Up to the 60’s a Greek passport could be legally issued not only to citizens of Greece, registered in Greece, but also to persons who were only registered with Consulates of Greece around the world, even if they were not properly registered in Greece. That way, many people of Greek origin from Turkey, Lebanon, Egypt, the Middle East in general, or many other countries (Brazil, Argentina etc.), were granted Greek passports, because they were registered with their local Greek Consulate.
Today, however, a Greek passport is issued only to Greek citizens properly registered with a local municipality (Demos) anywhere in Greece. A person registered in the consular records of a Greek Consulate, who is not registered with a municipality in Greece, can’t obtain a Greek passport, even if that person legally held a Greek passport many years ago.
A proper registration in Greece is only with the Demotologion (main book of citizens for men and women) and with the Mitroon Arenon (male registry, connected to the army records, only for men). The registration at the Lixiarheeon does not necessarily grant the Greek citizenship, because a registration at the Lixiarheeon is done for every child born in Greece, even if that child is not entitled to the Greek citizenship.
So, all children born in Greece, irrespective of the citizenship of their parents, are registered with the Lixiarheeon. In other words, the child of foreign parents, who happens to be born in Greece, is registered at the Lixiarheeon, but not at the Demotologion, because the Demotologion is for the Greek citizens only. Being registered with the Lixiarheeon does not necessarily give you the Greek citizenship. It merely proves that you were born in Greece, but not that you are a Greek citizen.
This distinction arises from the fact that the law in Greece grants the Greek citizenship to the children of Greek citizens (wherever in the world these children may be born), and not to the children who are born in Greece, to non-Greek parents.
If someone, who was born outside of Greece, wants to obtain the Greek passport (which is also a European passport), he/she must find the record of at least one parent or grandparent (in some cases, even great grandparent) born in Greece and/or registered with the Demotologion or with the Mitroon Arenon at a Greek municipality.
Such registration is the starting point for everyone who wants to claim the Greek citizenship according to the easier and more straightforward procedure. The applicant must be able to obtain a recent certified copy of the ancestor’s registration from the municipality. If we do not know whether the ancestor is registered with the Demotologion and/or with the Mitroon Arenon or not, a search must be done to locate the old records. In order to make that search, me must know the ancestor’s (parent or grandparent, most likely) a) name, b) surname, c) father’s name, d) mother’s name if possible, e) place of birth in Greece, as accurately as possible and f) year of birth in Greece, at least approximately.
If we manage to find the ancestor’s municipal record, we then need to have the ancestor’s official marriage certificate (in some case, with Apostille, a very specific government certification), the birth of his/her child and so on, until we reach the birth of the present applicant.
If, on the other hand, someone can’t trace his family’s records with a Greek municipality, despite the fact that he/she is clearly of Greek origin, that person can’t file under the easier procedure, but he/she can still file for naturalization.
The naturalization application, if successful, will grant the same type of Greek citizenship to the applicant, with full rights in Greece and all over the European Union countries. Under this process, the applicant is not required to have all the birth and marriage certificates, from his/her ancestor up to the present day, as it is required in the first option. The applicant, however, must be able to speak some Greek (the more fluent you are, the more chances you have), as well as to demonstrate to the Greek Consul that the applicant follows Greek traditions, knows a bit of Greek history, has at least a limited knowledge of modern Greece and that generally he/she feels Greek.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Monday, June 29, 2009
Προσωποκράτηση εμπόρων και αδυναμία εκπληρώσεως του Χρήστου Ηλιόπουλου
Αδιαμφισβήτητο γεγονός αποτελεί κατά το τελευταίο διάστημα η οικονομική κρίση, που πλήττει, λίγο ή πολύ, σχεδόν κάθε γωνιά του πλανήτη. Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, αν και κατά τα φαινόμενα, η χώρα μας δεν είναι από εκείνες που έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης.
Αποτέλεσμα της κρίσης είναι η αύξηση των περιπτώσεων αδυναμίας εκ μέρους πολλών εμπόρων και επιχειρηματιών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Αυτό αποδεικνύεται με γεγονότα όπως η αύξηση των ακάλυπτων επιταγών, των κατασχέσεων/πλειστηριασμών, αλλά και η καταγγελία δανειστικών συμβάσεων επιχειρήσεων λόγω μη πληρωμής των δόσεων ή μη καλύψεως του αλληλόχρεου λογαριασμού με την τράπεζα.
Κατά το νόμο στην Ελλάδα, ένας έμπορος που δεν πληρώνει εμπροθέσμως μπορεί να υποβληθεί σε προσωπική κράτηση. Η αποτελεσματικότητα αυτής της διατάξεως έχει τελευταίως αμφισβητηθεί λόγω της εφαρμογής του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του ΟΗΕ.
Το Σύμφωνο αυτό ορίζει ότι κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικώς λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση. Πολύ απλά, αυτό σημαίνει ότι ένας έμπορος μπορεί να αποφύγει την προσωπική κράτηση, εάν αποδείξει στο δικαστήριο ότι δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του επειδή έχει αντικειμενική αδυναμία να πληρώσει και όχι επειδή δύναται να πληρώσει, αλλά επιλέγει να μην το κάνει.
Οι έννοιες είναι πολύ λεπτές. Τι σημαίνει αδυναμία να εκπληρώσεις συμβατική υποχρέωση; Κάθε έμπορος που δεν πληρώνει μπορεί να ισχυρισθεί αδυναμία για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Αδυναμία σημαίνει ότι πρέπει το δικαστήριο να πεισθεί ότι ο έμπορος έχει καταβάλει κάθε προσπάθεια εξεύρεσης χρημάτων, ενεργών καλοπίστως και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, αλλά αδυνατεί αντικειμενικώς να πληρώσει.
Ο ισχυρισμός περί αδυναμίας εκπληρώσεως, ώστε να αποφευγθεί η προσωποκράτηση, πρέπει να υποβληθεί με ένσταση του εναγομένου και πρέπει να αποδειχθεί από τον ίδιο. Μάλιστα, ο Άρειος Πάγος στην υπ’ αριθ. 1011/2007 απόφασή του έκρινε ότι η αδυναμία εκπληρώσεως του εμπόρου, για να τον γλυτώσει από την φυλακή, δεν χρειάζεται να είναι ανυπαίτια. Ακόμα δηλαδή και από δική του υπαιτιότητα, έλλειψη προσοχής και επιμέλειας, από κακή κρίση, εσφαλμένη εκτίμηση των οικονομικών συνθηκών ή από υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων της επιχειρήσεώς του ο έμπορος περιήλθε σε οικονομική αδυναμία, πάλι μπορεί να απαλλαγεί της προσωποκρατήσεως.
Ωστόσο, δεν γλυτώνει την προσωπική κράτηση εάν αποδειχθεί ότι ο ίδιος ο έμπορος σκοπίμως και δολίως έφερε τον εαυτό του σε κατάσταση αδυναμίας ακριβώς για να μην πληρώσει τα χρέη του. Εάν δηλαδή αποδειχθεί ότι ο έμπορος περιήλθε σε πραγματική αδυναμία εκπληρώσεως, αλλά αυτό δεν συνέβη λόγω της οικονομικής κρίσης, ούτε λόγω απρόβλεπτων γεγονότων, ούτε καν από δικές του απερίσκεπτες ενέργειες κατά την άσκηση της εμπορίας του, αλλά ειδικώς επειδή ο ίδιος δολίως κατέστησε τον εαυτό του οικονομικά αδύναμο, ώστε να αποκτήσει το νομικό αυτό επιχείρημα και να αποφύγει την προσωποκράτηση.
