Tuesday, July 12, 2011

Αγωγή διανομής κατά συγκληρονόμου που δεν αποδέχεται

Κατά την βασική αρχή που ισχύει στο ελληνικό δίκαιο, όταν περισσότεροι έχουν συγκυριότητα επί του αυτού ακινήτου, έκαστος των συγκυρίων έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο διανομή του κοινού ακινήτου, ώστε είτε αυτό να χωρισθεί σε τόσα τμήματα, όσοι είναι και οι συγκύριοι και μάλιστα έκαστο τμήμα αξίας αναλόγου της μερίδος εκάστου συγκυρίου, είτε, εάν η αυτούσια διανομή δεν είναι δυνατή, να πωληθεί σε πλειστηριασμό και οι συγκύριοι να λάβουν εις χρήμα την αξία της μερίδος τους.
Διανομή δύναται να αξιώσει δικαστικώς ακόμα και ο συγκύριος που έχει μερίδα μικρότερη του 50%, ακόμα και εκείνος που έχει ένα πολύ μικρό ποσοστό του ακινήτου. Η αγωγή διανομής στρέφεται κατά όλων των συγκυρίων, ή τουλάχιστον στην δίκη της διανομή όλοι οι συγκύριοι πρέπει να είναι διάδικοι, δηλαδή είτε στην πλευρά του ενάγοντος, είτε σε εκείνη του εναγομένου. Εάν ο συγκύριος ασκήσει αγωγή διανομής που δεν έχει συμπεριλάβει, είτε στους ενάγοντες, είτε στους εναγομένους, κάποιον εκ των συγκυρίων, η αγωγή θα απορριφθεί.
Ερώτημα ανακύπτει όταν κάποιος εκ των δικαιουμένων να αποδεχθούν μία κληρονομία, παραλείπει να προβεί στις ενέργειες της αποδοχής κληρονομίας, δηλαδή δεν υποβάλει δήλωση φόρου κληρονομίας, εάν απαιτείται, ούτε υπογράφει πράξη αποδοχής σε συμβολαιογράφο, ούτε την μεταγράφει στο υποθηκοφυλακείο/κτηματολόγιο.
Σε μία τέτοια περίπτωση ο συγκύριος που έχει αποδεχθεί το δικό του μερίδιο από την κληρονομία δικαιούται να προβεί αυτός, για λογαριασμό του άλλου συγκληρονόμου, που δεν αποδέχεται το κληρονομικό μερίδιό του, σε αναγκαστική αποδοχή κληρονομίας, ώστε να γίνει κι εκείνος συγκύριος του κοινού κληρονομιαίου ακινήτου και να καταστεί ακολούθως δικονομικώς εφικτή η άσκηση της αγωγής διανομής.
Η αναγκαστική αυτή αποδοχή γίνεται με την έκδοση από το δικαστήριο πιστοποιητικού περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης ή περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης, από τον Δήμο πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών και κυρίως, πιστοποιητικού περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας.
Αυτά τα έγγραφα δύνανται να μεταγραφούν στο υποθηκοφυλακείο/κτηματολόγιο της περιοχής που βρίσκεται το ακίνητο, με αποτέλεσμα ο συγκληρονόμος που μέχρι τώρα απέφευγε να αποδεχθεί το μερίδιό του, να καταστεί συγκύριος του ακινήτου και να δύναται πλέον να ασκηθεί εναντίον του η αγωγή διανομής του κοινού ακινήτου.
Στην υπ’ αριθ. 10/1994 απόφασή του το Εφετείο Θεσσαλονίκης είχε μάλιστα κρίνει ότι ο ενάγων, που είχε ασκήσει αγωγή διανομής κοινού ακινήτου κατά συγκληρονόμου του, ισχυριζόμενος στην αγωγή ότι η αντίδικος έχει μερίδιο επί του ακινήτου, χωρίς να έχει ακόμα μεταγράψει το πιστοποιητικό ότι η αντίδικος δεν έχει αποποιηθεί της κληρονομίας, δικαιούται να προβεί σ’ αυτήν την μεταγραφή μετά την έκδοση οριστικής αποφάσεως και πριν την συζήτηση της κατ’ εφεσιν δίκης.
Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι: «Η αγωγή [διανομής] είναι ορισμένη, διότι για την παθητική νομιμοποίηση της αγωγής αρκεί το ότι ο ενάγων, με την αγωγή του, ομολογεί τη συγκυριότητα της εναγομένης, ενώ, στην παρούσα δευτοροβάθμια δίκη, εξαιτίας της άρνησης της αγωγής, επιτρεπτώς, με τις προτάσεις του, βελτιώνει την ιστορική βάση της αγωγής του, διευκρινίζοντας ότι μετά την πρωτόδικη δίκη αυτός μετέγραψε το πιστοποιητικό του αρμοδίου γραμματέα για μη αποποίηση της κληρονομίας από την εναγομένη και επομένως η μεταγραφή ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, από τον οποίο θεωρείται η εναγομένη ως συγκύρια του ακινήτου της κληρονομίας».


Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Monday, July 4, 2011

Ευθύνη ιδιοκτήτη αυτοκινήτου σε ατύχημα

Εάν συμβεί αυτοκινητικό ατύχημα στην Ελλάδα, κατά το νόμο ευθύνη έχει όχι μόνο εκείνος που οδηγεί το αυτοκίνητο που προκάλεσε την ζημία, αλλά και ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης του. Ακόμα δηλαδή κι αν ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν είναι παρών στο ατύχημα και δεν οδηγεί το αυτοκίνητο, ούτε έχει άλλη συμμετοχή στο συμβάν, έχει αντικειμενική ευθύνη, επειδή είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος.
Σύμφωνα με νόμο του 1911 εάν ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δεν ήταν κάτοχος ή οδηγός αυτού όταν συνέβη το ατύχημα, η ευθύνη του περιορίζεται στην αξία του αυτοκινήτου. Εάν δηλαδή προκληθεί ατύχημα και ζημία σε άλλο αυτοκίνητο, οδηγό ή σε πεζό, ύψους 45.000 ευρώ, ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου που δεν ήταν και κάτοχος ή οδηγός αυτού κατά την στιγμή του ατυχήματος, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και την ένσταση ότι ευθύνεται αντικειμενικώς μόνο μέχρι το ποσό της αξίας του αυτοκινήτου του.
Σ’ αυτήν την περίπτωση πρέπει στην ένστασή του να εξειδικεύσει το ύψος στο οποίο ανέρχεται η αξία του αυτοκινήτου του. Στο ανωτέρω παράδειγμα, μπορεί να ισχυρισθεί ότι το αυτοκίνητό του έχει αξία 8.000 ευρώ (ως μεταχειρισμένο πλέον των δέκα ετών, με αρχική αξία κτήσεως το 2001 ποσού 29.000 ευρώ) και να ζητήσει η ευθύνη του να περιορισθεί στο ποσό των 8.000 ευρώ, ήτοι στην αξία του αυτοκινήτου και να μην υποχρεωθεί να καλύψει ολόκληρη την ζημία των 45.000 ευρώ.
Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις στις οποίες η ευθύνη του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος δεν περιορίζεται μόνο στην αξία του αυτοκινήτου, αλλά εκτείνεται σε όλο το ύψος της ζημίας. Αυτό σημαίνει ότι η ευθύνη βασίζεται στο άρθρο 914 του Αστικού Κώδικος, όταν υπάρχει σχέση προστήσεως μεταξύ οδηγού που προκάλεσε το ατύχημα και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Σχέση προστήσεως υφίσταται όταν ο οδηγός είναι υπάλληλος του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, ή γενικώς ενεργεί υπό τις εντολές και οδηγίες του. Σχέση προστήσεως υπάρχει όμως και όταν ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε συγγενή ή φίλο του, όπως ο πατέρας στο υιό του.
Στην υπ’ αριθ. 1228/2010 απόφασή του ο Άρειος Πάγος απέρριψε την ένσταση των δύο ιδιοκτητριών του αυτοκινήτου, ότι ευθύνονται μόνο μέχρι την αξία του. Στην υπόθεση αυτή, ο οδηγός, που προκάλεσε το ατύχημα ήταν υιός της πρώτης και ανεψιός της δεύτερης των ιδιοκτητριών του αυτοκινήτου. Ο οδηγός πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, τα οποία ήταν εκτεθειμένα χωρίς καμία προφύλαξη και χρησιμοποιώντας αυτά, οδήγησε το αυτοκίνητο, παρά το ότι εστερείτο αδείας οδηγήσεως και παρά το ότι είχε κάνει χρήση ουσιών, προκαλώντας ατύχημα.
Τόσο το Εφετείο, όσο και ο Άρειος Πάγος απέρριψαν την ένσταση των δύο ιδιοκτητριών του αυτοκινήτου για περιορισμό της ευθύνης τους μέχρι του ύψους της αξίας του αυτοκινήτου τους. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι οι ιδιοκτήτριες του αυτοκινήτου έχουν ευθύνη για ολόκληρο το ποσό της ζημίας και όχι μόνο μέχρι το την αξία του οχήματός τους, διότι υπήρξε σχέση προστήσεως μεταξύ αυτών και του υιού / ανεψιού τους.


Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Monday, June 27, 2011

Ευνοϊκό κλίμα στην Ελλάδα για αγορά ακινήτου

Η κυβέρνηση στην Ελλάδα φαίνεται να αντιλαμβάνεται αυτό που οι παράγοντες της αγοράς βλέπουν και ζουν καθημερινώς. Από τον συμβολαιογράφο και τον δικηγόρο, τον μηχανικό, τον μεσίτη, τον εργολάβο μέχρι τον οικοδόμο, τον σιδερά, τον υδραυλικό και τον πατωματζή, όλοι όσοι εμπλέκονται στην αγορά ακινήτων αντιλαμβάνονται ότι λόγω της οικονομικής κρίσεως, της παύσεως χορηγήσεως δανείων από τις τράπεζες, αλλά και της αυστηρής, ή κατ’ άλλους ανορθολογικής εφαρμογής του «πόθεν έσχες», η αγορά έχει «καθίσει».
Ο αριθμός των οικοδομικών αδειών που εκδίδονται έχει μειωθεί σημαντικά και οι εργολάβοι δεν προβαίνουν σε νέες κατασκευές, διότι οι πωλήσεις διαμερισμάτων και κατοικιών είναι περιορισμένες. Χιλιάδες είναι δε τα κλειστά και απούλητα διαμερίσματα που είχαν κατασκευασθεί προ ολίγων ετών, προ της κρίσεως, τα οποία αναζητούν, αλλά δεν βρίσκουν αγοραστή, τουλάχιστον στις τιμές που ζητούν οι κατασκευαστές.
Λόγω της δυσμενούς αυτής καταστάσεως, που πλήττει μεγάλο μέρος της ελληνικής οικονομίας και στερεί το κράτος από φόρους, η κυβέρνηση έλαβε την απόφαση να «παγώσει» τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων και να μην προβεί στην αύξησή τους, όπως είχε προαναγγείλει ότι θα συνέβαινε το β’ εξάμηνο του 2011.
Το μέτρο αυτό είναι το φυσικό επακόλουθο της κάμψεως της αγοράς ακινήτου και του φαινομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις πλέον η αντικειμενική αξία ενός ακινήτου να είναι ανώτερη της πραγματικής, ενώ προ ολίγων μόνο ετών, η πραγματική αξία ήταν στο 90% των περιπτώσεων κατά πολύ ανώτερη της αντικειμενικής.
Ένα άλλο μέτρο για την τόνωση της αγοράς του ακινήτου είναι η διαφαινόμενη κατάργηση του «πόθεν έσχες» για την αγορά όχι μόνο της πρώτης, αλλά και της δεύτερης ή εξοχικής κατοικίας. Όταν επεβλήθησαν τα πρώτα δυσμενή οικονομικά μέτρα, στις αρχές του 2010, η κυβέρνηση τότε ουσιαστικώς επέδραμε στην αγορά του ακινήτου και επέβαλε αυστηρό «πόθεν έσχες» στην κτήση ακόμα και της πρώτης κατοικίας. Το μέτρο αυτό αποθάρρυνε πολλούς επίδοξους αγοραστές και αντί να αποφέρει έσοδα στο κράτος, έπληξε την οικονομία αλλά και τα κρατικά έσοδα.
Στις αρχές του 2011 η κυβέρνηση πήρε πίσω την εφαρμογή του «πόθεν έσχες» για την αγορά πρώτης κατοικίας, έως 120 τ.μ. και έως 200.000 ευρώ αντικειμενική αξία. Τώρα, σκέπτεται να καταργήσει το «πόθεν έσχες» για την αγορά και της δευτερεύουσας ή εξοχικής κατοικίας, με σκοπό να ανακάμψει η κτηματαγορά, να ενισχυθεί η οικοδομή και να εισρεύσουν έσοδα στα δημόσια ταμεία, τόσο από εισπράξεις ΦΠΑ όσο και από τον φόρο εισοδήματος και μεταβιβάσεως ακινήτων.
Εφόσον εφαρμοσθούν σε λίγο καιρό τα εξαγγελθέντα μέτρα, η αγορά του ακινήτου μπορεί να δείξει σημάδια ανακάμψεως, καθώς οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές, από την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό, θα μπορούν να διερευνήσουν την δυνατότητα αγοράς ακινήτου χωρίς τις δεσμεύσεις του «πόθεν έσχες» και χωρίς να πρέπει να πληρώσουν παραπάνω φόρους, αφού οι αντικειμενικές αξίες, βάσει των οποίων καταβάλλονται τα έξοδα αγοράς, δεν θα αυξηθούν.
Πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμισθεί, ότι οι κάτοικοι εξωτερικού που αγοράζουν ακίνητο στην Ελλάδα εξακολουθούν να υποχρεούνται να αποδείξουν πού βρήκαν τα χρήματα και αγοράζουν ακίνητο. Η δικαιολόγηση της προελεύσεως των χρημάτων γίνεται είτε με την εισαγωγή χρημάτων τους, μέσω τραπέζης, από το εξωτερικό στην Ελλάδα, είτε με δήλωση στην εφορία εισοδημάτων τους στην Ελλάδα, ώστε να καλύπτεται η αντικειμενική αξία, ο φόρος και τα έξοδα της αγοράς του ακινήτου.


Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Friday, June 17, 2011

Αντισυνταγματικός ο νόμος για ιθαγένεια αλλοδαπών και ψήφο τους στις δημοτικές! (Μέρος Β’).

Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), με την υπ΄αριθ. 351/2011 απόφασή του (Τμήμα Δ’, επταμελές), έκρινε ότι ο Ν.3838/2010, που προβλέπει την αθρόα πολιτογράφηση αλλοδαπών και την συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές μη Ελλήνων, είναι αντισυνταγματικός.
Το ανώτατο δικαστήριο, αφού περιέγραψε ποιοί συναποτελούν το ελληνικό έθνος, που βάσει του Συντάγματος, είναι ο ελληνικός λαός, στον οποίο συμμετέχουν και οι ομογενείς, διαπίστωσε ότι αθρόα πολιτογράφηση, δηλαδή απονομή της ελληνικής ιθαγένειας σε ομάδες αλλοδαπών χωρίς εξατομικευμένη κρίση, αλλά ευθέως βάσει γενικών διατάξεων ουσιαστικού νόμου, το ελληνικό δίκαιο γνώρισε μόνο κατά τις περιόδους μεγάλων ανακατατάξεων του νέου εθνικού κράτους, όπως το 1913 με τις Συνθήκες Ειρήνης Ελλάδος – Τουρκίας, με την Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 και με την Συνθήκη Ειρήνης των Συμμάχων με την Ιταλία το 1947, με την απόκτηση της ελληνικής ιθαγενείας και την ταυτόχρονη απώλεια της ιταλικής, των Ελλήνων κατοίκων των Δωδεκανήσων.
Το ΣτΕ συνεχίζει ότι μετά την πτώση των καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάς θέσπισε ρυθμίσεις απονομής της ιθαγενείας σε ομογενείς εκ των πρώην κομμουνιστικών χωρών με κριτήρια την ελληνική καταγωγή και την ελληνική εθνική συνείδηση, δηλαδή κριτήρια αποτελούντα τον πυρήνα του έθνους και της εθνικότητος.
Ακολούθως, όμως, λόγω ισχυρών μεταναστευτικών ρευμάτων προς την χώρα, ίσχυσαν νόμοι που «νομιμοποιούσαν» την παράνομη είσοδο, διαμονή και εργασία αλλοδαπών, δηλαδή εθεωρήθησαν ως νομίμως εισελθόντες στη χώρα αλλοδαποί στερούμενοι ταξιδιωτικών εγγράφων και θεωρήσεως εισόδου.
Συνέπεια αυτής της νομοθετικής πολιτικής και διοικητικής πρακτικής είναι ότι καθίσταται ανέφικτη η διαπίστωση αν υπήρξαν πρόσωπα, ποία και πόσα, τα οποία πράγματι να διέμειναν και να εργάσθηκαν νομίμως μέχρι σήμερα στην χώρα. Δηλαδή το ΣτΕ διαπιστώνει την ουσιαστική ανικανότητα του κράτους να ελέγξει τα σύνορά του, το ποιός εισέρχεται, πόσο μένει και τι κάνει στην χώρα.
Με τον Ν.3838/2010 εισάγεται ένας νέος τρόπος κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας, με την γέννηση του αλλοδαπού (από αλλοδαπούς γονείς) στην Ελλάδα ή με την φοίτηση σε ελληνικό σχολείο και σχετική δήλωση των γονέων. Ο τρόπος αυτός κτήσεως της ιθαγενείας αφορά, δυνάμει, μεγάλο αριθμό αλλοδαπών (αθρόα πολιτογράφηση) χωρίς τούτο να συνάπτεται προς εκπλήρωση διεθνούς υποχρεώσεως της χώρας.
Η πολιτογράφηση αυτή γίνεται με αμιγώς τυπικές προϋποθέσεις, χωρίς εξατομικευμένη κρίση περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως του δεσμού προς το ελληνικό έθνος του αιτούντος την πολιτογράφηση αλλοδαπού, δηλαδή την εκ μέρους του εθελουσία αποδοχή των αξιών που συνάπτονται προς τον ελληνισμό και την εντεύθεν απόκτηση ελληνικής εθνικής συνειδήσεως.
Κατόπιν των ανωτέρω το ΣτΕ ήχθη στο συμπέρασμα ότι ο Ν.3838/2010 αντίκειται στο Σύνταγμα., διότι δεν προβλέπει διαδικασίες ειδικής διαπιστώσεως εάν κάθε αλλοδαπός έχει αποκτήσει γνήσιο δεσμό προς το ελληνικό έθνος, αλλά και διότι ο νόμος αυτός δύναται να οδηγήσει σε αναίρεση του κατοχυρωμένου από το Σύνταγμα εθνικού χαρακτήρα του Κράτους.
Το ΣτΕ κρίνει επίσης αντισυνταγματικές τις διατάξεις του ίδιου νόμου αναφορικώς με το δικαίωμα ψήφου και εκλογής (πλην του Δημάρχου) σε αλλοδαπούς που δεν έχουν ελληνική ιθαγένεια. Οι εκλογές για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ έχουν καθαρά πολιτικό χαρακτήρα και η εκλογή αυτή ανάγεται στην πολιτική ζωή της Χώρας γενικώς.
Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοικήσεως αποτελεί λειτούργημα απαραίτητο για την πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας (ΣτΕ 3705/1987, 1273/1993 Ολομ.), ως τοιαύτης νουμένης της ασκουμένης από τον λαό ως εκλογικό σώμα απαρτιζόμενο μόνο από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου Έλληνες πολίτες.
Συνεπώς, η άσκηση του δικαιώματος τόσο του εκλέγειν, όσο και του εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές αυτές επιφυλάσσεται μόνον στους Έλληνες πολίτες και δεν μπορεί να επεκταθεί και στους μη έχοντες την ιδιότητα αυτή χωρίς αναθεώρηση της σχετικής διατάξεως του Συντάγματος. Συνεπώς οι ρυθμίσεις του Ν.3838/2010 είναι ανίσχυρες ως αντίθετες στα άρθρα 1 παρ. 2 και 3, 52 και 102 παρ. 2 του Συντάγματος.
Αντί άλλου σχολίου, θέτουμε το ερώτημα: οι χιλιάδες αλλοδαποί που ήδη ψήφισαν στις δημοτικές εκλογές του 2010, γεγονός παράνομο, ως αντισυνταγματικό και ανίσχυρο κατά το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, πλήττουν το κύρος του εκλογικού αποτελέσματος και άρα της ουσίας της δημοκρατίας στην Ελλάδα;

*Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr



Αντισυνταγματικός ο νόμος για ιθαγένεια αλλοδαπών και ψήφο τους στις δημοτικές! (Μέρος Α’).


