Γενικός κανόνας του δικαίου, που προκύπτει από την κοινή λογική και την ηθική, είναι ότι εκείνος που έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν μπορεί να μειώσει την περιουσία του μεταβιβάζοντας περιουσιακά του στοιχεία, με σκοπό να αποφύγει την εξόφληση των υποχρεώσεών του προς τους δανειστές του.
Σε ένα πολύ απλό παράδειγμα, εάν κάποιος οφείλει 100.000 ευρώ σε μία τράπεζα ή σε έναν προμηθευτή του και η καταληκτική ημερομηνία αποπληρωμής του χρέους του έχει προ πολλού παρέλθει, τότε η ενδεχόμενη μεταβίβαση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου του, δηλαδή ενός ακινήτου αξίας 55.000 ευρώ, μπορεί να ακυρωθεί ως καταδολιευτική.
Για να θεωρηθεί καταδολίευση δανειστών η μεταβίβαση του περιουσιακού στοιχείου ενός οφειλέτη πρέπει να ισχύουν ορισμένες προϋποθέσεις. Απαιτείται πρώτα απ’ όλα πρόθεση του οφειλέτη με την μεταβίβαση να βλάψει τους δανειστές του. Η πρόθεση αυτή συνήθως υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την μεταβίβαση του περιουσιακού του στοιχείου η περιουσία που θα του απομένει δεν θα επαρκεί για να εξοφληθούν οι δανειστές του.
Απαιτείται επίσης ο τρίτος, που αποκτά το περιουσιακό στοιχείο από τον οφειλέτη, να γνωρίζει ότι με την εν λόγω μεταβίβαση συντελείται αποφυγή πληρωμής χρεών του μεταβιβάζοντος οφειλέτη. Όταν ο αποκτών το ακίνητο από τον οφειλέτη είναι σύζυγος ή στενός συγγενής του, τεκμαίρεται ότι γνωρίζει ότι επιχειρείται καταδολίευση, εκτός εάν από την μεταβίβαση μέχρι την άσκηση της αγωγής για την ακύρωση της μεταβιβάσεως παρήλθε έτος.
Στην υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθ. 651/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, μία ομόρρυθμος εταιρεία όφειλε 240 εκατομμύρια δρχ. σε τράπεζα ήδη από το 1992. Η τράπεζα κινήθηκε δικαστικώς κατά του ομορρύθμου εταίρου, για να εγγράψει υποθήκη στο μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του, που ήταν ένα ακίνητο.
Ενώ το δικαστήριο για την εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου του οφειλέτη εκκρεμούσε, ο οφειλέτης πώλησε το μοναδικό του ακίνητο σε κάποιον τρίτο. Τα δικαστήρια μέχρι και τον Άρειο Πάγο κήρυξαν άκυρη την πώληση του ακινήτου, λόγω καταδολίευσης δανειστών, διότι απεδείχθη ότι το κίνητρο του πωλητή του ακινήτου ήταν να «απαλλαγεί» από το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο, ώστε η τράπεζα, στην οποία όφειλε μεγάλο χρηματικό ποσό, να μην μπορεί να του βρει προσωπική περιουσία.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Sunday, March 7, 2010
Monday, February 22, 2010
Αποζημίωση για τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*
2010Κάθε χρόνο 50.000 άνθρωποι περίπου χάνονται σε αυτοκινητικά δυστυχήματα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από αυτούς περίπου 2.500 αφήνουν την τελευταία τους πνοή στους ελληνικούς δρόμους, ενώ πολύ περισσότεροι είναι οι σοβαρά τραυματισμένοι, πράγμα που καθιστά την Ελλάδα μία από τις πλέον επικίνδυνες χώρες για τους οδηγούς στην Ευρώπη.
Ο υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος ή δυστυχήματος υποχρεούται να αποζημιώσει τον τραυματισθέντα ή την οικογένεια του θύματος, κατά το μέτρο της ευθύνης του, η οποία μπορεί να είναι πλήρης (στο 100%) ή μερική, δηλ. ένα ποσοστό ευθύνης να φέρει και το ίδιο το θύμα.
Ο ζημιωθείς σε αυτοκινητικό ατύχημα δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση από τον υπαίτιο. Συνήθως, την αποζημίωση καλύπτει η ασφαλιστική εταιρεία του υπαιτίου.
Περιεχόμενο της αποζημιώσεως είναι όλα όσα ξόδεψε ο ζημιωθείς εξαιτίας του ατυχήματος σε ιατρούς και νοσοκομεία, σε φάρμακα και ιατρικά όργανα, σε φυσιοθεραπευτές, σε έξοδα μετακινήσεως λόγω στερήσεως της χρήσεως του αυτοκινήτου του, σε απώλεια εισοδήματος, σε αποκατάσταση καταστραφέντων αντικειμένων, αλλά και η ηθική βλάβη που υπέστη, δηλ. η σε χρήμα αποτίμηση της ταλαιπωρίας, της στεναχώριας, της απώλειας χρόνου του ζημιωθέντος, αλλά και των δυσμενών συνεπειών στο μέλλον της βλάβης της σωματικής του ακεραιότητος, που μπορεί μεν να απεκατεστάθη, αλλά κάποιες βλαπτικές συνέπειες θα συνεχίσουν να υπάρχουν και στην μελλοντική ζωή του τραυματισθέντος.
Εάν μάλιστα ο τραυματισμός προκάλεσε ιδιαίτερη αναπηρία ή βλάβη του σώματος, που θα εξακολουθεί έντονα να επηρεάζει το θύμα σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, μπορεί να ζητηθεί και ξεχωριστή αποζημίωση για αυτόν συγκεκριμένα τον λόγο.
Εάν το δυστύχημα προκάλεσε απώλεια ζωής, τότε η οικογένεια του θύματος μπορεί να ζητήσει αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης.