Γίνεται αντιληπτό ότι συχνά τα όρια αποδείξεως είναι δυσδιάκριτα, ενάμεσα στο αν ο έμπορος περιήλθε σε οικονομική αδυναμία εκπληρώσεως υπαιτίως μεν, δηλ. από δικές του εσφαλμένες εμπορικές κινήσεις, αλλά όχι δολίως, δηλ. όχι ότι επίτηδες θέλησε την οικονομική του αδυναμία ώστε να την χρησιμοποιήσει στο δικαστήριο για να αποφύγει τις βαρύτατες συνέπειες της κράτησης στην φυλακή λόγω εμπορικών χρεών.
Πάντως, ο Άρειος Πάγος στην ανωτέρω απόφασή του έκρινε ότι το Εφετείο είχε κάνει λάθος με το να αξιώσει από τον έμπορο την απόδειξη της ανυπαίτιας αδυναμίας εκπληρώσεως των υποχρεώσεών του, καθότι ο νόμος (το Διεθνές Σύμφωνο εν προκειμένω, που στην Ελλάδα υπερισχύει των απλών νόμων), αξιώνει μόνο αδυναμία εκπληρώσεως, χωρίς να απαιτεί η αδυναμία αυτή να είναι και ανυπαίτια για τον έμπορο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Αποτέλεσμα της κρίσης είναι η αύξηση των περιπτώσεων αδυναμίας εκ μέρους πολλών εμπόρων και επιχειρηματιών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Αυτό αποδεικνύεται με γεγονότα όπως η αύξηση των ακάλυπτων επιταγών, των κατασχέσεων/πλειστηριασμών, αλλά και η καταγγελία δανειστικών συμβάσεων επιχειρήσεων λόγω μη πληρωμής των δόσεων ή μη καλύψεως του αλληλόχρεου λογαριασμού με την τράπεζα.
Κατά το νόμο στην Ελλάδα, ένας έμπορος που δεν πληρώνει εμπροθέσμως μπορεί να υποβληθεί σε προσωπική κράτηση. Η αποτελεσματικότητα αυτής της διατάξεως έχει τελευταίως αμφισβητηθεί λόγω της εφαρμογής του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του ΟΗΕ.
Το Σύμφωνο αυτό ορίζει ότι κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικώς λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση. Πολύ απλά, αυτό σημαίνει ότι ένας έμπορος μπορεί να αποφύγει την προσωπική κράτηση, εάν αποδείξει στο δικαστήριο ότι δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του επειδή έχει αντικειμενική αδυναμία να πληρώσει και όχι επειδή δύναται να πληρώσει, αλλά επιλέγει να μην το κάνει.
Οι έννοιες είναι πολύ λεπτές. Τι σημαίνει αδυναμία να εκπληρώσεις συμβατική υποχρέωση; Κάθε έμπορος που δεν πληρώνει μπορεί να ισχυρισθεί αδυναμία για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Αδυναμία σημαίνει ότι πρέπει το δικαστήριο να πεισθεί ότι ο έμπορος έχει καταβάλει κάθε προσπάθεια εξεύρεσης χρημάτων, ενεργών καλοπίστως και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, αλλά αδυνατεί αντικειμενικώς να πληρώσει.
Ο ισχυρισμός περί αδυναμίας εκπληρώσεως, ώστε να αποφευγθεί η προσωποκράτηση, πρέπει να υποβληθεί με ένσταση του εναγομένου και πρέπει να αποδειχθεί από τον ίδιο. Μάλιστα, ο Άρειος Πάγος στην υπ’ αριθ. 1011/2007 απόφασή του έκρινε ότι η αδυναμία εκπληρώσεως του εμπόρου, για να τον γλυτώσει από την φυλακή, δεν χρειάζεται να είναι ανυπαίτια. Ακόμα δηλαδή και από δική του υπαιτιότητα, έλλειψη προσοχής και επιμέλειας, από κακή κρίση, εσφαλμένη εκτίμηση των οικονομικών συνθηκών ή από υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων της επιχειρήσεώς του ο έμπορος περιήλθε σε οικονομική αδυναμία, πάλι μπορεί να απαλλαγεί της προσωποκρατήσεως.
Ωστόσο, δεν γλυτώνει την προσωπική κράτηση εάν αποδειχθεί ότι ο ίδιος ο έμπορος σκοπίμως και δολίως έφερε τον εαυτό του σε κατάσταση αδυναμίας ακριβώς για να μην πληρώσει τα χρέη του. Εάν δηλαδή αποδειχθεί ότι ο έμπορος περιήλθε σε πραγματική αδυναμία εκπληρώσεως, αλλά αυτό δεν συνέβη λόγω της οικονομικής κρίσης, ούτε λόγω απρόβλεπτων γεγονότων, ούτε καν από δικές του απερίσκεπτες ενέργειες κατά την άσκηση της εμπορίας του, αλλά ειδικώς επειδή ο ίδιος δολίως κατέστησε τον εαυτό του οικονομικά αδύναμο, ώστε να αποκτήσει το νομικό αυτό επιχείρημα και να αποφύγει την προσωποκράτηση.
Γίνεται αντιληπτό ότι συχνά τα όρια αποδείξεως είναι δυσδιάκριτα, ενάμεσα στο αν ο έμπορος περιήλθε σε οικονομική αδυναμία εκπληρώσεως υπαιτίως μεν, δηλ. από δικές του εσφαλμένες εμπορικές κινήσεις, αλλά όχι δολίως, δηλ. όχι ότι επίτηδες θέλησε την οικονομική του αδυναμία ώστε να την χρησιμοποιήσει στο δικαστήριο για να αποφύγει τις βαρύτατες συνέπειες της κράτησης στην φυλακή λόγω εμπορικών χρεών.
Πάντως, ο Άρειος Πάγος στην ανωτέρω απόφασή του έκρινε ότι το Εφετείο είχε κάνει λάθος με το να αξιώσει από τον έμπορο την απόδειξη της ανυπαίτιας αδυναμίας εκπληρώσεως των υποχρεώσεών του, καθότι ο νόμος (το Διεθνές Σύμφωνο εν προκειμένω, που στην Ελλάδα υπερισχύει των απλών νόμων), αξιώνει μόνο αδυναμία εκπληρώσεως, χωρίς να απαιτεί η αδυναμία αυτή να είναι και ανυπαίτια για τον έμπορο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Ελευθερία του τύπου ή εξύβριση; του Χρήστου Ηλιόπουλου
Εάν ένα έντυπο δημοσιεύσει άποψη δημοσιογράφου ότι ένας δικαστής είναι «καραγκιόζης» και ότι «παραβιάζει τον όρκο του» αποτελεί νόμιμη άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης διά του τύπου ή παράνομη πράξη, δηλ. εξύβριση και συκοφαντική δυσφήμιση; Για τις εκφράσεις αυτές δημοσιογράφος επαρχιακής εφημερίδος καταδικάσθηκε πρωτοδίκως και κατ’ έφεση, αλλά και από τον Άρειο Πάγο, προσέφυγε όμως στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και δικαιώθηκε.
