Μερικές φορές, συνήθως ως αποτέλεσμα κληρονομικής διαδοχής, περισσότερα πρόσωπα αποκτούν συγκυριότητα επί ενός ακινήτου. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να μην είναι πάντοτε εφικτό όλοι οι συγκύριοι του ακινήτου να ασκήσουν τις εξουσίες που πηγάζουν από το δικαίωμα της κυριότητας του ακινήτου.
Κυριότητα επί ενός ακινήτου σημαίνει ελευθερία του κυρίου του ακινήτου να το χρησιμοποιεί νομίμως κατά βούλησιν, να κάνει προσωπική χρήση αυτού ή να το εκμισθώνει σε τρίτον, να αποφασίζει για τον συγκεκριμένο τρόπο τακτικής εκμετάλλευσής του, ή ανάπτυξης αυτού (π.χ. κατεδάφιση οικίας και ανοικοδόμηση νέας οικοδομής με αντιπαροχή), αλλά και να το διαθέτει ελεύθερα, όχι δηλαδή μόνο να το εκμισθώνει (νοικιάζει) αλλά και να το πωλεί, να το δωρίζει, να το υποθηκεύει κλπ.
Όταν το ακίνητο ανήκει σε ένα πρόσωπο όλα τα ανωτέρω είναι εύκολο να γίνουν, διότι η απόφαση ανήκει σε έναν μόνο ιδιοκτήτη. Όταν όμως το ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους συγκυρίους, μπορεί να προκύψουν διαφωνίες για το ποιός είναι ο προσφορότερος τρόπος χρήσεως ή εκμεταλλεύσεως του κοινού ακινήτου.
Αυτονόητο είναι ότι όταν το κοινό ακίνητο το χρησιμοποιεί αποκλειστικώς ένας μόνο εκ των συνιδιοκτητών, αποκλείοντας τους άλλους συνιδιοκτήτες από την χρήση του, υποχρεούται να τους αποζημιώσει, κατά την αναλογία του ιδανικού μεριδίου εκάστου των συγκυρίων.
Εάν επί παραδείγματι δύο αδέλφια έχουν κληρονομήσει ένα πρατήριο βενζίνης, αλλά ο ένας αδελφός έχει την αποκλειστική εκμετάλλευση του ακινήτου και της επιχείρησης που στεγάζεται σ’ αυτό, αποκλείοντας τον άλλον αδελφό, ο τελευταίος έχει αξίωση κατά του αδελφού του στο 50% των εισοδημάτων της επιχειρήσεως του πρατηρίου βενζίνης και αν δεν του το δίνει, μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο.
Σε απόφασή του ο Άρειος Πάγος (υπ΄αριθ. 1793/2006) έκρινε επί υποθέσεως όπου συγκύριοι ενός οικοπέδου μετά της διώροφης μονοκατοκίας επ’αυτού ήταν η κόρη (σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου) και η σύζυγος (σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου) του κληρονομουμένου. Μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη του ακινήτου, η σύζυγός του εξακολούθησε να χρησιμοποιεί την μονοκατοικία ως κατοικία της, όπως συνέβαινε και πρίν τον θάνατο του συζύγου της.
Η κόρη της ωστόσο, είχε την γνώμη ότι η μητέρα της δεν έπρεπε να κάνει χρήση της μονοκατοικίας, που ήταν πολύ μεγάλη, αλλά θα έπρεπε από κοινού να εκμισθώσουν την μονοκατοικία σε τρίτον, ώστε να λαμβάνουν μίσθωμα, ενώ η μητέρα της μπορούσε να μετακομίσει σε ένα μικρό διαμέρισμα που είχε στην κυριότητά της.
Η μητέρα δεν δεχόταν να μετακομίσει, παρέμεινε στην μονοκατοικία, προσέφερε ωστόσο στην κόρη της την δυνατότητα να κάνει κι αυτή χρήση της μονοκατοικίας, καθώς ήταν μεγάλη, με αρκετά δωμάτια και χώρους. Η κόρη προσέφυγε στο δικαστήριο, ζητώντας τα 3/4 της ωφέλειας που η μητέρα της απεκόμιζε από την αποκλειστική χρήση της μονοκατοικίας, δηλαδή τα 3/4 της μισθωτικής αξίας που θα απεκόμιζαν εάν νοίκιαζαν την μονοκατοικία σε τρίτον ενοικιαστή.