Ένα από τα κονδύλια που δικαιούται να ζητήσει ο ζημιωθείς είναι και όσα δαπάνησε για υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμου ή οικιακής βοηθού και όλα τα παρεμφερή, εάν εξαιτίας του ατυχήματος δεν είχε την δυνατότητα αυτοεξυπηρετήσεως για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Πρέπει να τονισθεί ότι το κονδύλιο αυτό ο ζημιωθείς μπορεί να το ζητήσει ακόμα κι αν δεν πλήρωσε κάποια αποκλειστική νοσοκόμα ή οικιακή βοηθό, επειδή τις υπηρεσίες του τις προσέφερε το οικογενειακό περιβάλλον του (γονέας, αδελφός κλπ). Ακόμα δηλαδή κι αν ο τραυματισθείς δεν πλήρωσε τίποτα επειδή η μητέρα του (δωρεάν φυσικά) τον φρόντιζε επί μήνες, όταν ήταν στο κρεβάτι, θα μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο αποζημίωση αντιστοιχούσα στο ποσό που θα πλήρωνε σε αποκλειστική νοσοκόμα, εάν τις υπηρεσίες αυτές δεν του τις είχε προσφέρει η μητέρα του.
Τη νομολογία αυτή επιβεβαίωσε και η υπ’ αριθ. 522/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο δικαιολογητικός λόγος αυτής της ρυθμίσεως είναι ότι ο υπαίτιος του ατυχήματος και η ασφαλιστική εταιρεία δεν είναι δίκαιο να γλιτώσουν χρήματα επειδή το θύμα δεν το περιέθαλψε μία αποκλειστική νοσοκόμα, αλλά η μητέρα του.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
Thursday, February 11, 2010
The decedent lived abroad, but left assets in Greece
By Christos ILIOPOULOS*
It’s not uncommon litigation to start in Greece with regards to how an inheritance is settled. The heirs may fight between themselves on how the inheritance is divided and who gets what share. Disputes may arise especially in cases with an international aspect. The deceased may have lived in one country, but his assets are located in another and the heirs may also live in different countries.
In such cases, each heir may try to use the law of the country which suits him/her better, to put forward claims related to the assets of the deceased. If one heir starts a lawsuit action about the division of the inheritance in one country, the courts of that country must first establish that they have international jurisdiction to try this case, which involves the property of the deceased who lived in one country, but left property and heirs in one or more countries.
Thousands of Greeks left Greece decades ago and established themselves in other countries, where they made families and obtained assets, (real estate, movables, bank accounts etc.). These same people very often obtained properties in Greece, too, or inherited properties with assets located in Greece.
When they pass away, their assets, located around the world, may cause disputes among the heirs. Each heir has an interest to use the law of a specific country, in order to increase his/her share on the property.
Take one example: the deceased was born in Greece, but immigrated to Australia. He retained all his life the Greek citizenship, because he never renounced it and there was never issued a ministerial decision in Greece recognizing the loss of his Greek citizenship, despite the fact that the same Greek-born person obtained the Australian citizenship, too.
When he died, he left property in Greece and a dispute has arisen between his heirs on how the Greek property is divided. One of the heirs wants to apply Australian law, since this law may validate the deceased’s Will in its entirety and give him a larger share, even if he is not related to the deceased.
On the other hand, the family of the deceased wants to apply Greek law, as this law recognizes a larger share for the spouse and the children of the deceased (forced share), even if the deceased left a Will without leaving anything to his spouse and children.
The decedent’s children (issue) and the surviving spouse may have a right to bring a lawsuit action before the Greek courts, in order to obtain their forced heirship rights, as immediate family of the deceased. The other heir, who is not related to the deceased, but gets all the property according to the Will, may have an opposing interest, and he/she may file a lawsuit action in the courts of Australia, to get the whole of the inheritance.
For assets located in Greece, the Greek courts have jurisdiction, provided the deceased was a Greek citizen (even if he had double citizenship). The fact that the deceased lived and died outside of Greece is not enough to strip the Greek courts of jurisdiction on how his Greek assets will be divided.
That is the precedence which was followed by ruling No 400/2009 of the Greek Supreme Court (Arios PAgos). In that case, the deceased died outside of Greece. He had lived his life outside of Greece, but left property located in Greece. The Court of First Instance and the Court of Appeals in Nafplion ruled that Greek courts did not have jurisdiction.
However, when the case was heard by Arios Pagos, the ruling was different. The Supreme Court decided that the decision of the Court of Appeals in Nafplion had not interpreted the law properly and that in such cases Greek courts had international jurisdiction to try the substance of the case, at least with regards to property located in Greece.
According to Greek law, the surviving spouse, even if left completely out of the Will, in most cases is entitled to claim 1/8 of the decedent’s property. The decedent’s issue (children) are entitled to claim (forced share) 3/8 of the inheritance, which is half of what they would get (3/4) if the deceased had died intestate (without a Will) and always provided the deceased had the Greek citizenship.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
It’s not uncommon litigation to start in Greece with regards to how an inheritance is settled. The heirs may fight between themselves on how the inheritance is divided and who gets what share. Disputes may arise especially in cases with an international aspect. The deceased may have lived in one country, but his assets are located in another and the heirs may also live in different countries.
In such cases, each heir may try to use the law of the country which suits him/her better, to put forward claims related to the assets of the deceased. If one heir starts a lawsuit action about the division of the inheritance in one country, the courts of that country must first establish that they have international jurisdiction to try this case, which involves the property of the deceased who lived in one country, but left property and heirs in one or more countries.
Thousands of Greeks left Greece decades ago and established themselves in other countries, where they made families and obtained assets, (real estate, movables, bank accounts etc.). These same people very often obtained properties in Greece, too, or inherited properties with assets located in Greece.
When they pass away, their assets, located around the world, may cause disputes among the heirs. Each heir has an interest to use the law of a specific country, in order to increase his/her share on the property.
Take one example: the deceased was born in Greece, but immigrated to Australia. He retained all his life the Greek citizenship, because he never renounced it and there was never issued a ministerial decision in Greece recognizing the loss of his Greek citizenship, despite the fact that the same Greek-born person obtained the Australian citizenship, too.
When he died, he left property in Greece and a dispute has arisen between his heirs on how the Greek property is divided. One of the heirs wants to apply Australian law, since this law may validate the deceased’s Will in its entirety and give him a larger share, even if he is not related to the deceased.