Η αδελφή της δημοσιογράφου, εμπλακείσα σε αυτοκινητικό ατύχημα, κατηγορήθηκε για πρόκληση σωματικής βλάβης από αμέλεια. Στην προανάκριση ο Ειρηνοδίκης την κάλεσε να απολογηθεί σε λάθος διεύθυνση, ενώ αυτή ήταν γνωστής διευθύνσεως, με αποτέλεσμα να μην λάβει αντίγραφα της δικογραφίας, ούτε να απολογηθεί, πράγμα που της στέρησε κάποια δικαιώματα υπερασπίσεως.
Η αδελφή της, δημοσιογράφος στον τοπικό τύπο, σε άρθρο της αποκάλεσε τον Ειρηνοδίκη «καραγκιόζη» και σχολίασε γι’ αυτόν ότι «παραβίασε τον όρκο του». Ο Ειρηνοδίκης υπέβαλε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση και η δημοσιογράφος καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 20 μηνών με αναστολή, με δικαστική απόφαση που επεκυρώθη και από το Εφετείο. Ο Άρειος Πάγος, στον οποίο η καταδικασθείσα δημοσιογράφος άσκησε αναίρεση, ανήρεσε την καταδικαστική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, επειδή το Εφετείο δεν εξήτασε εάν τα καταγγελθέντα από την δημοσιογράφο ήταν αληθή ή όχι, ούτε ερεύνησε εάν η καταδικασθείσα είχε πρόθεση ή όχι να τελέσει το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως.
Το Εφετείο, στο οποίο ανεπέμφθη η υπόθεση, έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της ότι τα γεγονότα που έγραψε ήταν αληθή και άρα δεν μπορούσε να καταδικασθεί για συκοφαντική δυσφήμιση. Την κατεδίκασε ωστόσο για εξύβριση σε ένα χρόνο φυλάκιση με αναστολή, με το σκεπτικό ότι οι φράσεις που χρησιμοπιοήσε κατά του δικαστού ήταν προδήλως υβριστικές και φανέρωναν περιφρόνηση και αμφισβήτηση της ηθικής, κοινωνικής και επαγγελματικής αξίας του μηνυτού.
Η δημοσιογράφος προσέφυγε εκ νέου στον Άρειο Πάγο, ο οποίος όμως απέρριψε την αναίρεσή της και επεκύρωσε την καταδίκη της για εξύβριση.
Ακολούθως, η δημοσιογράφος προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέρριψε τον πρώτο ισχυρισμό της ότι στην Ελλάδα τα δικαστήρια παραβίασαν το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
Ωστόσο, επί της δευτέρου ισχυρισμού της, ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, δηλ. το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, όπως αυτό εξειδικεύεται από την ελευθερία του τύπου, το Δικαστήριο απεφάσισε ότι υπήρξε παραβίαση.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δέχεται φυσικά ότι περιορισμοί στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης μπορούν να επιβάλλονται από τα κράτη μέλη, εάν διεκυβεύονται μεγαλύτερης σημασίας δικαιώματα, όπως π.χ. εκείνο της ανθρώπινης ζωής.
Ωστόσο, σε άλλες περιπτώσεις επιβολής ποινών για αδικήματα τελεσθέντα διά του τύπου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η φύση και η βαρύτητα των ποινών πρέπει να συνυπολογίζονται ώστε να εκτιμάται εάν η τιμωρία ήταν ανάλογη της βαρύτητος του αδικήματος. Το ίδιο Δικαστήριο προχώρησε σε μία ελαφρώς περίεργη σκέψη, λέγοντας ότι θεωρεί ότι η επιβολή ποινής φυλακίσεως για αδίκημα που διαπράχθηκε διά του τύπου δεν συμβιβάζεται με την δημοσιογραφική ελευθερία της έκφρασης, παρά μόνο υπό τις εξαιρετικές συνθήκες όταν διά του τύπου προσβάλλονται σοβαρά άλλα δικαιώματα, όπως στην περίπτωση της διάδοσης μίας ομιλίας μίσους ή όταν γίνεται διά του τύπου προτροπή στην βία.
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις δηλαδή δεν πρέπει, κατά το Δικαστήριο, να επιβάλλεται ποινική τιμωρία (φυλάκιση) στους παραβάτες δημοσιογράφους, παρά μόνο αστικής φύσεως κυρώσεις, δηλ. αγωγές αποζημιώσεως. Η σκέψη αυτή μπορεί να σημαίνει ότι στην Ελλάδα δεν θα πρέπει κάποιος να καταδικάζεται σε φυλάκιση εάν συκοφαντεί διά του τύπου και ότι η μόνη κύρωση που θα πρέπει να του επιβάλλεται είναι η αστική αποζημίωση υπέρ του συκοφαντηθέντος από τον δημοσιογράφο. Είναι αμφίβολο εάν μία τέτοια σκέψη μπορεί να γίνει δεκτή από το νομικό σύστημα στην Ελλάδα, όπου γίνεται αποδεκτή ως νόμιμη και συνταγματική η ποινική τιμωρία όποιου αποδεικνύεται ότι συκοφάντησε κάποιον άλλον διά του τύπου.
Αφού το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υιοθέτησε μία τόσο ευρεία ερμηνεία του δικαιώματος στην ελευθερία εκφράσεως προχώρησε και στην καταδίκη της Ελλαδος, για παραβίαση του εν λόγω δικαιώματος, επειδή τα δικαστήρια της χώρας καταδίκασαν για εξύβριση μία δημοσιογράφο που έγραψε για έναν δικαστή ότι είναι «καραγκιόζης» και ότι «παραβίασε τον όρκο του». Το Δικαστήριο ανεγνώρισε δικαίωμα αποζημίωσεως στην δημοσιογράφο ποσού 7.000 ευρώ και 3.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Η αδελφή της δημοσιογράφου, εμπλακείσα σε αυτοκινητικό ατύχημα, κατηγορήθηκε για πρόκληση σωματικής βλάβης από αμέλεια. Στην προανάκριση ο Ειρηνοδίκης την κάλεσε να απολογηθεί σε λάθος διεύθυνση, ενώ αυτή ήταν γνωστής διευθύνσεως, με αποτέλεσμα να μην λάβει αντίγραφα της δικογραφίας, ούτε να απολογηθεί, πράγμα που της στέρησε κάποια δικαιώματα υπερασπίσεως.
Η αδελφή της, δημοσιογράφος στον τοπικό τύπο, σε άρθρο της αποκάλεσε τον Ειρηνοδίκη «καραγκιόζη» και σχολίασε γι’ αυτόν ότι «παραβίασε τον όρκο του». Ο Ειρηνοδίκης υπέβαλε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση και η δημοσιογράφος καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 20 μηνών με αναστολή, με δικαστική απόφαση που επεκυρώθη και από το Εφετείο. Ο Άρειος Πάγος, στον οποίο η καταδικασθείσα δημοσιογράφος άσκησε αναίρεση, ανήρεσε την καταδικαστική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, επειδή το Εφετείο δεν εξήτασε εάν τα καταγγελθέντα από την δημοσιογράφο ήταν αληθή ή όχι, ούτε ερεύνησε εάν η καταδικασθείσα είχε πρόθεση ή όχι να τελέσει το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως.
Το Εφετείο, στο οποίο ανεπέμφθη η υπόθεση, έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της ότι τα γεγονότα που έγραψε ήταν αληθή και άρα δεν μπορούσε να καταδικασθεί για συκοφαντική δυσφήμιση. Την κατεδίκασε ωστόσο για εξύβριση σε ένα χρόνο φυλάκιση με αναστολή, με το σκεπτικό ότι οι φράσεις που χρησιμοπιοήσε κατά του δικαστού ήταν προδήλως υβριστικές και φανέρωναν περιφρόνηση και αμφισβήτηση της ηθικής, κοινωνικής και επαγγελματικής αξίας του μηνυτού.