Από την πλευρά της η μητέρα υποστήριξε ότι δεν έκανε αποκλειστική χρήση της μονοκατοικίας, καθώς δεν είχε απαγορεύσει στην κόρη της να κάνει χρήση του κοινού ακινήτου, αντιθέτως της είχε δώσει τα κλειδιά και την είχε καλέσει να διαμένει κι αυτή σε άλλους χώρους (δωμάτια και όροφο) του ίδιου ακινήτου. Επομένως, αφού δεν είχε αποκλείσει την κόρη της από την κοινή χρήση του ακινήτου, δεν υποχρεούτο η μητέρα στην καταβολή στην κόρη των 3/4 του ενοικίου της μονοκατοικίας.
Το Εφετείο έκρινε ότι η κόρη δεν δικαιούται να αξιώνει τα 3/4 του ενοικίου, διότι η μητέρα της δεν της απαγόρευσε να κάνει χρήση της μονοκατοικίας, ωστόσο ο Άρειος Πάγος, στον οποίο προσέφυγε η κόρη, έκρινε ότι το Εφετείο δεν είχε εφαρμόσει ορθώς το νόμο, διότι από την μία εδέχθη ότι η μητέρα έκανε αποκλειστική χρήση της μονοκατοικίας, από την άλλη όμως δεν επεδίκασε την ωφέλεια (το ποσοστό του ενοικίου) στην κόρη. Η υπόθεση συνεπώς ανεπέμφθη από τον Άρειο Πάγο πίσω στο Εφετείο, για να ξαναδικασθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση την πρώτη φορά.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Wednesday, April 22, 2009
Monday, April 13, 2009
Πότε υπάρχει αδυναμία συντάξεως διαθήκης του Χρήστου Ηλιόπουλου
Κατά το ελληνικό δίκαιο, ανίκανοι να συντάξουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης υπάρχει εάν αυτός που συνέταξε την διαθήκη είχε α) έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κ.λ.π.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νού και β) ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.
Για να ακυρωθεί μία διαθήκη πρέπει να αποδειχθεί ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. Ως τέτοια νοείται κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, σε νησί του Ιονίου, ο 79 ετών διαθέτης νυμφεύθηκε, μυστικά από τα αδέλφια του, την κατά 25 έτη νεώτερή του οικιακή βοηθό και λίγους μήνες μετά συνέταξε διαθήκη με την οποία της άφηνε όλη την, όχι ευκαταφρόνητη, περιουσία του. Δύο χρόνια μετά την σύνταξη της διαθήκης ο διαθέτης απεβίωσε και τα αδέλφια του τότε μόνο έμαθαν ότι ο αδελφός τους είχε σύζυγο και μάλιστα ότι είχε αφήσει και διαθήκη με την οποία της άφηνε όλη την περιουσία του.
Ο διαθέτης προ του θανάτου του έπασχε από διάφορες ασθένειες, για τις οποίες είχαν συνταχθεί ιατρικά πιστοποιητικά και είχε νοσηλευθεί επανειλημμένως. Τα αδέλφια του διαθέτη άσκησαν αγωγή στα δικαστήρια για ακύρωση της διαθήκης, υποστηρίζοντες ότι ο αδελφός τους δεν είχε την ικανότητα να συντάξει διαθήκη λόγω των ασθενειών του. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή τους, το Εφετείο όμως την έκανε δεκτή και ακύρωσε την διαθήκη.
Η σύζυγος του διαθέτη, επιθυμούσα να κριθεί έγκυρη η διαθήκη, προσέβαλε με αναίρεση στον Άρειο Πάγο την απόφαση του Εφετείου. Ο Άρειος Πάγος πράγματι, με την υπ΄αριθ. 1110/2008 απόφασή του, εδέχθη την αναίρεση, κρίνοντας ότι το Εφετείο είχε περιλάβει στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την ακύρωση της διαθήκης και η υπόθεση εστάλη πίσω στο Εφετείο για να δικασθεί εκ νέου από άλλους δικαστές και να κριθεί αιτιολογημένως εάν ο διαθέτης ήταν ικανός ή όχι για να συντάξει διαθήκη.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Για να ακυρωθεί μία διαθήκη πρέπει να αποδειχθεί ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. Ως τέτοια νοείται κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, σε νησί του Ιονίου, ο 79 ετών διαθέτης νυμφεύθηκε, μυστικά από τα αδέλφια του, την κατά 25 έτη νεώτερή του οικιακή βοηθό και λίγους μήνες μετά συνέταξε διαθήκη με την οποία της άφηνε όλη την, όχι ευκαταφρόνητη, περιουσία του. Δύο χρόνια μετά την σύνταξη της διαθήκης ο διαθέτης απεβίωσε και τα αδέλφια του τότε μόνο έμαθαν ότι ο αδελφός τους είχε σύζυγο και μάλιστα ότι είχε αφήσει και διαθήκη με την οποία της άφηνε όλη την περιουσία του.