On the other hand, the family of the deceased wants to apply Greek law, as this law recognizes a larger share for the spouse and the children of the deceased (forced share), even if the deceased left a Will without leaving anything to his spouse and children.
The decedent’s children (issue) and the surviving spouse may have a right to bring a lawsuit action before the Greek courts, in order to obtain their forced heirship rights, as immediate family of the deceased. The other heir, who is not related to the deceased, but gets all the property according to the Will, may have an opposing interest, and he/she may file a lawsuit action in the courts of Australia, to get the whole of the inheritance.
For assets located in Greece, the Greek courts have jurisdiction, provided the deceased was a Greek citizen (even if he had double citizenship). The fact that the deceased lived and died outside of Greece is not enough to strip the Greek courts of jurisdiction on how his Greek assets will be divided.
That is the precedence which was followed by ruling No 400/2009 of the Greek Supreme Court (Arios PAgos). In that case, the deceased died outside of Greece. He had lived his life outside of Greece, but left property located in Greece. The Court of First Instance and the Court of Appeals in Nafplion ruled that Greek courts did not have jurisdiction.
However, when the case was heard by Arios Pagos, the ruling was different. The Supreme Court decided that the decision of the Court of Appeals in Nafplion had not interpreted the law properly and that in such cases Greek courts had international jurisdiction to try the substance of the case, at least with regards to property located in Greece.
According to Greek law, the surviving spouse, even if left completely out of the Will, in most cases is entitled to claim 1/8 of the decedent’s property. The decedent’s issue (children) are entitled to claim (forced share) 3/8 of the inheritance, which is half of what they would get (3/4) if the deceased had died intestate (without a Will) and always provided the deceased had the Greek citizenship.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Friday, January 29, 2010
Inheritance taxes in Greece, 2010 update
By Christos ILIOPOULOS*
As expected, the Greek government introduced legislation according to which the rates of taxes for inheritance (and parental donation to children) have been seriously modified. The changes take effect from 19 January 2010, with regards to inheritance taxes and from 8 January 2010, as far as the parental donations are concerned.
Before we outline the basic new rates, it must be noted that for previous inheritance cases different legal regimes and rates apply, depending on the date of the passing of the deceased. One thing is for sure, however: inheritance taxes are paid only for properties of deceased persons who died from January 1st, 1990 until today. If the deceased passed away before 1-1-1990, the heirs do not pay any inheritance tax at all, irrespective of the value of the inherited properties.
For inheritances after the 19th of January 2010, the surviving spouse, married to the deceased for at least five years, does not pay tax for inherited real estate property worth up to 400,000 euros tax value. This also applies to the minor children of the deceased (children below 18 years old). However, the surviving spouse and the children, irrespective of whether they are below or above 18 years old, do pay inheritance taxes at a rate of 10% for cash, which they inherit.
The adult children and the parents of the deceased do not pay tax for an inheritance share worth up to 150,000 euros of tax value. They pay inheritance tax only 1% for the next 150,000 euros of their share. This means that for an inherited share worth of 300,000 euros of real estate property, the parents and the adult children of the deceased will pay 1,500 euros of inheritance tax, for cases after the 19th of January 2010.
For the next 300,000 euros worth of real estate, the first category of heirs (children and parents of the deceased) must pay 5% inheritance tax. In other words, for a share of 600,000 euros of property, the inheritance tax for this category of heirs is 16,500 euros.
Finally, for an inherited share which is worth above 600,000 euros, each heir pays, for the value above the 600,000 euros, 10% inheritance tax. An example: if the category A heir of a deceased who died after the 19th of Jan. 2010, inherits real estate property worth of 800,000 euros, this heir will pay no tax for the first 150,000 euros, he/she will pay 1,500 euros tax for the next 150,000 euros, he/she will pay another 15,000 euros for the next 300,000 euros and, finally, he/she will pay another 20,000 euros for the final 200,000 euros of inherited property. Total inheritance tax for this heir and for property worth of 800,000 euros, is 1,500 + 15,000 + 20,000 = 36,500 euros, which is not bad for real estate with tax value 800,000 euros and market value significantly higher.
Of course, the same heir, if inherited someone who passed away before 19-1-2010, would pay only 1% above the first 95,000 euros, therefore only 1% on the 705,000 euros, which would be only 7,050 euros, significantly lower than the 36,500 euros.
The new law suggests that category A heirs who inherit after 19-1-2010 cash and not real estate, pay 10% inheritance tax from the first euro (ouch!).
Grandchildren, grandparents, brothers and sisters (category B heirs) do not have to pay inheritance tax for the first 30,000 euros of tax value of real estate property. For property above 30,000 euros, and up to 100,000 euros, the new inheritance tax is 5%, which means that for property up to 100,000 euros, a category B’ heir will pay 3,500 euros. From the 100,000 euros up to 300,000 euros, the tax rate is 10%, therefore for an amount of 300,000 euros, the category B’ heirs pay 23,500 euros. For the part of property which is above 300,000 euros, the rate is 20%.
It is worth mentioning that, according to the interpretation of the new law and without any clarifications from the government yet, it seems that the category B heirs who inherit after 19 Jan. 2010 cash and not real estate, will pay inheritance tax at a rate of 20% from the first euro (ouch!).
The regime for category C heirs remains the same. Other relatives, therefore, apart from categories A and B, and those heirs who have absolutely no relation to the deceased, do not pay tax for the first 5,000 euros of their share, while they have to pay 20% on the next 55,000 euros, 30% on the next 160,000 euros, and 40% on any amount exceeding the first 220,000 euros of their share.
We must point out that how much inheritance tax you pay does not depend on whether you have the Greek citizenship or not. For property located in Greece, the ownership and property rules apply the same to Greeks and non-Greeks. However, who inherits what share is determined by the citizenship of the deceased. If the deceased had the Greek citizenship (or dual citizenship – Greek and another), then, for property in Greece, it is Greek law which determines what are the inheritance shares. If the deceased was not Greek, then it is the law of his/her citizenship that will determine who inherits how much.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
As expected, the Greek government introduced legislation according to which the rates of taxes for inheritance (and parental donation to children) have been seriously modified. The changes take effect from 19 January 2010, with regards to inheritance taxes and from 8 January 2010, as far as the parental donations are concerned.