Η δημοσιογράφος προσέφυγε εκ νέου στον Άρειο Πάγο, ο οποίος όμως απέρριψε την αναίρεσή της και επεκύρωσε την καταδίκη της για εξύβριση.
Ακολούθως, η δημοσιογράφος προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέρριψε τον πρώτο ισχυρισμό της ότι στην Ελλάδα τα δικαστήρια παραβίασαν το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
Ωστόσο, επί της δευτέρου ισχυρισμού της, ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, δηλ. το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, όπως αυτό εξειδικεύεται από την ελευθερία του τύπου, το Δικαστήριο απεφάσισε ότι υπήρξε παραβίαση.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δέχεται φυσικά ότι περιορισμοί στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης μπορούν να επιβάλλονται από τα κράτη μέλη, εάν διεκυβεύονται μεγαλύτερης σημασίας δικαιώματα, όπως π.χ. εκείνο της ανθρώπινης ζωής.
Ωστόσο, σε άλλες περιπτώσεις επιβολής ποινών για αδικήματα τελεσθέντα διά του τύπου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η φύση και η βαρύτητα των ποινών πρέπει να συνυπολογίζονται ώστε να εκτιμάται εάν η τιμωρία ήταν ανάλογη της βαρύτητος του αδικήματος. Το ίδιο Δικαστήριο προχώρησε σε μία ελαφρώς περίεργη σκέψη, λέγοντας ότι θεωρεί ότι η επιβολή ποινής φυλακίσεως για αδίκημα που διαπράχθηκε διά του τύπου δεν συμβιβάζεται με την δημοσιογραφική ελευθερία της έκφρασης, παρά μόνο υπό τις εξαιρετικές συνθήκες όταν διά του τύπου προσβάλλονται σοβαρά άλλα δικαιώματα, όπως στην περίπτωση της διάδοσης μίας ομιλίας μίσους ή όταν γίνεται διά του τύπου προτροπή στην βία.
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις δηλαδή δεν πρέπει, κατά το Δικαστήριο, να επιβάλλεται ποινική τιμωρία (φυλάκιση) στους παραβάτες δημοσιογράφους, παρά μόνο αστικής φύσεως κυρώσεις, δηλ. αγωγές αποζημιώσεως. Η σκέψη αυτή μπορεί να σημαίνει ότι στην Ελλάδα δεν θα πρέπει κάποιος να καταδικάζεται σε φυλάκιση εάν συκοφαντεί διά του τύπου και ότι η μόνη κύρωση που θα πρέπει να του επιβάλλεται είναι η αστική αποζημίωση υπέρ του συκοφαντηθέντος από τον δημοσιογράφο. Είναι αμφίβολο εάν μία τέτοια σκέψη μπορεί να γίνει δεκτή από το νομικό σύστημα στην Ελλάδα, όπου γίνεται αποδεκτή ως νόμιμη και συνταγματική η ποινική τιμωρία όποιου αποδεικνύεται ότι συκοφάντησε κάποιον άλλον διά του τύπου.
Αφού το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υιοθέτησε μία τόσο ευρεία ερμηνεία του δικαιώματος στην ελευθερία εκφράσεως προχώρησε και στην καταδίκη της Ελλαδος, για παραβίαση του εν λόγω δικαιώματος, επειδή τα δικαστήρια της χώρας καταδίκασαν για εξύβριση μία δημοσιογράφο που έγραψε για έναν δικαστή ότι είναι «καραγκιόζης» και ότι «παραβίασε τον όρκο του». Το Δικαστήριο ανεγνώρισε δικαίωμα αποζημίωσεως στην δημοσιογράφο ποσού 7.000 ευρώ και 3.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Ακύρωση πώληση ακινήτου λόγω ανικανότητος του Χρήστου Ηλιόπουλου
Ένα συμβόλαιο πωλήσεως ακινήτου μπορεί να ακυρωθεί εάν κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη (πωλητής ή αγοραστής) δεν είχε ικανότητα να υπογράψει. Κατά το νόμο που ισχύει στην Ελλάδα, η δήλωση βουλήσεως, (π.χ. ότι κάποιος πωλεί το ακίνητό του), είναι άκυρη, εάν κατά το χρόνο που έγινε (όταν υπεγράφη το συμβόλαιο) ο πωλητής βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του.
Μπορεί συνεπώς να κριθεί από το δικαστήριο ότι είναι άκυρη η πώληση, εάν αποδειχθεί ότι κατά τον χρόνο της υπογραφής του συμβολαίου μεταβιβάσεως του ακινήτου, ο δηλών (π.χ. πωλητής), λόγω ασθενείας, δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατούσε να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρούσε, αλλά και τις συνέπειες που θα προέκυπταν από αυτήν.
Στην υπ’ αριθ. 223/2008 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε επί αγωγής που άσκησε ο αδελφή μίας γυναίκας που το 2001 είχε πωλήσει ένα διαμέρισμά της στα Χανιά. Η αγωγή υπεβλήθη με αίτημα την ακύρωση του εν λόγω συμβολαίου πωλήσεως, διότι η πωλήτρια δεν είχε κατά τον χρόνο της πωλήσεως ικανότητα να αντιλαμβάνεται τη σημασία της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Το διαμέρισμα πωλήθηκε με αληθινό τίμημα 23.000.000 δρχ., ενώ η αντικειμενική του αξία ήταν 30.270.000 δρχ. και η πραγματική αγοραία ήταν 55.000.000 δρχ. Η πωλήτρια διεγνώσθη ότι έπασχε από ανίατη παρανοειδή σχιζοθυμική ψύχωση, εξ αιτίας της οποίας βρισκόταν υπό ψυχιατρική παρακολούθηση και έντονη φαρμακευτική αγωγή, είχε επανειλημμένως νοσηλευθεί σε ψυχιατρικές κλινικές και είχε κριθεί από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή του ΙΚΑ Χανίων ασφαλιστικώς ανάπηρη σε ποσοστό 67%.
Από τότε που διεγνώσθη η νόσος της έπαυσε να εργάζεται και κατοικούσε σε ιδιόκτητη κατοικία στα Χανιά, βοηθούμενη από τις αδελφές της και από οικιακές βοηθούς.
Εξάλλου, μετά την πώληση, που έγινε το 2001, η γυναίκα αυτή (πωλήτρια) τέθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων υπό δικαστική συμπαράσταση, δηλαδή ορίσθηκε δικαστικός συμπαραστάτης της η αδελφή της, με εξουσία να διενεργεί αυτή όλες τις συναλλαγές για λογαρισμό της ανίκανης προς δικαιοπραξία αδελφής της.
Αφού διεπιστώθησαν όλα τα παραπάνω, το δικαστήριο έκρινε ότι η πωλήτρια κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου το 2001 έπασχε από ψυχοδιανοητική νόσο, η οποία επέφερε σημαντικό περιορισμό στην έλλογη κρίση της και δεν επέτρεπε σ’ αυτήν τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς της με λογικούς υπολογισμούς και συνεπώς αυτή αδυνατούσε να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της πωλήσεως, καθώς και τις συνέπειες αυτής.
