use (rental agreement) will result in serious damage to the common property. The minority co-owners are always entitled to their share on the rents and on any other income or proceeds, but they are also obliged to a pro-rata participation on the common expenses.
The majority co-owner can decide to keep the common property for his/her own use, but in that case he/she must give to the minority co-owners their pro-rata share of a reasonable rent for this property.
Any tenant in common, however small his/her percentage may be, is entitled at any time and without having to offer any particular reason, to seek the termination of the tenancy in common (destruction of the tenancy in common, is the term in the common law legal systems). If the co-owners cannot agree on the sale of the common property to a third party, or to one of the co-owners, and if one of the co-owners cannot or does not want to sell his share to one of the other co-owners, any tenant in common, who owns a majority or minority share, can file a lawsuit action at the court in Greece demanding the forced termination of the tenancy in common.
The court will determine how the common property will be divided. It can rule for the physical division of the property between the joint owners (partition in kind), in which case each of the tenants in common will get the full and 100% ownership of a specific portion of the bigger previously jointly-owned property. The distinct lots which will be formed, must have a value in accordance to the share their owners had on the common property.
Such partition in kind of the common property will be possible if the local zoning and city rules allow it. If the minimum size of a plot (zoning rules) in a particular part of Greece is 400 square meters, a common property of 2,000 s.m. can be partitioned in kind between the four tenants in common who each have a 25% share, because four independent plots will be formed, each having a surface of 500 s.m.
If, on the other hand, the zoning rules do not allow for a partition in kind, or if the common property cannot be divided according to the shares each co-owner has, or if it is an apartment, or a small plot, the only solution is the partition by sale, so that the proceeds are analogically distributed to the owners.
If the owners disagree on which partition is more beneficiary to all of them, it is the court which will make the decision. Sometimes the court will request the report of an expert, (civil engineer) who will study the zoning and other rules applicable on the specific plot and present an expert's report on the most logical solution.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court
of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Subscribe to:
Posts (Atom)