Before we outline the basic new rates, it must be noted that for previous inheritance cases different legal regimes and rates apply, depending on the date of the passing of the deceased. One thing is for sure, however: inheritance taxes are paid only for properties of deceased persons who died from January 1st, 1990 until today. If the deceased passed away before 1-1-1990, the heirs do not pay any inheritance tax at all, irrespective of the value of the inherited properties.
For inheritances after the 19th of January 2010, the surviving spouse, married to the deceased for at least five years, does not pay tax for inherited real estate property worth up to 400,000 euros tax value. This also applies to the minor children of the deceased (children below 18 years old). However, the surviving spouse and the children, irrespective of whether they are below or above 18 years old, do pay inheritance taxes at a rate of 10% for cash, which they inherit.
The adult children and the parents of the deceased do not pay tax for an inheritance share worth up to 150,000 euros of tax value. They pay inheritance tax only 1% for the next 150,000 euros of their share. This means that for an inherited share worth of 300,000 euros of real estate property, the parents and the adult children of the deceased will pay 1,500 euros of inheritance tax, for cases after the 19th of January 2010.
For the next 300,000 euros worth of real estate, the first category of heirs (children and parents of the deceased) must pay 5% inheritance tax. In other words, for a share of 600,000 euros of property, the inheritance tax for this category of heirs is 16,500 euros.
Finally, for an inherited share which is worth above 600,000 euros, each heir pays, for the value above the 600,000 euros, 10% inheritance tax. An example: if the category A heir of a deceased who died after the 19th of Jan. 2010, inherits real estate property worth of 800,000 euros, this heir will pay no tax for the first 150,000 euros, he/she will pay 1,500 euros tax for the next 150,000 euros, he/she will pay another 15,000 euros for the next 300,000 euros and, finally, he/she will pay another 20,000 euros for the final 200,000 euros of inherited property. Total inheritance tax for this heir and for property worth of 800,000 euros, is 1,500 + 15,000 + 20,000 = 36,500 euros, which is not bad for real estate with tax value 800,000 euros and market value significantly higher.
Of course, the same heir, if inherited someone who passed away before 19-1-2010, would pay only 1% above the first 95,000 euros, therefore only 1% on the 705,000 euros, which would be only 7,050 euros, significantly lower than the 36,500 euros.
The new law suggests that category A heirs who inherit after 19-1-2010 cash and not real estate, pay 10% inheritance tax from the first euro (ouch!).
Grandchildren, grandparents, brothers and sisters (category B heirs) do not have to pay inheritance tax for the first 30,000 euros of tax value of real estate property. For property above 30,000 euros, and up to 100,000 euros, the new inheritance tax is 5%, which means that for property up to 100,000 euros, a category B’ heir will pay 3,500 euros. From the 100,000 euros up to 300,000 euros, the tax rate is 10%, therefore for an amount of 300,000 euros, the category B’ heirs pay 23,500 euros. For the part of property which is above 300,000 euros, the rate is 20%.
It is worth mentioning that, according to the interpretation of the new law and without any clarifications from the government yet, it seems that the category B heirs who inherit after 19 Jan. 2010 cash and not real estate, will pay inheritance tax at a rate of 20% from the first euro (ouch!).
The regime for category C heirs remains the same. Other relatives, therefore, apart from categories A and B, and those heirs who have absolutely no relation to the deceased, do not pay tax for the first 5,000 euros of their share, while they have to pay 20% on the next 55,000 euros, 30% on the next 160,000 euros, and 40% on any amount exceeding the first 220,000 euros of their share.
We must point out that how much inheritance tax you pay does not depend on whether you have the Greek citizenship or not. For property located in Greece, the ownership and property rules apply the same to Greeks and non-Greeks. However, who inherits what share is determined by the citizenship of the deceased. If the deceased had the Greek citizenship (or dual citizenship – Greek and another), then, for property in Greece, it is Greek law which determines what are the inheritance shares. If the deceased was not Greek, then it is the law of his/her citizenship that will determine who inherits how much.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Tuesday, January 26, 2010
Διαζύγιο στα δύο χρόνια διάστασης
Του Χρήστου Ηλιόπουλου*
Διαζύγιο στην Ελλάδα μπορεί να εκδοθεί από το δικαστήριο εάν συντρέχει μία έστω από τις προϋποθέσεις του νόμου, που απαιτούνται ώστε να αποδειχθεί ότι έχει επέλθει ισχυρισμός κλονισμός της εγγάμου συμβιώσεως και συνακολούθως ο έγγαμος βίος έχει διασπασθεί.
Το αν συντρέχει τέτοια περίπτωση, οπότε πρέπει να εκδοθεί το διαζύγιο και να λυθεί ο γάμος, ή όχι, οπότε δεν πρέπει να βγει το διαζύγιο, είναι θέμα αποδείξεως. Εάν οι σύζυγοι διαφωνούν, δηλαδή ο ένας υποστηρίζει ότι έχει κλονισθεί ο γάμος ανεπανόρθωτα, ενώ ο άλλος το αμφισβητεί, θα αποφασίσει το δικαστήριο, στο οποίο θα προσφύγει προφανώς εκείνος από τους συζύγους που επιθυμεί την λύση του γάμου.
Υπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις στις οποίες ο κλονισμός του γάμου σε τέτοιο βαθμό που να οδηγεί αυτομάτως στο διαζύγιο τεκμαίρεται από την απόδειξη ενός και μόνο γεγονότος. Μία τέτοια περίπτωση είναι η διάσταση των συζύγων. Διάσταση σημαίνει διάσπαση του εγγάμου βίου, δηλαδή ότι οι σύζυγοι δεν ζουν μαζί.
Συνήθως, αποδεικνύεται ότι οι σύζυγοι δεν ζουν μαζί όταν ζουν σε διαφορετικό σπίτι, αλλά καμιά φορά μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκονται σε διάσταση ακόμα και όταν ζουν υπό την ίδια στέγη, αλλά προκύπτει ότι δεν έχουν συζυγικές σχέσεις.