Για τον λόγο αυτόν το Εφετείο έκρινε ότι η σύμβαση πωλήσεως του διαμερίσματος είναι άκυρη, λόγω ανικανότητος της πωλήτριας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή ακυρώσεως και έκανε δεκτή την αγωγή για την ακύρωση της πωλήσεως, που είχε ασκήσει η αδελφή, δικαστική συμπαραστάτης της πωλήτριας, στο όνομα της τελευταίας. Η σχετική αναίρεση κατά της αποφάσεως του Εφετείου, που ασκήθηκε στον Άρειο Πάγο, απερρίφθη με το σκεπτικό ότι η απόφαση του Εφετείου είχε εφαρμόσει ορθώς το νόμο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Μπορεί συνεπώς να κριθεί από το δικαστήριο ότι είναι άκυρη η πώληση, εάν αποδειχθεί ότι κατά τον χρόνο της υπογραφής του συμβολαίου μεταβιβάσεως του ακινήτου, ο δηλών (π.χ. πωλητής), λόγω ασθενείας, δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατούσε να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρούσε, αλλά και τις συνέπειες που θα προέκυπταν από αυτήν.
Στην υπ’ αριθ. 223/2008 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε επί αγωγής που άσκησε ο αδελφή μίας γυναίκας που το 2001 είχε πωλήσει ένα διαμέρισμά της στα Χανιά. Η αγωγή υπεβλήθη με αίτημα την ακύρωση του εν λόγω συμβολαίου πωλήσεως, διότι η πωλήτρια δεν είχε κατά τον χρόνο της πωλήσεως ικανότητα να αντιλαμβάνεται τη σημασία της συγκεκριμένης συναλλαγής.
Το διαμέρισμα πωλήθηκε με αληθινό τίμημα 23.000.000 δρχ., ενώ η αντικειμενική του αξία ήταν 30.270.000 δρχ. και η πραγματική αγοραία ήταν 55.000.000 δρχ. Η πωλήτρια διεγνώσθη ότι έπασχε από ανίατη παρανοειδή σχιζοθυμική ψύχωση, εξ αιτίας της οποίας βρισκόταν υπό ψυχιατρική παρακολούθηση και έντονη φαρμακευτική αγωγή, είχε επανειλημμένως νοσηλευθεί σε ψυχιατρικές κλινικές και είχε κριθεί από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή του ΙΚΑ Χανίων ασφαλιστικώς ανάπηρη σε ποσοστό 67%.
Από τότε που διεγνώσθη η νόσος της έπαυσε να εργάζεται και κατοικούσε σε ιδιόκτητη κατοικία στα Χανιά, βοηθούμενη από τις αδελφές της και από οικιακές βοηθούς.
Εξάλλου, μετά την πώληση, που έγινε το 2001, η γυναίκα αυτή (πωλήτρια) τέθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων υπό δικαστική συμπαράσταση, δηλαδή ορίσθηκε δικαστικός συμπαραστάτης της η αδελφή της, με εξουσία να διενεργεί αυτή όλες τις συναλλαγές για λογαρισμό της ανίκανης προς δικαιοπραξία αδελφής της.
Αφού διεπιστώθησαν όλα τα παραπάνω, το δικαστήριο έκρινε ότι η πωλήτρια κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου το 2001 έπασχε από ψυχοδιανοητική νόσο, η οποία επέφερε σημαντικό περιορισμό στην έλλογη κρίση της και δεν επέτρεπε σ’ αυτήν τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς της με λογικούς υπολογισμούς και συνεπώς αυτή αδυνατούσε να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της πωλήσεως, καθώς και τις συνέπειες αυτής.
Για τον λόγο αυτόν το Εφετείο έκρινε ότι η σύμβαση πωλήσεως του διαμερίσματος είναι άκυρη, λόγω ανικανότητος της πωλήτριας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή ακυρώσεως και έκανε δεκτή την αγωγή για την ακύρωση της πωλήσεως, που είχε ασκήσει η αδελφή, δικαστική συμπαραστάτης της πωλήτριας, στο όνομα της τελευταίας. Η σχετική αναίρεση κατά της αποφάσεως του Εφετείου, που ασκήθηκε στον Άρειο Πάγο, απερρίφθη με το σκεπτικό ότι η απόφαση του Εφετείου είχε εφαρμόσει ορθώς το νόμο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
bm-bioxoi@otenet.gr
ktimatologiolaw@yahoo.gr
Monday, April 27, 2009
Αποζημίωση για ψυχική οδύνη στην οικογένεια του θύματος του Χρήστου Ηλιόπουλου
Στην Ελλάδα περισσότερο, δυστυχώς, από κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (με εξαίρεση ίσως την Πορτογαλία), στα αυτοκινητικά δυστυχήματα χάνονται πολλές ανθρώπινες ζωές. Ειδικώς, κάθε χρόνο στον ακήρυχτο πόλεμο της Ελλάδος σκοτώνονται περίπου 2.000 άνθρωποι (!) στην άσφαλτο, ενώ αρκετές χιλιάδες τραυματίζονται σοβαρά και πολλοί μένουν ανάπηροι.
Μήνες ή και χρόνια μετά από ένα αυτοκινητικό δυστύχημα, οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτό έγινε και οι συνέπειές του αναπτύσσονται στις αίθουσες των δικαστηρίων, τόσο για την ποινική τιμωρία του ή των υπαιτίων, όσο και για την αστική αποζημίωση των θυμάτων.
Ο ανυπαιτίως ζημιωθείς σε ένα ατύχημα δικαιούται να ζητήσει από τον υπαίτιο και τελικώς από την ασφαλιστική εταιρεία, κάθε ζημία που υπέστη ως αποτέλεσμα του ατυχήματος και της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ευθυνομένου για το ατύχημα. Εκτός από τις άλλες αξιώσεις, ο ζημιωθείς έχει και την αξίωση του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα, που ορίζει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Εάν το θύμα δεν βρίσκεται στην ζωή ως αποτέλεσμα της αδικοπραξίας του υπαιτίου, η οικογένειά του μπορεί να αξιώσει από τον υπαίτιο την αποζημίωση του 932 ΑΚ για την ψυχική οδύνη που τους προκάλεσε η απώλεια του συγγενικού τους προσώπου.
Ο νόμος δεν εξειδικεύει ποιά πρόσωπα ανήκουν στην «οικογένεια» του θύματος. Ασφαλώς ο σύζυγος ή τα τέκνα περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος. Ισχύει το ίδιο για τον παππού και την γιαγιά; Αν ναι, ισχύει και για τον ξάδερφο, την μνηστή ή τον θείο; Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν κληθεί συχνά να κρίνουν εάν ένα πρόσωπο που αξιώνει αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης για την απώλεια ενός όχι τόσο κοντινού συγγενούς του, ανήκει στην οικογένεια, ώστε να λάβει την αποζημίωση ή όχι.
Τα δικαστήρια στο ζήτημα αυτό κρίνουν κατά περίπτωση, από το σύνολο των συνθηκών και από το πόσο στην συγκεκριμένη υπόθεση συναισθηματικά κοντά ήταν το θύμα με αυτόν που τώρα ζητάει αποζημίωση. Σε μία περίπτωση μπορεί ο αδελφός του θύματος να ζούσε πολύ μακρυά από το θύμα και να μην είχαν στενές σχέσεις, ή ακόμα να είχαν και δικαστική αντιδικία για τα περιουσιακά, ενώ ένας ξάδερφος, που θεωρητικώς είναι πιο μακρυνός συγγενής, να ήταν περισσότερο οικείος του θύματος και να στεναχωρήθηκε περισσότερο από την απώλειά του.