Ο διαθέτης προ του θανάτου του έπασχε από διάφορες ασθένειες, για τις οποίες είχαν συνταχθεί ιατρικά πιστοποιητικά και είχε νοσηλευθεί επανειλημμένως. Τα αδέλφια του διαθέτη άσκησαν αγωγή στα δικαστήρια για ακύρωση της διαθήκης, υποστηρίζοντες ότι ο αδελφός τους δεν είχε την ικανότητα να συντάξει διαθήκη λόγω των ασθενειών του. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή τους, το Εφετείο όμως την έκανε δεκτή και ακύρωσε την διαθήκη.
Η σύζυγος του διαθέτη, επιθυμούσα να κριθεί έγκυρη η διαθήκη, προσέβαλε με αναίρεση στον Άρειο Πάγο την απόφαση του Εφετείου. Ο Άρειος Πάγος πράγματι, με την υπ΄αριθ. 1110/2008 απόφασή του, εδέχθη την αναίρεση, κρίνοντας ότι το Εφετείο είχε περιλάβει στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την ακύρωση της διαθήκης και η υπόθεση εστάλη πίσω στο Εφετείο για να δικασθεί εκ νέου από άλλους δικαστές και να κριθεί αιτιολογημένως εάν ο διαθέτης ήταν ικανός ή όχι για να συντάξει διαθήκη.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Τράπεζα δάνεισε απατεώνα στο όνομα ανύποπτου πολίτη του Χρήστου Ηλιόπουλου
Η τράπεζα, ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που ασκεί δημόσια λειτουργία, οφείλει να ελέγχει με πάσα επιμέλεια τα στοιχεία της ταυτότητος κάθε προσώπου, που εμφανίζεται στο τραπεζικό κατάστημα και ζητεί να διενεργήσει μία συναλλαγή. Σε άλλες περιπτώσεις, τα δικαστήρια έχουν κρίνει ότι η τράπεζα οφείλει να αποζημιώσει δικαιούχο τραπεζικού λογαριασμού, για την απώλεια των χρημάτων του λογαριασμού, επειδή κάποιος τρίτος, μη δικαιούχος, που εμφανίσθηκε στο ταμείο της τραπέζης υποδυόμενος τον δικαιούχο, επέτυχε να κάνει ανάληψη, επειδή ο υπάλληλος του ταμείου της τραπέζης δεν ήλεγξε επιμελώς την ταυτοπροσωπία μεταξύ του δικαιούχου του λογαριασμού και του προσώπου που είχε εμφανισθεί στο ταμείο ζητώντας να κάνει ανάληψη.
Στην προκείμενη υπόθεση, κάποιος απατεών, αφού κατόρθωσε να λάβει στην κατοχή του παραποιημένο δελτίο ταυτότητος ενός ανύποπτου πολίτη, εμφανίσθηκε σε τράπεζα στην Αθήνα και ζήτησε να λάβει καταναλωτικό δάνειο στο όνομα του ανύποπτου πολίτη. Η ταυτότητα είχε παραποιηθεί κατά το ότι ενώ ανέγραφε όλα τα στοιχεία του πραγματικού κατόχου της, στην θέση της φωτογραφίας είχε τοποθετηθεί η φωτογραφία του απατεώνος.
Η διαδικασίες λήψεως καταναλωτικών δανείων, ήταν τουλάχιστον μέχρι πριν λίγο καιρό, σχετικά σύντομες και πάντως πολύ ευκολώτερες από την λήψη στεγαστικών ή άλλου τύπου δανείων, κυρίως επειδή οι τράπεζες επιθυμούσαν να δανείσουν εύκολα όσο πιο πολλούς πελάτες τους ήταν δυνατόν, με υψηλά βεβαίως επιτόκια, που ισοστάθμιζαν το ρίσκο που ανελάμβαναν οι τράπεζες από την ευκολία με την οποία δάνειζαν.