Μέχρι προσφάτως ο νόμος στην Ελλάδα όριζε ότι η διάρκεια της διάστασης που απαιτείται για να αποδεικνύεται αυτομάτως ο κλονισμός του εγγάμου βίου είναι τέσσερα χρόνια. Έπρεπε δηλαδή ο σύζυγος που επιθυμούσε το διαζύγιο να αποδείξει ότι η διάσταση είχε διαρκέσει τουλάχιστον τέσσερα έτη, ώστε να βγει αυτομάτως το διαζύγιο.
Εδώ και ένα περίπου χρόνο, όμως, ο νόμος άλλαξε και έγινε ακόμα πιο εύκολο να αποδείξει κάποιος ότι ο γάμος του έχει κλονισθεί εξαιτίας διαστάσεως με τον άλλο σύζυγο. Συγκεκριμένα, τώρα απαιτούνται μόνο δύο χρόνια διάστασης για να εκδοθεί διαζύγιο.
Τονίζεται ότι τα δύο χρόνια διάστασης πρέπει να έχουν συμπληρωθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο δικαστήριο και όχι κατά την άσκηση της αγωγής διαζυγίου, που γίνεται πολύ νωρίτερα. Εκείνος, δηλαδή, που επιδιώκει την λύση του γάμου, ακόμα κι αν η διάσταση οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, μπορεί να καταθέσει αγωγή διαζυγίου στο δικαστήριο πολύ πριν συμπληρωθούν τα δύο χρόνια διάστασης. Επί παραδείγματι, έαν το ζευγάρι είναι σε διάσταση από την 1η Ιουνίου 2008, η αγωγή διαζυγίου μπορεί να κατατεθεί στο δικαστήριο και σήμερα, 25 Ιανουαρίου 2010, έστω κι αν δεν έχουν ακόμα συμπληρωθεί δύο έτη διάστασης.
Αυτό που έχει σημασία είναι να ορισθεί ημέρα δικαστηρίου μετά την 1η Ιουνίου 2010, ώστε κατά την συζητηση στο δικαστήριο η διάσταση των συζύγων να έχει υπερβεί τα δύο έτη (1-6-2008 με 1-6-2010) και τότε, μόνο από την απόδειξη του ελάχιστου χρόνου της διάστασης των δύο ετών, ο κλονισμός του γάμου θα αποδεικνύεται αυτομάτως και το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την λύση του γάμου.
Αυτό έκρινε και η υπ’ αριθ. 163/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απεφάσισε ότι η τετρεατής (σύμφωνα με τον τότε νόμο) διάσταση πρέπει να έχει συμπληρωθεί κατά την ημέρα της συζήτησης της υπόθεσης στο δικαστήριο και όχι κατ’ ανάγκην την ημέρα ασκήσεως της αγωγής, η οποία μπορεί να ασκηθεί και πριν την πάροδο του ελαχίστου χρόνου της διάστασης, που σήμερα είναι πλέον δύο χρόνια.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Διαζύγιο στην Ελλάδα μπορεί να εκδοθεί από το δικαστήριο εάν συντρέχει μία έστω από τις προϋποθέσεις του νόμου, που απαιτούνται ώστε να αποδειχθεί ότι έχει επέλθει ισχυρισμός κλονισμός της εγγάμου συμβιώσεως και συνακολούθως ο έγγαμος βίος έχει διασπασθεί.
Το αν συντρέχει τέτοια περίπτωση, οπότε πρέπει να εκδοθεί το διαζύγιο και να λυθεί ο γάμος, ή όχι, οπότε δεν πρέπει να βγει το διαζύγιο, είναι θέμα αποδείξεως. Εάν οι σύζυγοι διαφωνούν, δηλαδή ο ένας υποστηρίζει ότι έχει κλονισθεί ο γάμος ανεπανόρθωτα, ενώ ο άλλος το αμφισβητεί, θα αποφασίσει το δικαστήριο, στο οποίο θα προσφύγει προφανώς εκείνος από τους συζύγους που επιθυμεί την λύση του γάμου.
Υπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις στις οποίες ο κλονισμός του γάμου σε τέτοιο βαθμό που να οδηγεί αυτομάτως στο διαζύγιο τεκμαίρεται από την απόδειξη ενός και μόνο γεγονότος. Μία τέτοια περίπτωση είναι η διάσταση των συζύγων. Διάσταση σημαίνει διάσπαση του εγγάμου βίου, δηλαδή ότι οι σύζυγοι δεν ζουν μαζί.
Συνήθως, αποδεικνύεται ότι οι σύζυγοι δεν ζουν μαζί όταν ζουν σε διαφορετικό σπίτι, αλλά καμιά φορά μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκονται σε διάσταση ακόμα και όταν ζουν υπό την ίδια στέγη, αλλά προκύπτει ότι δεν έχουν συζυγικές σχέσεις.
Μέχρι προσφάτως ο νόμος στην Ελλάδα όριζε ότι η διάρκεια της διάστασης που απαιτείται για να αποδεικνύεται αυτομάτως ο κλονισμός του εγγάμου βίου είναι τέσσερα χρόνια. Έπρεπε δηλαδή ο σύζυγος που επιθυμούσε το διαζύγιο να αποδείξει ότι η διάσταση είχε διαρκέσει τουλάχιστον τέσσερα έτη, ώστε να βγει αυτομάτως το διαζύγιο.
Εδώ και ένα περίπου χρόνο, όμως, ο νόμος άλλαξε και έγινε ακόμα πιο εύκολο να αποδείξει κάποιος ότι ο γάμος του έχει κλονισθεί εξαιτίας διαστάσεως με τον άλλο σύζυγο. Συγκεκριμένα, τώρα απαιτούνται μόνο δύο χρόνια διάστασης για να εκδοθεί διαζύγιο.
Τονίζεται ότι τα δύο χρόνια διάστασης πρέπει να έχουν συμπληρωθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο δικαστήριο και όχι κατά την άσκηση της αγωγής διαζυγίου, που γίνεται πολύ νωρίτερα. Εκείνος, δηλαδή, που επιδιώκει την λύση του γάμου, ακόμα κι αν η διάσταση οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, μπορεί να καταθέσει αγωγή διαζυγίου στο δικαστήριο πολύ πριν συμπληρωθούν τα δύο χρόνια διάστασης. Επί παραδείγματι, έαν το ζευγάρι είναι σε διάσταση από την 1η Ιουνίου 2008, η αγωγή διαζυγίου μπορεί να κατατεθεί στο δικαστήριο και σήμερα, 25 Ιανουαρίου 2010, έστω κι αν δεν έχουν ακόμα συμπληρωθεί δύο έτη διάστασης.