Στην υπ΄αριθ. 1837/2007 απόφασή του ο Άρειος Πάγος κλήθηκε να κρίνει εάν η μνηστή του θύματος εδικαιούτο την αποζημίωση του 932, όπως η ίδια υποστήριζε, ή όχι, όπως υποστήριζε η ασφαλιστική εταιρεία. Το ανώτατο δικαστήριο διετύπωσε την σκέψη ότι «κατά το άρθρο 932 εδάφ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος" προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται κατ' ανάγκη τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή όμως έννοια της διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη, αδιαφόρως αν συζούσαν μεταξύ τους ή διέμεναν χωριστά».
Στην υπόθεση αυτή το θύμα ήταν 51 ετών, είχε προ αρκετών ετών χωρίσει από την σύζγό του και 9 χρόνια πριν από τον θανάσιμο τραυματισμό του συζούσε με την μνηστή του, με την οποία μάλιστα απέκτησε και ένα παιδί. Το Εφετείο είχε κρίνει ότι η μνηστή «συνδεόταν με δεσμό αγάπης και εκτίμησης προς τον θανόντα μνηστήρα και από τον απροσδόκητο θάνατό του υπέστη βαθύτατο πόνο και έντονη θλίψη και ως εκ τούτου δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την ηλικία του θανόντος, την προσωπική σχέση της ενάγουσας μνηστής με αυτόν, το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψης που δοκίμασε εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην ενάγουσα μνηστή του το ποσό των 15.000 ευρώ».
Ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε την απόφαση αυτή, εκτιμώντας ότι το Εφετείο είχε αρθεί σε ορθή κρίση.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Μήνες ή και χρόνια μετά από ένα αυτοκινητικό δυστύχημα, οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτό έγινε και οι συνέπειές του αναπτύσσονται στις αίθουσες των δικαστηρίων, τόσο για την ποινική τιμωρία του ή των υπαιτίων, όσο και για την αστική αποζημίωση των θυμάτων.
Ο ανυπαιτίως ζημιωθείς σε ένα ατύχημα δικαιούται να ζητήσει από τον υπαίτιο και τελικώς από την ασφαλιστική εταιρεία, κάθε ζημία που υπέστη ως αποτέλεσμα του ατυχήματος και της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ευθυνομένου για το ατύχημα. Εκτός από τις άλλες αξιώσεις, ο ζημιωθείς έχει και την αξίωση του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα, που ορίζει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Εάν το θύμα δεν βρίσκεται στην ζωή ως αποτέλεσμα της αδικοπραξίας του υπαιτίου, η οικογένειά του μπορεί να αξιώσει από τον υπαίτιο την αποζημίωση του 932 ΑΚ για την ψυχική οδύνη που τους προκάλεσε η απώλεια του συγγενικού τους προσώπου.
Ο νόμος δεν εξειδικεύει ποιά πρόσωπα ανήκουν στην «οικογένεια» του θύματος. Ασφαλώς ο σύζυγος ή τα τέκνα περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος. Ισχύει το ίδιο για τον παππού και την γιαγιά; Αν ναι, ισχύει και για τον ξάδερφο, την μνηστή ή τον θείο; Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν κληθεί συχνά να κρίνουν εάν ένα πρόσωπο που αξιώνει αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης για την απώλεια ενός όχι τόσο κοντινού συγγενούς του, ανήκει στην οικογένεια, ώστε να λάβει την αποζημίωση ή όχι.
Τα δικαστήρια στο ζήτημα αυτό κρίνουν κατά περίπτωση, από το σύνολο των συνθηκών και από το πόσο στην συγκεκριμένη υπόθεση συναισθηματικά κοντά ήταν το θύμα με αυτόν που τώρα ζητάει αποζημίωση. Σε μία περίπτωση μπορεί ο αδελφός του θύματος να ζούσε πολύ μακρυά από το θύμα και να μην είχαν στενές σχέσεις, ή ακόμα να είχαν και δικαστική αντιδικία για τα περιουσιακά, ενώ ένας ξάδερφος, που θεωρητικώς είναι πιο μακρυνός συγγενής, να ήταν περισσότερο οικείος του θύματος και να στεναχωρήθηκε περισσότερο από την απώλειά του.
Στην υπ΄αριθ. 1837/2007 απόφασή του ο Άρειος Πάγος κλήθηκε να κρίνει εάν η μνηστή του θύματος εδικαιούτο την αποζημίωση του 932, όπως η ίδια υποστήριζε, ή όχι, όπως υποστήριζε η ασφαλιστική εταιρεία. Το ανώτατο δικαστήριο διετύπωσε την σκέψη ότι «κατά το άρθρο 932 εδάφ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος" προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται κατ' ανάγκη τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή όμως έννοια της διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη, αδιαφόρως αν συζούσαν μεταξύ τους ή διέμεναν χωριστά».
Στην υπόθεση αυτή το θύμα ήταν 51 ετών, είχε προ αρκετών ετών χωρίσει από την σύζγό του και 9 χρόνια πριν από τον θανάσιμο τραυματισμό του συζούσε με την μνηστή του, με την οποία μάλιστα απέκτησε και ένα παιδί. Το Εφετείο είχε κρίνει ότι η μνηστή «συνδεόταν με δεσμό αγάπης και εκτίμησης προς τον θανόντα μνηστήρα και από τον απροσδόκητο θάνατό του υπέστη βαθύτατο πόνο και έντονη θλίψη και ως εκ τούτου δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την ηλικία του θανόντος, την προσωπική σχέση της ενάγουσας μνηστής με αυτόν, το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψης που δοκίμασε εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην ενάγουσα μνηστή του το ποσό των 15.000 ευρώ».
Ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε την απόφαση αυτή, εκτιμώντας ότι το Εφετείο είχε αρθεί σε ορθή κρίση.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Wednesday, April 22, 2009
Χρήση κοινού ακινήτου από όλους τους συνιδιοκτήτες του Χρήστου Ηλιόπουλου
Μερικές φορές, συνήθως ως αποτέλεσμα κληρονομικής διαδοχής, περισσότερα πρόσωπα αποκτούν συγκυριότητα επί ενός ακινήτου. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να μην είναι πάντοτε εφικτό όλοι οι συγκύριοι του ακινήτου να ασκήσουν τις εξουσίες που πηγάζουν από το δικαίωμα της κυριότητας του ακινήτου.
Κυριότητα επί ενός ακινήτου σημαίνει ελευθερία του κυρίου του ακινήτου να το χρησιμοποιεί νομίμως κατά βούλησιν, να κάνει προσωπική χρήση αυτού ή να το εκμισθώνει σε τρίτον, να αποφασίζει για τον συγκεκριμένο τρόπο τακτικής εκμετάλλευσής του, ή ανάπτυξης αυτού (π.χ. κατεδάφιση οικίας και ανοικοδόμηση νέας οικοδομής με αντιπαροχή), αλλά και να το διαθέτει ελεύθερα, όχι δηλαδή μόνο να το εκμισθώνει (νοικιάζει) αλλά και να το πωλεί, να το δωρίζει, να το υποθηκεύει κλπ.