Του Χρήστου Ηλιόπουλου*


7 Ιουνίου 2011

Πολλές συζητήσεις προκάλεσε προ μηνών στην Ελλάδα ο πρόσφατος νόμος που α) δίνει την δυνατότητα σε δεκάδες χιλιάδες αλλοδαπούς, που δεν ανήκουν ουσιαστικώς στο ελληνικό έθνος, να αποκτήσουν την ελληνική υπηκοότητα και το διαβατήριο, άρα και να ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές και β) σε ακόμη περισσότερους αλλοδαπούς, που δεν έχουν καν την ελληνική υπηκοότητα και παρά ταύτα δικαιούνται να ψηφίζουν και ήδη ψήφισαν στις δημοτικές εκλογές του 2010 στην Ελλάδα!
Ο νόμος αυτός προσεβλήθη με αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) και ήδη το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας εξέδωσε απόφαση με την οποία πράγματι ο νόμος αυτός κρίνεται ότι αντίκειται στο Σύνταγμα και άρα ότι δεν πρέπει να εφαρμοσθεί.
Επειδή το ζήτημα είναι μείζωνος σημασίας, η υπόθεση θα ξαναδικασθεί από την Ολομέλεια του ΣτΕ. Ωστόσο, η σημασία της εκδοθείσης αποφάσεως περί αντισυνταγματικότητος είναι μεγάλη.
Το ΣτΕ στην απόφασή του αρχίζει με αναφορά στο θεμέλιο του πολιτεύματος, που είναι η λαϊκή κυριαρχία και στο ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους. Έλληνες είναι όσοι έχουν τα τυπικά προσόντα. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους. Η οικογένεια είναι θεμέλιο της συντήρησης και της προαγωγής του Έθνους. Το Κράτος μεριμνά για τη ζωή του αποδήμου Ελληνισμού και τη διατήρηση των δεσμών του με την Πατρίδα.
Μερικά από τα σημαντικά σημεία της αποφάσεως του ΣτΕ έχουν ως εξής: Η νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας βασίζεται μεν στην βούληση του λαού, αλλά υπάρχει και ασκείται προς το συμφέρον του έθνους, οντότητος υπερβαίνουσας χρονικά την εν ζωή κοινότητα των ανθρώπων και τα γεωγραφικά όρια του ελληνικού κράτους. Το έθνος αναφέρεται τόσο στις παρελθούσες, όσο και στις μέλλουσες γενεές, τα συμφέροντα των οποίων πρέπει να υπηρετεί η κρατική πολιτική.
Το ΣτΕ συνεχίζει ότι ο νόμος δεν πρέπει να επιτρέπει την είσοδο στην λαϊκή κοινότητα (λαός) αλλοδαπών προσώπων χωρίς ουσιαστικό πραγματικό δεσμό με αυτή – ιδίως με την πρόβλεψη αθρόων πολιτογραφήσεων ώστε να συγκροτείται αυθαιρέτως ο λαός (εκλογικό σώμα) και να αποσυντίθεται η έννοια του έθνους.
Ο Έλληνας νομοθέτης μεριμνά για την διαφύλαξη της εθνικής ομοιογένειας του Κράτους με την θέσπιση δικαίου ιθαγενείας βασιζομένου στο κριτήριο του δικαίου του αίματος (jus sanguinis), δηλαδή στην καταγωγή από Έλληνες γονείς, οπουδήποτε στον κόσμο κι αν έχει γεννηθεί το παιδί, σε αντίθεση με το δίκαιο του τόπου (jus soli), που κριτήριο έχει την γέννηση στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως ιθαγενείας των γονέων του παιδιού, που δεν προκρίνεται από το ελληνικό δίκαιο. Την βασική αυτή από δεκαετιών επιλογή υπέρ του δικαίου του αίματος επιχειρεί να αλλάξει ο πρόσφατος νόμος που ήδη κρίθηκε αντισυνταγματικός, επιτρέποντας στα τέκνα των αλλοδαπών που γεννιούνται στην Ελλάδα να λαμβάνουν την ελληνική ιθαγένεια.
Το ΣτΕ συνεχίζει ότι ο Έλληνας νομοθέτης ακριβώς λόγω της σημασίας που απέδωσε στον θεσμό της ιθαγενείας, ερρύθμισε πάντοτε με ευνοϊκό τρόπο την απονομή της ιθαγενείας στους αλλοδαπούς ομογενείς. Ειδικώς για τους ομογενείς η παλαιότερη νομοθεσία όριζε ότι για να λάβει ως αλλοδαπός μεν, αλλά ομογενής, την ελληνική υπηκοότητα, θα έπρεπε να έχει την ελληνική εθνικότητα, δηλ. να ανήκει στο ελληνικό έθνος.
Η έννοια του ομογενούς οριζόταν ως «... ο συνδεόμενος με το Έθνος διά της κοινής γλώσσης, (ουχί απαραιτήτως) θρησκείας, κοινών παραδόσεων, αλλά κυρίως διά της συνειδήσεως των κοινών ιστορικών πεπρωμένων, ήτοι διά της ελληνικής συνειδήσεως».
Τα δικαστήρια υιοθέτησαν την έννοια αυτή του ομογενούς, κρίνοντας ότι « ... διά του όρου ομογενής νοείται ο ανήκων εις το ελληνικόν γένος ή έθνος, ήτοι ο κεκτημένος ελληνικήν εθνικήν συνείδησιν, συναγομένην κυρίως εκ των συνδεόντων αυτόν στοιχείων και χαρακτηριστικών της προσωπικότητός του, των αναφερομένων ιδία εις την καταγωγήν του (εκ πατρός ή μητρός ή απωτέρων προγόνων), την γλώσσαν, την θρησκείαν, τα εθνικάς παραδόσεις και εν γένει την κοινήν συνείδησιν των ιστορικών πεπρωμένων του έθνους». (ΣτΕ 2756/1983, 275/1999).
Στο επόμενο άρθρο θα συνεχίσουμε την εν περιλήψει αναφορά μας στην σημαντική απόφαση του ΣτΕ με την οποία εκρίθη αντισυνταγματικός ο νόμος 3838/2010, με τον οποίο παρέχεται η δυνατότητα αθρόας αποδόσεως της ελληνικής ιθαγενείας σε αλλοδαπούς που δεν ανήκουν ουσιαστικώς στο ελληνικό έθνος, καθώς και η δυνατότητα σε ακόμη περισσότερους αλλοδαπούς να ψηφίζουν και να εκλέγονται στις δημοτικές/περιφερειακές εκλογές (όχι όμως Δήμαρχοι), παρά το γεγονός ότι δεν έχουν καν την ελληνική υπηκοότητα!

Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Friday, June 3, 2011

Αγωγή διανομής και ένσταση ιδίας κυριότητος εναγομένου

Διανομή ενός ακινήτου δύναται να λάβει χώρα όταν το ίδιο ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους του ενός κυρίους, οπότε μιλάμε για περισσοτέρους του ενός συνιδιοκτήτες του ιδίου ακινήτου. Διανομή μπορεί να ζητήσει οιοσδήποτε εκ των συγκυρίων του ακινήτου, ακόμα κι αν δεν έχει την πλειοψηφία, ακόμα δηλαδή κι αν έχει στην κυριότητά του ένα μικρό μερίδιο του κοινού ακινήτου. Μπορεί δηλαδή κι εκείνος που είναι κύριος του 10% ή του 20% να ασκήσει αγωγή διανομής, αιτούμενος την διανομή.
Η αγωγή διανομής δύσκολα μπορεί να αντικρουσθεί από τον εναγόμενο για να απορριφθεί. Η συνήθης άρνηση του εναγομένου είναι όχι να μην γίνει καθόλου η διανομή, αλλά να γίνει με άλλον τρόπο, διαφορετικό από εκείνον που προτείνει ο ενάγων στην αγωγή του. Δηλαδή, να μην γίνει διανομή με κατασκευή μίας οικοδομής με τέσσερις ορόφους, αλλά να κατασκευασθούν δύο οικοδομές στο οκόπεδο. Ή να μην πωληθεί το κοινό ακίνητο σε πλειστηριασμό, αλλά να γίνει αυτούσια διανομή με σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών κλπ.
Μία περίπτωση στην οποία ο εναγόμενος μπορεί επιτυχώς να αποκρούσει την αγωγή διανομής είναι όταν προβάλλει ένσταση ιδίας κυριότητος. Στην περίπτωση αυτή ο εναγόμενος αρνείται ότι υφίσταται συκγυριότητα με τον ενάγοντα στο ίδιο ακίνητο, ισχυριζόμενος ότι το ακίνητο είναι ολόκληρο δικό του, κατά 100%, οπότε δεν υφίσταται κοινωνία δικαιώματος, ούτε συνεπώς δυνατότητα διανομής.
Μία τέτοια περίπτωση μπορεί να είναι η εξής: Ο πατέρας της οικογενείας είχε στην κυριότητά του δύο ακίνητα, ένα διώοροφο σπίτι και ένα κτήμα με ελιές και είχε δύο τέκνα. Απεβίωσε δε το έτος 2004 χωρίς να αφήσει διαθήκη, ενώ η σύζυγός του είχε προαποβιώσει. Ο ένας υιός, ο Α, που είχε μεταναστεύσει στην Νέα Ζηλανδία, θεώρησε ότι αφού ο πατέρας τους δεν άφησε διαθήκη, κληρονόμησε αυτός με τον αδελφό του Β, το 50% εξ αδιαιρέτου στα δύο ακίνητα του πατέρα τους, στο σπίτι και στο κτήμα με τις ελιές. Για τον λόγο αυτόν προέβη σε αποδοχή κληρονομίας όπου απεδέχθη το 50% εξ αδιαιρέτου των δύο αυτών ακινήτων.
Ο άλλος υιός, ο Β, είχε μείνει στην Ελλάδα και καλλιεργούσε το κτήμα με τις ελιές. Αυτός υποστήριξε ότι το σπίτι κληρονομήθηκε από τους δύο αδελφούς κατά 50% έκαστος. Το κτήμα όμως με τις ελιές δεν αποτελεί μέρος της κληρονομίας του πατέρα τους, διότι ο πατέρας τους του το είχε δωρήσει με άτυπη δωρεά το έτος 1970 και έτσι το 1990, μετά δηλαδή από είκοσι χρόνια συνεχούς καλλιέργειας και νομής του κτήματος με διάνοια κυρίου, ο Β’ το απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα και δεν ανήκε στην κληρονομία του πατρός τους που απεβίωσε το 2004. Ο Β συνεπώς ισχυρίσθηκε ότι το μόνο κοινό ακίνητο που έχει κληρονομήσει με τον αδελφό του Α είναι το σπίτι, ενώ το κτήμα το έχει κατά 100% δικό του.
Ο Α άσκησε στα δικαστήρια στην Ελλάδα αγωγή διανομής, για την διανομή του κτήματος με τις ελιές, με το σκεπτικό ότι αυτός και ο αδελφός του Β’ είναι από 50% έκαστος συγκύριοι στο κτήμα. Ο Β απάντησε στην αγωγή ισχυριζόμενος ότι το κτήμα δεν είναι κοινό ακίνητο, που να υπόκειται σε διανομή μεταξύ τους, αλλά του ανήκει κατά 100%, αφού το απέκτησε με χρησικτησία, μετά την επί εικοσαετία νομή (κατοχή με διάνοια κυρίου), κατόπιν της ατύπου δωρεάς του πατρός τους προς αυτόν το 1970.
Το δικαστήριο θα εκτιμήσει τα έγγραφα, τους μάρτυρες, τις ένορκες βεβαιώσεις και κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο και θα καταλήξει αναλόγως στο συμπέρασμα αν πράγματι οι ενέργειες που έκανε ο Β συνιστούν άσκηση νομής επί του κτήματος, δηλαδή κατοχή διανοία κυρίου επί μία εικοσαετία, οπότε θα δεχθεί την ένσταση της ιδίας κυριότητος από τον εναγόμενο Β και θα απορρίψει την αγωγή διανομής, ή αν ο Β δεν έλαβε ποτέ το κτήμα στην κατοχή του διανοία κυρίου από τον πατέρα τους με άτυπη δωρεά και το κτήμα παρέμεινε στην κυριότητα του πατρός έως τον θάνατό του το 2004, οπότε και περιελήφθη στην κληρονομία του, κληρονομήθηκε κατά 50% από τα δύο του παιδιά Α και Β και άρα τώρα η αγωγή διανομής του Α θα γίνει δεκτή.
Στην υπ’αριθ. 2298/2009 απόφασή του επί παρομοίων περιστατικών, ο Άρειος Πάγος εδέχθη ότι ο εναγόμενος είχε ασκήσει νομή επί εικοσαετία επί του επιδίκου ακινήτου με επίσκεψη του ακινήτου, επίβλεψη, δενδροφύτευση και καλλιέργειά του με κηπευτικά και οπωροφόρα δέντρα, καθώς και κατασκευή εντός αυτού αποθηκευτικού χώρου, είχε επομένως αποκτήσει την κυριότητα αυτού κατά 100% με έκτακτή χρησικτησία και επομένως η αγωγή διανομής ορθώς απερρίφθη από το Εφετείο, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κοινό προς διανομή ακινήτο, αφού αυτό ανήκε ολόκληρο κατά 100% στον εναγόμενο.

Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Tuesday, May 24, 2011

Χρησικτησία μετά από κληρονομιά

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*



Ο συνηθισμένος τρόπος κτήσεως κυριότητος ενός ακινήτου είναι με συμβολαιογραφικό έγγραφο (π.χ. αγορά, δωρεά, γονική παροχή) και μεταγραφή αυτού στο υποθηκοφυλακείο ή στο κτηματολογικό γραφείο. Είναι όμως δυνατή η κτήση κυριότητος και χωρίς συμβόλαιο, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις της χρησικτησίας.
Για να αποκτήσεις κυριότητα ακινήτου χωρίς συμβόλαιο, απαιτείται να το έχεις στη νομή σου τουλάχιστον επί είκοσι έτη (έκτακτη χρησικτησία). Νομή υπάρχει όταν έχεις την φυσική εξουσία επί του ακινήτου διανοία κυρίου. Φυσική εξουσία σημαίνει ότι είτε ζεις σ’ αυτό (οικία), είτε το επισκέπτεσαι συχνά, το περιφράσσεις, αποτρέπεις άλλους από το να εισέρχονται ή να κάνουν πράξεις σ’ αυτό, το τοπογραφείς, το καλλιεργείς, το εκμισθώνεις (νοικιάζεις) σε τρίτους, ανοικοδομείς εντός αυτού κλπ.
Όλες οι ανωτέρω πράξεις πρέπει να γίνονται με την βούληση και την πεποίθηση ότι είναι δικό σου, ότι το εξουσιάζεις σαν δικό σου. Εάν πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις, δηλαδή της φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου και της ελάχιστης διάρκειας των είκοσι ετών, μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς δηλαδή συμβόλαιο. (Η τακτική χρησικτησία απαιτεί δέκα έτη, αλλά με ορισμένες πρόσθετες προϋποθέσεις).
Ενδιαφέρον έχει ότι υπάρχει δυνατότητα κάποιος να αποκτήσει ακίνητο με χρησικτησία ακόμα κι αν δεν έχει συμπληρώσει τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο των είκοσι ετών, εφόσον έχει κληρονομήσει κάποιον που είχε κι εκείνος στη νομή του το ίδιο ακίνητο, οπότε υφίσταται συνέχιση της χρησικτησίας (διαδοχή στη νομή).
Αυτό γίνεται ως εξής: ο Α (πατέρας) καλλιεργεί ένα κτήμα στην Τέμενη Αιγίου από το έτος 1978, όταν ο δικός του πατέρας του το έδωσε διά λόγου, χωρίς δηλαδή να υπογράψουν συμβόλαιο. Από το 1978 ο Α έχει στη νομή του του κτήμα, που το απέκτησε όχι με συμβόλαιο, αλλά με άτυπη δωρεά. Το έτος 1989 ο Α απεβίωσε και κληρονομήθηκε από το μοναδικό του τέκνο Β, καθώς η σύζυγός του είχε προαποβιώσει. Το τέκνο Β διαδέχθηκε δηλαδή τον πατέρα του Α στη νομή του εν λόγω κτήματος το 1989 και συνέχισε να καλλιεργεί και αργότερα να εκμισθώνει το κτήμα σε τρίτους με έγγραφα μισθωτήρια.
Το 2002 ο Γ, ένας ξάδελφος του Β, υποστήριξε ότι το κτήμα είναι δικό του και κατά την διάρκεια απουσίας του Β στο εξωτερικό, ο Γ περιέφραξε το κτήμα και άρχισε να οικοδομεί οικία εντός αυτού. Ο Β έμαθε για την αμφισβήτηση της κυριότητάς του επί του κτήματος και ήσκησε αγωγή στα δικαστήρια κατά του ξαδέλφου του Γ. Ο Β δεν έχει τίτλους κυριότητας (συμβόλαιο) για το κτήμα, έχει όμως τον ισχυρισμό ότι απέκτησε κυριότητα επί του κτήματος το έτος 1998, όταν δηλαδή συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια νομής του κτήματος (1978 – 1998).
Ο ξάδελφός Γ θα ισχυρισθεί ότι ο Β δεν είχε ποτέ ο ίδιος 20 χρόνια νομής στο ακίνητο, όμως ο Β θα απαντήσει ότι μπορεί ο ίδιος να μην είχε νομή 20 χρόνια, όμως συνέχισε τη νομή του πατρός του, Α, που είχε αρχίσει το 1978. Ο Β συνέχισε τη νομή του πατρός του Α μετά τον θάνατο του Α το 1989, εφόσον συνέχισε να εξουσιάζει το ακίνητο με διάνοια κυρίου και το 1998, δηλαδή είκοσι χρόνια μετά το 1978, ο Β έγινε κύριος του κτήματος. Επομένως, το 2002 που το καταπάτησε ο ξάδελφος Γ, το κτήμα ήταν ήδη στην κυριότητα του Β και εφόσον ο Β αποδείξει στο δικαστήριο ότι τόσο ο πατέρας του το διάστημα 1978 – 1989 όσο και ο ίδιος το διάστημα 1989 – 1998 είχαν πράγματι τη νομή, τότε θα κερδίσουν την δίκη και το Δικαστήριο θα διατάξει την αποβολή του Γ από το κτήμα και την επίσημη εγκατάταση του Β.
Ο Γ μπορεί να ισχυρισθεί ότι ο Β δεν απεδέχθη εγγράφως σε συμβολαιογράφο την κληρονομία του πατρός του μετά το 1989 και δεν μετέγραψε την αποδοχή στο υποθηκοφυλακείο, αλλά το επιχείρημα αυτό θα απορριφθεί από το δικαστήριο, διότι για την μεταβίβαση της νομής από τον πατέρα Α στον υιό Β το 1989 δεν απαιτείται αποδοχή και μεταγραφή. Η μεταβίβαση της νομής γίνεται από τον θανόντα στον κληρονόμο του αυτομάτως, από την επομένη του θανάτου του Α το 1989.
Η δικαστική απόφαση εφόσον καταστεί τελεσίδικη θα μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο Αιγίου και θα αποτελεί πλέον τίτλο κυριότητας υπέρ του Β.
Αυτά έκρινε και η υπ’αριθ. 215/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου σε υπόθεση που δικάσθηκε πρώτα στο Ειρηνοδικείο Αγραίων (Κερασοχώρι) και ακολούθως στο Πρωτοδικείο Ευρυτανίας.

Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Tuesday, May 10, 2011

Αποκλειστική χρήση και όχι κυριότητα στην πυλωτή

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*




Η πλειοψηφία των πολυωρόφων κτιρίων κατοικίας στην Ελλάδα μετά το 1980 κατασκευάζεται με πυλωτή (pilotis), δηλ. με το πολεοδομικό σύστημα της αφέσεως του ισογείου ακαλύπτου. Ο ακάλυπτος αυτός χώρος δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστών ιδιοκτησιών, επομένως στην πυλωτή δεν μπορούν να συσταθούν διαιρεμένες ιδιοκτησίες.
Στην πυλωτή συνήθως δημιουργούνται θέσεις σταθμεύσεως, οι οποίες όμως μόνο ως αποκλειστική χρήση υπέρ ενός συνιδιοκτήτη μπορούν να γίνουν αποδεκτές κατά το νόμο. Σε λίγες περιπτώσεις, με συμφωνία των οικοπεδούχων ή του συνόλου των συνιδιοκητών έχει ορισθεί στην σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας ότι τμήματα χώρων (θέσεις σταθμεύσεως) στην πυλωτή έχουν χιλιοστά επί του συνόλου της πολυκατοικίας και αποτελούν ξεχωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Το συμβόλαιο της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας που προβλέπει κάτι τέτοιο πάσχει νομικώς και καλό είναι, στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό, το σύνολο των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας να συμφωνήσει να υπογράψει τροποποίηση της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, που να καταργεί τις οριζόντιες ιδιοκτησίες στην πυλωτή και να τις μετατρέπει σε θέσεις αποκλειστικής χρήσεως.
Η πολεοδομική διάταξη του Νόμου 960/1979, που αντικαταστάθηκε με το Νόμο 1221/1981, ορίζει ότι «οι τυχόν δημιουργούμεναι θέσεις σταθμεύσεως εις τον ελεύθερον ισόγειον χώρον του κτιρίου όταν τούτο κατασκευάζεται επί υποστηλωμάτων (pilotis) κατά τις ισχύουσες διατάξεις, δεν δύνανται ν’ αποτελέσουν διηρημένας ιδιοκτησίας».
Αν η σύσταση ορίζει ότι δημιουργούνται στην πυλωτή διηρημένες ιδιοκτησίες, η σύσταση πάσχει ακυρότητα, διότι αντιβαίνει στην ανωτέρω διάταξη που είναι αναγκαστικού δικαίου και δεν επιτρέπεται η αλλαγή της από τους συνιδιοκτήτες.
Κατά την υπ’ αριθ. 2155/2009 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου, «ο χώρος της πυλωτής ή ανοικτά τμήματα του χώρου αυτού ανήκουν στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων μπορεί μόνο να παραχωρηθεί ... δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ιδίας οικοδομής». Η αποκλειστική αυτή χρήση έχει χαρακτήρα δουλείας.
Επομένως, δεν επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες του οικοπέδου με την συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία και με οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίησή της, να μην εξασφαλίζουν στην κοινόκτητη πυλωτή της οικοδομής θέσεις σταθμεύσεως των αυτοκινήτων των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων. Δεν επιτρέπεται συνεπώς και η παραχώρηση της θέσεως σταθμεύσεως σε υπόγεια αποθήκη, που αποτελεί βοηθητικό χώρο διαμερίσματος, ακόμα κι αν οι αποθήκη αυτή έχει ορισθεί με την σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας ως αυτοτελής ιδιοκτησία (με χιλιοστά), διότι δεν γίνεται δεκτό από το νόμο και από τα δικαστήρια ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων σε ορόφους να μην μπορούν να εξασφαλίσουν στην πυλωτή θέσεις σταθμεύσεως των αυτοκινήτων τους και να στερούνται έτσι της δυνατότητος χρήσεως κοινοχρήστου τμήματος της οικοδομής.
Σημειώνεται ότι για τον καθορισμό του απαιτουμένου αριθμού θέσεων στάθμευσης εντός της μείζονος περιοχής της πρωτεύουσας, βάσει του π.δ. 1340/1981, δεν προβλέπεται θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου για επιφάνεια μικρότερη των 40 τ.μ. Επομένως, εάν με την σύσταση ορίζεται ότι αποθήκη στο υπόγειο, μικρότερη των 40 τ.μ., έχει θέση σταθμεύσεως στην πυλωτή, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχει ιδιοκτήτης διαμερίσματος ορόφου χωρίς θέση σταθμεύσεως στην πυλωτή, το συμβόλαιο της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας μπορεί να προσβληθεί στα δικαστήρια και να ακυρωθεί.


Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
ktimatologiolaw@yahoo.gr