Αυτό που έχει σημασία είναι να ορισθεί ημέρα δικαστηρίου μετά την 1η Ιουνίου 2010, ώστε κατά την συζητηση στο δικαστήριο η διάσταση των συζύγων να έχει υπερβεί τα δύο έτη (1-6-2008 με 1-6-2010) και τότε, μόνο από την απόδειξη του ελάχιστου χρόνου της διάστασης των δύο ετών, ο κλονισμός του γάμου θα αποδεικνύεται αυτομάτως και το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την λύση του γάμου.
Αυτό έκρινε και η υπ’ αριθ. 163/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απεφάσισε ότι η τετρεατής (σύμφωνα με τον τότε νόμο) διάσταση πρέπει να έχει συμπληρωθεί κατά την ημέρα της συζήτησης της υπόθεσης στο δικαστήριο και όχι κατ’ ανάγκην την ημέρα ασκήσεως της αγωγής, η οποία μπορεί να ασκηθεί και πριν την πάροδο του ελαχίστου χρόνου της διάστασης, που σήμερα είναι πλέον δύο χρόνια.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Saturday, January 16, 2010
Έφεση με επίδοση αποφάσεως στον δικηγόρο
Μία ακόμα απόφαση του Αρείου Πάγου, η υπ’ αριθ. 1078/2007, επιβεβαιώνει ότι η δικαστική απόφαση που εκδίδει το δικαστήριο μπορεί να επιδοθεί από τον ένα αντίδικο (προφανώς, εκείνον που κέρδισε) στον δικηγόρο του άλλου αντιδίκου, ώστε να αρχίσει να μετράει η προθεσμία για να ασκηθεί έφεση από τον άλλο αντίδικο.
Η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως κατά μίας δικαστικής αποφάσεως, την οποία ο ηττηθείς διάδικος θεωρεί εσφαλμένη, είναι στις περισσότερες αλλά όχι σε όλες τις υποθέσεις, τριάντα ημέρες από την ημέρα που θα του επιδοθεί η απόφαση από τον αντίδικό του. Εάν ο διάδικος είναι κάτοικος εξωτερικού, η προθεσμία είναι εξήντα ημέρες.
Η προθεσμία μετράει από τότε που επιδόθηκε η απόφαση στον ηττηθέντα διάδικο. Προσοχή όμως! Η απόφαση μπορεί βεβαίως να επιδοθεί στον ίδιο τον διάδικο, δηλαδή στην κατοικία του (ακόμα και στην επαγγελματική) στην Ελλάδα, ή στο εξωτερικό. Μπορεί όμως η απόφαση να μην επιδοθεί στην κατοικία του, αλλά στον δικηγόρο που τον εκπροσώπησε στο δικαστήριο.
Η επίδοση μπορεί μάλιστα να γίνει και στον παραστάντα δικηγόρο, έστω κι αν αυτός δεν έχει την έδρα του στην περιοχή του δικαστηρίου που δίκασε και εξέδωσε την απόφαση. Δηλαδή, μπορεί ένας διάδικος από την Αυστραλία να είχε μία υπόθεση στο Αίγιο. Για το δικαστήριο αυτό διόρισε να τον εκπροσωπήσουν έναν δικηγόρο από το Αίγιο και έναν δικηγόρο από την Αθήνα.
Όταν εκδοθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου Αιγίου, ο αντίδικός του δεν είναι υποχρεωμένος να του την επιδώσει στην Αυστραλία. Μπορεί να του την επιδώσει στο γραφείο ενός εκ των δικηγόρων του, είτε του δικηγόρου του που έχει γραφείο στο Αίγιο, είτε του δικηγόρου του που έχει την έδρα του στην Αθήνα.
Από την ημέρα της επιδόσεως υπολογίζεται η προθεσμία των εξήντα ημερών (αφού είναι κάτοικος εξωτερικού – Αυστραλίας) για την άσκηση εφέσεως. Επομένως, ο διάδικος που μένει στην Αυστραλία και είχε ένα δικαστήριο στην Ελλάδα δεν πρέπει να εφησυχάζει ότι η δικαστική απόφαση πρέπει οπωσδήποτε να του επιδοθεί στην κατοικία του στην Αυστραλία, διότι ο αντίδικός του έχει την ευχέρεια να του την επιδώσει μέσω του ή των δικηγόρων του στην Ελλάδα, με τους οποίους πρέπει συνεπώς να διατηρεί συχνή επικοινωνία, για να μαθαίνει την πορεία της υποθέσεώς του.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως κατά μίας δικαστικής αποφάσεως, την οποία ο ηττηθείς διάδικος θεωρεί εσφαλμένη, είναι στις περισσότερες αλλά όχι σε όλες τις υποθέσεις, τριάντα ημέρες από την ημέρα που θα του επιδοθεί η απόφαση από τον αντίδικό του. Εάν ο διάδικος είναι κάτοικος εξωτερικού, η προθεσμία είναι εξήντα ημέρες.
Η προθεσμία μετράει από τότε που επιδόθηκε η απόφαση στον ηττηθέντα διάδικο. Προσοχή όμως! Η απόφαση μπορεί βεβαίως να επιδοθεί στον ίδιο τον διάδικο, δηλαδή στην κατοικία του (ακόμα και στην επαγγελματική) στην Ελλάδα, ή στο εξωτερικό. Μπορεί όμως η απόφαση να μην επιδοθεί στην κατοικία του, αλλά στον δικηγόρο που τον εκπροσώπησε στο δικαστήριο.