Όταν το ακίνητο ανήκει σε ένα πρόσωπο όλα τα ανωτέρω είναι εύκολο να γίνουν, διότι η απόφαση ανήκει σε έναν μόνο ιδιοκτήτη. Όταν όμως το ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους συγκυρίους, μπορεί να προκύψουν διαφωνίες για το ποιός είναι ο προσφορότερος τρόπος χρήσεως ή εκμεταλλεύσεως του κοινού ακινήτου.
Αυτονόητο είναι ότι όταν το κοινό ακίνητο το χρησιμοποιεί αποκλειστικώς ένας μόνο εκ των συνιδιοκτητών, αποκλείοντας τους άλλους συνιδιοκτήτες από την χρήση του, υποχρεούται να τους αποζημιώσει, κατά την αναλογία του ιδανικού μεριδίου εκάστου των συγκυρίων.
Εάν επί παραδείγματι δύο αδέλφια έχουν κληρονομήσει ένα πρατήριο βενζίνης, αλλά ο ένας αδελφός έχει την αποκλειστική εκμετάλλευση του ακινήτου και της επιχείρησης που στεγάζεται σ’ αυτό, αποκλείοντας τον άλλον αδελφό, ο τελευταίος έχει αξίωση κατά του αδελφού του στο 50% των εισοδημάτων της επιχειρήσεως του πρατηρίου βενζίνης και αν δεν του το δίνει, μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο.
Σε απόφασή του ο Άρειος Πάγος (υπ΄αριθ. 1793/2006) έκρινε επί υποθέσεως όπου συγκύριοι ενός οικοπέδου μετά της διώροφης μονοκατοκίας επ’αυτού ήταν η κόρη (σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου) και η σύζυγος (σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου) του κληρονομουμένου. Μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη του ακινήτου, η σύζυγός του εξακολούθησε να χρησιμοποιεί την μονοκατοικία ως κατοικία της, όπως συνέβαινε και πρίν τον θάνατο του συζύγου της.
Η κόρη της ωστόσο, είχε την γνώμη ότι η μητέρα της δεν έπρεπε να κάνει χρήση της μονοκατοικίας, που ήταν πολύ μεγάλη, αλλά θα έπρεπε από κοινού να εκμισθώσουν την μονοκατοικία σε τρίτον, ώστε να λαμβάνουν μίσθωμα, ενώ η μητέρα της μπορούσε να μετακομίσει σε ένα μικρό διαμέρισμα που είχε στην κυριότητά της.
Η μητέρα δεν δεχόταν να μετακομίσει, παρέμεινε στην μονοκατοικία, προσέφερε ωστόσο στην κόρη της την δυνατότητα να κάνει κι αυτή χρήση της μονοκατοικίας, καθώς ήταν μεγάλη, με αρκετά δωμάτια και χώρους. Η κόρη προσέφυγε στο δικαστήριο, ζητώντας τα 3/4 της ωφέλειας που η μητέρα της απεκόμιζε από την αποκλειστική χρήση της μονοκατοικίας, δηλαδή τα 3/4 της μισθωτικής αξίας που θα απεκόμιζαν εάν νοίκιαζαν την μονοκατοικία σε τρίτον ενοικιαστή.
Από την πλευρά της η μητέρα υποστήριξε ότι δεν έκανε αποκλειστική χρήση της μονοκατοικίας, καθώς δεν είχε απαγορεύσει στην κόρη της να κάνει χρήση του κοινού ακινήτου, αντιθέτως της είχε δώσει τα κλειδιά και την είχε καλέσει να διαμένει κι αυτή σε άλλους χώρους (δωμάτια και όροφο) του ίδιου ακινήτου. Επομένως, αφού δεν είχε αποκλείσει την κόρη της από την κοινή χρήση του ακινήτου, δεν υποχρεούτο η μητέρα στην καταβολή στην κόρη των 3/4 του ενοικίου της μονοκατοικίας.
Το Εφετείο έκρινε ότι η κόρη δεν δικαιούται να αξιώνει τα 3/4 του ενοικίου, διότι η μητέρα της δεν της απαγόρευσε να κάνει χρήση της μονοκατοικίας, ωστόσο ο Άρειος Πάγος, στον οποίο προσέφυγε η κόρη, έκρινε ότι το Εφετείο δεν είχε εφαρμόσει ορθώς το νόμο, διότι από την μία εδέχθη ότι η μητέρα έκανε αποκλειστική χρήση της μονοκατοικίας, από την άλλη όμως δεν επεδίκασε την ωφέλεια (το ποσοστό του ενοικίου) στην κόρη. Η υπόθεση συνεπώς ανεπέμφθη από τον Άρειο Πάγο πίσω στο Εφετείο, για να ξαναδικασθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση την πρώτη φορά.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Κυριότητα επί ενός ακινήτου σημαίνει ελευθερία του κυρίου του ακινήτου να το χρησιμοποιεί νομίμως κατά βούλησιν, να κάνει προσωπική χρήση αυτού ή να το εκμισθώνει σε τρίτον, να αποφασίζει για τον συγκεκριμένο τρόπο τακτικής εκμετάλλευσής του, ή ανάπτυξης αυτού (π.χ. κατεδάφιση οικίας και ανοικοδόμηση νέας οικοδομής με αντιπαροχή), αλλά και να το διαθέτει ελεύθερα, όχι δηλαδή μόνο να το εκμισθώνει (νοικιάζει) αλλά και να το πωλεί, να το δωρίζει, να το υποθηκεύει κλπ.
Όταν το ακίνητο ανήκει σε ένα πρόσωπο όλα τα ανωτέρω είναι εύκολο να γίνουν, διότι η απόφαση ανήκει σε έναν μόνο ιδιοκτήτη. Όταν όμως το ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους συγκυρίους, μπορεί να προκύψουν διαφωνίες για το ποιός είναι ο προσφορότερος τρόπος χρήσεως ή εκμεταλλεύσεως του κοινού ακινήτου.
Αυτονόητο είναι ότι όταν το κοινό ακίνητο το χρησιμοποιεί αποκλειστικώς ένας μόνο εκ των συνιδιοκτητών, αποκλείοντας τους άλλους συνιδιοκτήτες από την χρήση του, υποχρεούται να τους αποζημιώσει, κατά την αναλογία του ιδανικού μεριδίου εκάστου των συγκυρίων.
Εάν επί παραδείγματι δύο αδέλφια έχουν κληρονομήσει ένα πρατήριο βενζίνης, αλλά ο ένας αδελφός έχει την αποκλειστική εκμετάλλευση του ακινήτου και της επιχείρησης που στεγάζεται σ’ αυτό, αποκλείοντας τον άλλον αδελφό, ο τελευταίος έχει αξίωση κατά του αδελφού του στο 50% των εισοδημάτων της επιχειρήσεως του πρατηρίου βενζίνης και αν δεν του το δίνει, μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο.
Σε απόφασή του ο Άρειος Πάγος (υπ΄αριθ. 1793/2006) έκρινε επί υποθέσεως όπου συγκύριοι ενός οικοπέδου μετά της διώροφης μονοκατοκίας επ’αυτού ήταν η κόρη (σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου) και η σύζυγος (σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου) του κληρονομουμένου. Μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη του ακινήτου, η σύζυγός του εξακολούθησε να χρησιμοποιεί την μονοκατοικία ως κατοικία της, όπως συνέβαινε και πρίν τον θάνατο του συζύγου της.