Η επίδοση μπορεί μάλιστα να γίνει και στον παραστάντα δικηγόρο, έστω κι αν αυτός δεν έχει την έδρα του στην περιοχή του δικαστηρίου που δίκασε και εξέδωσε την απόφαση. Δηλαδή, μπορεί ένας διάδικος από την Αυστραλία να είχε μία υπόθεση στο Αίγιο. Για το δικαστήριο αυτό διόρισε να τον εκπροσωπήσουν έναν δικηγόρο από το Αίγιο και έναν δικηγόρο από την Αθήνα.
Όταν εκδοθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου Αιγίου, ο αντίδικός του δεν είναι υποχρεωμένος να του την επιδώσει στην Αυστραλία. Μπορεί να του την επιδώσει στο γραφείο ενός εκ των δικηγόρων του, είτε του δικηγόρου του που έχει γραφείο στο Αίγιο, είτε του δικηγόρου του που έχει την έδρα του στην Αθήνα.
Από την ημέρα της επιδόσεως υπολογίζεται η προθεσμία των εξήντα ημερών (αφού είναι κάτοικος εξωτερικού – Αυστραλίας) για την άσκηση εφέσεως. Επομένως, ο διάδικος που μένει στην Αυστραλία και είχε ένα δικαστήριο στην Ελλάδα δεν πρέπει να εφησυχάζει ότι η δικαστική απόφαση πρέπει οπωσδήποτε να του επιδοθεί στην κατοικία του στην Αυστραλία, διότι ο αντίδικός του έχει την ευχέρεια να του την επιδώσει μέσω του ή των δικηγόρων του στην Ελλάδα, με τους οποίους πρέπει συνεπώς να διατηρεί συχνή επικοινωνία, για να μαθαίνει την πορεία της υποθέσεώς του.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Monday, January 4, 2010
Πλήρης αποζημίωση για απαλλοτρίωση ακινήτου
Του Χρήστου Ηλιόπουλου
Η ιδιωτική περιουσία προστατεύεται από το Σύνταγμα και τους νόμους στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι όταν το κράτος απαλλοτριώσει κάποιο ακίνητο ενός ιδιώτη, ο τελευταίος δικαιούται πλήρους αποζημιώσεως, που να ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του ακινήτου που χάνει.
Μερικές φορές δεν απαλλοτριώνεται ολόκληρο το ακίνητο, αλλά μόνον ένα τμήμα αυτού. Τότε, ο ιδιώτης μπορεί να δικαιούται πρόσθετης αποζημιώσεως. Δηλαδή, εκτός από την αποζημίωση που θα λάβει για το τμήμα του ακινήτου που του παίρνει το κράτος, μπορεί να διεκδικήσει και επιπλέον αποζημίωση, εάν αποδείξει ότι το εναπομένον τμήμα του ακινήτου του, που δεν του παίρνει το κράτος, χάνει μεγάλο μέρος της αξίας του, λόγω της απαλλοτριώσεως, ή καθίσταται άχρηστο.
Κατά το νόμο, εάν ο ιδιώτης θελήσει να ζητήσει, εκτός από την κανονική και την πρόσθετη αποζημίωση, που αφορά την μείωση της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου του, πρέπει να το πράξει με την ίδια αίτηση με την οποία ζητάει την κανονική αποζημίωση.
Εάν ο ιδιώτης, αντιθέτως, ζητήσει την πρόσθετη αποζημίωση όχι με την αρχική αίτηση για την κανονική αποζημίωση, αλλά αργότερα, με ιδιαίτερη αίτηση, η αίτησή του αυτή απορρίπτεται, κατά το νόμο, διότι δεν ασκήθηκε μαζί με την αρχική αίτηση.
Η αιτιολογία για την παραπάνω διάταξη είναι ότι τα ζητήματα και κυρίως το ύψος της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση πρέπει να ρυθμίζονται με ενιαίο και σύντομο τρόπο, ώστε αυτός που θα καταβάλει την αποζημίωση να γνωρίζει ακριβώς το ποσό που θα καταβάλει και να μην εκκρεμούν στο μέλλον πρόσθετες αιτήσεις για πρόσθετη αποζημίωση για το εναπομένον τμήμα του ακινήτου, το οποίο μπορεί να μην απαλλοτριώνεται, χάνει όμως την αξία του λόγω ακριβώς της απαλλοτριώσεως του υπολοίπου ακινήτου.
Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι εάν ο ιδιώτης ασκήσει την αίτηση για πρόσθετη αποζημίωση με ξεχωριστό δικόγραφο από εκείνο με το οποίο ζητάει την βασική αποζημίωση, η αίτηση του ιδιώτη απορρίπτεται.
Ωστόσο, αρκετοί νομικοί εκφράζουν την αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία η απόρριψή της αιτήσεως για την πρόσθετη αποζημίωση, εξ αιτίας μόνου του δικονομικού – τυπικού λόγου ότι δεν ασκήθηκε μαζί με την αίτηση για την βασική αποζημίωση, παραβιάζει τις διεθνείς συνθήκες που έχει υπογράψει η Ελλάδα, οι οποίες κατά το Σύνταγμα έχουν ανώτερη ισχύ από το νόμο που ορίζει ότι οι δύο αυτές αιτήσεις πρέπει να ασκούνται μαζί.
Συγκεκριμένα, ισχύουν στην Ελλάδα τόσο η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όσο και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, που προστατεύουν την ιδιωτική περιουσία, περιλαμβανομένου του δικαιώματος αποζημιώσεως για προσγενόμενη ζημία στην ιδιωτική περιουσία.
Οι εν λόγω διεθνείς συνθήκες υπερισχύουν του ελληνικού νόμου, που ορίζει ότι η αίτηση για πρόσθετη αποζημίωση για την μείωση αξίας του εναπομένοντος τμήματος ακινήτου μετά από απαλλοτρίωση πρέπει να ασκείται μαζί με την αίτηση για αποζημίωση του τμήματος που απαλλοτριώνεται, άλλως η αίτηση για πρόσθετη αποζημίωση απορρίπτεται.
Με απλά λόγια, σύμφωνα με την γνώμη ορισμένων νομικών, η προστασία της ιδιωτικής περιουσίας, άρα και η δυνατότητα του ιδιώτη να ασκήσει μεταγενέστερα ιδιαίτερη αίτηση για πρόσθεση αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου, υπερισχύει της ανάγκης η συνολική αποζημίωση να καθορίζεται με την ίδια αίτηση, που πρέπει να περιλαμβάνει τόσο την βασική, όσο και την πρόσθετη αποζημίωση.
Εάν η γνώμη αυτή γίνει κάποια στιγμή δεκτή από τον Άρειο Πάγο, ίσως μετά από απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που θα καταδικάζει την Ελλάδα, θα επιτρέπεται πλέον στον ιδιώτη να ασκεί ιδιαίτερη αίτηση για πρόσθετη αποζημίωση για μείωση αξίας ή αχρήστευση του εναπομένοντος ακινήτου του, ακόμα και εάν δεν είχε ζητήσει την πρόσθετη αυτή αποζημίωση με την αρχική αίτησή του για αποζημίωση του απαλλοτριούμενου τμήματος.
.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Η ιδιωτική περιουσία προστατεύεται από το Σύνταγμα και τους νόμους στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι όταν το κράτος απαλλοτριώσει κάποιο ακίνητο ενός ιδιώτη, ο τελευταίος δικαιούται πλήρους αποζημιώσεως, που να ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του ακινήτου που χάνει.
Μερικές φορές δεν απαλλοτριώνεται ολόκληρο το ακίνητο, αλλά μόνον ένα τμήμα αυτού. Τότε, ο ιδιώτης μπορεί να δικαιούται πρόσθετης αποζημιώσεως. Δηλαδή, εκτός από την αποζημίωση που θα λάβει για το τμήμα του ακινήτου που του παίρνει το κράτος, μπορεί να διεκδικήσει και επιπλέον αποζημίωση, εάν αποδείξει ότι το εναπομένον τμήμα του ακινήτου του, που δεν του παίρνει το κράτος, χάνει μεγάλο μέρος της αξίας του, λόγω της απαλλοτριώσεως, ή καθίσταται άχρηστο.
Κατά το νόμο, εάν ο ιδιώτης θελήσει να ζητήσει, εκτός από την κανονική και την πρόσθετη αποζημίωση, που αφορά την μείωση της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου του, πρέπει να το πράξει με την ίδια αίτηση με την οποία ζητάει την κανονική αποζημίωση.
Εάν ο ιδιώτης, αντιθέτως, ζητήσει την πρόσθετη αποζημίωση όχι με την αρχική αίτηση για την κανονική αποζημίωση, αλλά αργότερα, με ιδιαίτερη αίτηση, η αίτησή του αυτή απορρίπτεται, κατά το νόμο, διότι δεν ασκήθηκε μαζί με την αρχική αίτηση.
Η αιτιολογία για την παραπάνω διάταξη είναι ότι τα ζητήματα και κυρίως το ύψος της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση πρέπει να ρυθμίζονται με ενιαίο και σύντομο τρόπο, ώστε αυτός που θα καταβάλει την αποζημίωση να γνωρίζει ακριβώς το ποσό που θα καταβάλει και να μην εκκρεμούν στο μέλλον πρόσθετες αιτήσεις για πρόσθετη αποζημίωση για το εναπομένον τμήμα του ακινήτου, το οποίο μπορεί να μην απαλλοτριώνεται, χάνει όμως την αξία του λόγω ακριβώς της απαλλοτριώσεως του υπολοίπου ακινήτου.
Ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει ότι εάν ο ιδιώτης ασκήσει την αίτηση για πρόσθετη αποζημίωση με ξεχωριστό δικόγραφο από εκείνο με το οποίο ζητάει την βασική αποζημίωση, η αίτηση του ιδιώτη απορρίπτεται.
Ωστόσο, αρκετοί νομικοί εκφράζουν την αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία η απόρριψή της αιτήσεως για την πρόσθετη αποζημίωση, εξ αιτίας μόνου του δικονομικού – τυπικού λόγου ότι δεν ασκήθηκε μαζί με την αίτηση για την βασική αποζημίωση, παραβιάζει τις διεθνείς συνθήκες που έχει υπογράψει η Ελλάδα, οι οποίες κατά το Σύνταγμα έχουν ανώτερη ισχύ από το νόμο που ορίζει ότι οι δύο αυτές αιτήσεις πρέπει να ασκούνται μαζί.
Συγκεκριμένα, ισχύουν στην Ελλάδα τόσο η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όσο και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, που προστατεύουν την ιδιωτική περιουσία, περιλαμβανομένου του δικαιώματος αποζημιώσεως για προσγενόμενη ζημία στην ιδιωτική περιουσία.
Οι εν λόγω διεθνείς συνθήκες υπερισχύουν του ελληνικού νόμου, που ορίζει ότι η αίτηση για πρόσθετη αποζημίωση για την μείωση αξίας του εναπομένοντος τμήματος ακινήτου μετά από απαλλοτρίωση πρέπει να ασκείται μαζί με την αίτηση για αποζημίωση του τμήματος που απαλλοτριώνεται, άλλως η αίτηση για πρόσθετη αποζημίωση απορρίπτεται.
Με απλά λόγια, σύμφωνα με την γνώμη ορισμένων νομικών, η προστασία της ιδιωτικής περιουσίας, άρα και η δυνατότητα του ιδιώτη να ασκήσει μεταγενέστερα ιδιαίτερη αίτηση για πρόσθεση αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου, υπερισχύει της ανάγκης η συνολική αποζημίωση να καθορίζεται με την ίδια αίτηση, που πρέπει να περιλαμβάνει τόσο την βασική, όσο και την πρόσθετη αποζημίωση.
Εάν η γνώμη αυτή γίνει κάποια στιγμή δεκτή από τον Άρειο Πάγο, ίσως μετά από απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που θα καταδικάζει την Ελλάδα, θα επιτρέπεται πλέον στον ιδιώτη να ασκεί ιδιαίτερη αίτηση για πρόσθετη αποζημίωση για μείωση αξίας ή αχρήστευση του εναπομένοντος ακινήτου του, ακόμα και εάν δεν είχε ζητήσει την πρόσθετη αυτή αποζημίωση με την αρχική αίτησή του για αποζημίωση του απαλλοτριούμενου τμήματος.
.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Subscribe to:
Posts (Atom)