Η κόρη της ωστόσο, είχε την γνώμη ότι η μητέρα της δεν έπρεπε να κάνει χρήση της μονοκατοικίας, που ήταν πολύ μεγάλη, αλλά θα έπρεπε από κοινού να εκμισθώσουν την μονοκατοικία σε τρίτον, ώστε να λαμβάνουν μίσθωμα, ενώ η μητέρα της μπορούσε να μετακομίσει σε ένα μικρό διαμέρισμα που είχε στην κυριότητά της.
Η μητέρα δεν δεχόταν να μετακομίσει, παρέμεινε στην μονοκατοικία, προσέφερε ωστόσο στην κόρη της την δυνατότητα να κάνει κι αυτή χρήση της μονοκατοικίας, καθώς ήταν μεγάλη, με αρκετά δωμάτια και χώρους. Η κόρη προσέφυγε στο δικαστήριο, ζητώντας τα 3/4 της ωφέλειας που η μητέρα της απεκόμιζε από την αποκλειστική χρήση της μονοκατοικίας, δηλαδή τα 3/4 της μισθωτικής αξίας που θα απεκόμιζαν εάν νοίκιαζαν την μονοκατοικία σε τρίτον ενοικιαστή.
Από την πλευρά της η μητέρα υποστήριξε ότι δεν έκανε αποκλειστική χρήση της μονοκατοικίας, καθώς δεν είχε απαγορεύσει στην κόρη της να κάνει χρήση του κοινού ακινήτου, αντιθέτως της είχε δώσει τα κλειδιά και την είχε καλέσει να διαμένει κι αυτή σε άλλους χώρους (δωμάτια και όροφο) του ίδιου ακινήτου. Επομένως, αφού δεν είχε αποκλείσει την κόρη της από την κοινή χρήση του ακινήτου, δεν υποχρεούτο η μητέρα στην καταβολή στην κόρη των 3/4 του ενοικίου της μονοκατοικίας.
Το Εφετείο έκρινε ότι η κόρη δεν δικαιούται να αξιώνει τα 3/4 του ενοικίου, διότι η μητέρα της δεν της απαγόρευσε να κάνει χρήση της μονοκατοικίας, ωστόσο ο Άρειος Πάγος, στον οποίο προσέφυγε η κόρη, έκρινε ότι το Εφετείο δεν είχε εφαρμόσει ορθώς το νόμο, διότι από την μία εδέχθη ότι η μητέρα έκανε αποκλειστική χρήση της μονοκατοικίας, από την άλλη όμως δεν επεδίκασε την ωφέλεια (το ποσοστό του ενοικίου) στην κόρη. Η υπόθεση συνεπώς ανεπέμφθη από τον Άρειο Πάγο πίσω στο Εφετείο, για να ξαναδικασθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση την πρώτη φορά.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Monday, April 13, 2009
Πότε υπάρχει αδυναμία συντάξεως διαθήκης του Χρήστου Ηλιόπουλου
Κατά το ελληνικό δίκαιο, ανίκανοι να συντάξουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης υπάρχει εάν αυτός που συνέταξε την διαθήκη είχε α) έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κ.λ.π.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νού και β) ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.
Για να ακυρωθεί μία διαθήκη πρέπει να αποδειχθεί ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. Ως τέτοια νοείται κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, σε νησί του Ιονίου, ο 79 ετών διαθέτης νυμφεύθηκε, μυστικά από τα αδέλφια του, την κατά 25 έτη νεώτερή του οικιακή βοηθό και λίγους μήνες μετά συνέταξε διαθήκη με την οποία της άφηνε όλη την, όχι ευκαταφρόνητη, περιουσία του. Δύο χρόνια μετά την σύνταξη της διαθήκης ο διαθέτης απεβίωσε και τα αδέλφια του τότε μόνο έμαθαν ότι ο αδελφός τους είχε σύζυγο και μάλιστα ότι είχε αφήσει και διαθήκη με την οποία της άφηνε όλη την περιουσία του.
Ο διαθέτης προ του θανάτου του έπασχε από διάφορες ασθένειες, για τις οποίες είχαν συνταχθεί ιατρικά πιστοποιητικά και είχε νοσηλευθεί επανειλημμένως. Τα αδέλφια του διαθέτη άσκησαν αγωγή στα δικαστήρια για ακύρωση της διαθήκης, υποστηρίζοντες ότι ο αδελφός τους δεν είχε την ικανότητα να συντάξει διαθήκη λόγω των ασθενειών του. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή τους, το Εφετείο όμως την έκανε δεκτή και ακύρωσε την διαθήκη.
Η σύζυγος του διαθέτη, επιθυμούσα να κριθεί έγκυρη η διαθήκη, προσέβαλε με αναίρεση στον Άρειο Πάγο την απόφαση του Εφετείου. Ο Άρειος Πάγος πράγματι, με την υπ΄αριθ. 1110/2008 απόφασή του, εδέχθη την αναίρεση, κρίνοντας ότι το Εφετείο είχε περιλάβει στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την ακύρωση της διαθήκης και η υπόθεση εστάλη πίσω στο Εφετείο για να δικασθεί εκ νέου από άλλους δικαστές και να κριθεί αιτιολογημένως εάν ο διαθέτης ήταν ικανός ή όχι για να συντάξει διαθήκη.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Για να ακυρωθεί μία διαθήκη πρέπει να αποδειχθεί ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. Ως τέτοια νοείται κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, σε νησί του Ιονίου, ο 79 ετών διαθέτης νυμφεύθηκε, μυστικά από τα αδέλφια του, την κατά 25 έτη νεώτερή του οικιακή βοηθό και λίγους μήνες μετά συνέταξε διαθήκη με την οποία της άφηνε όλη την, όχι ευκαταφρόνητη, περιουσία του. Δύο χρόνια μετά την σύνταξη της διαθήκης ο διαθέτης απεβίωσε και τα αδέλφια του τότε μόνο έμαθαν ότι ο αδελφός τους είχε σύζυγο και μάλιστα ότι είχε αφήσει και διαθήκη με την οποία της άφηνε όλη την περιουσία του.
Ο διαθέτης προ του θανάτου του έπασχε από διάφορες ασθένειες, για τις οποίες είχαν συνταχθεί ιατρικά πιστοποιητικά και είχε νοσηλευθεί επανειλημμένως. Τα αδέλφια του διαθέτη άσκησαν αγωγή στα δικαστήρια για ακύρωση της διαθήκης, υποστηρίζοντες ότι ο αδελφός τους δεν είχε την ικανότητα να συντάξει διαθήκη λόγω των ασθενειών του. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή τους, το Εφετείο όμως την έκανε δεκτή και ακύρωσε την διαθήκη.
Η σύζυγος του διαθέτη, επιθυμούσα να κριθεί έγκυρη η διαθήκη, προσέβαλε με αναίρεση στον Άρειο Πάγο την απόφαση του Εφετείου. Ο Άρειος Πάγος πράγματι, με την υπ΄αριθ. 1110/2008 απόφασή του, εδέχθη την αναίρεση, κρίνοντας ότι το Εφετείο είχε περιλάβει στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την ακύρωση της διαθήκης και η υπόθεση εστάλη πίσω στο Εφετείο για να δικασθεί εκ νέου από άλλους δικαστές και να κριθεί αιτιολογημένως εάν ο διαθέτης ήταν ικανός ή όχι για να συντάξει διαθήκη.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Subscribe to:
Posts (Atom)