Ο απατεών κατόρθωσε λοιπόν να εισπράξει το ποσό των 30.000 ευρώ ως καταναλωτικό δάνειο και ακολούθως έσπευσε να εξαφανισθεί, αδιαφορώντας φυσικά για την αποπληρωμή των δόσεων του δανείου.
Ο δικαιούχος της ταυτότητος, μη υποψιαζόμενος ότι φαίνεται να χρωστάει χρήματα, επεχείρησε να λάβει καταναλωτικό δάνειο από τράπεζα, επ’ ευκαιρία του επικειμένου γάμου του, για να διαπιστώσει έκπληκτος ότι δεν μπορεί να δανειοδοτηθεί, διότι είναι καταχωρημένος στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ ως οφειλέτης ληξιπορθέσμου δανείου!
Αφού ήλεγξε τα στοιχεία της υποθέσεως, απεκαλύφθη η απάτη, ότι δηλαδή κάποιος απατεών είχε χρησιμοποιήσει την δική του ταυτότητα για να λάβει δάνειο στο όνομά του. Από την έρευνα, διεπιστώθη ότι η υπάλληλος της τραπέζης που είχε ελέγξει την ταυτότητα του προσώπου, που είχε εμφανισθεί με το παραποιημένο δελτίο ταυτότητος, δεν είχε προβεί σε επιμελή έλεγγο όλων των στοιχείων, με αποτέλεσμα να εγκρίνει το δάνειο προς τον απατεώνα που χρησιμοπιούσε το όνομα του ανυποψίαστου πολίτη.
Ο τελευταίος θεώρησε ότι έπεσε θύμα αδικοπραξίας από την τράπεζα, διότι προσεβλήθη στην προσωπικότητά του από την παράνομη και υπαίτια ενέργεια της υπαλλήλου της τραπέζης να μην προβεί σε επιμελή έλεγχο των στοιχείων της ταυτότητος του δράστη και προσέφυγε στο δικαστήριο αξιώνοντας αποζημίωση από την τράπεζα.
Το Εφετείο Αθηνών τον δικαίωσε, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά της υπαλλήλου της τραπέζης, «ήτοι η έλλειψη της επιμέλειας και της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, συνιστά βαρεία αμέλεια, λόγω και του μεγάλου ποσού που χορηγήθηκε ως καταναλωτικό δάνειο (30.000 ευρώ)». Η καταχώρηση του ενάγοντος στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ του δημιούργησε αναστάτωση, ιδιαιτέρως δε επειδή επιθυμούσε να ζητήσει καταναλωτικό δάνειο ενόψει του επικειμένου γάμου του, για αγορά επίπλων, ενώ αυτό δεν ήταν δυνατό λόγω της δυσμενούς αυτής καταχώρησης.
Το εφετείο απεφάσισε ότι ο ενάγων, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητας του, έχει κατά της εναγομένης τραπέζης αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και δικαιούται αποζημιώσεως, αφού ληφθεί υπόψιν ο βαθμός του πταίσματος της υπαλλήλου της εναγομένης, το μέγεθος της ζημίας του ενάγοντος, αλλά και δοθέντος ότι με διορθωτική επιστολή της η εναγομένη τράπεζα προς τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ καταχώρησε ως εξοφλημένο τελικώς το δάνειο για να απαλειφθεί το όνομα του ενάγοντα από τη «μαύρη λίστα». Ενόψει συνεπώς των επανορθωτικών ενεργειών της τραπέζης, που μείωσαν την βλάβη του ενάγοντος, η αποζημίωση ορίσθηκε σε 3.000 ευρώ. (Εφετείο Αθηνών, απόφαση υπ’ αριθ. 3727/2007).
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Στην προκείμενη υπόθεση, κάποιος απατεών, αφού κατόρθωσε να λάβει στην κατοχή του παραποιημένο δελτίο ταυτότητος ενός ανύποπτου πολίτη, εμφανίσθηκε σε τράπεζα στην Αθήνα και ζήτησε να λάβει καταναλωτικό δάνειο στο όνομα του ανύποπτου πολίτη. Η ταυτότητα είχε παραποιηθεί κατά το ότι ενώ ανέγραφε όλα τα στοιχεία του πραγματικού κατόχου της, στην θέση της φωτογραφίας είχε τοποθετηθεί η φωτογραφία του απατεώνος.
Η διαδικασίες λήψεως καταναλωτικών δανείων, ήταν τουλάχιστον μέχρι πριν λίγο καιρό, σχετικά σύντομες και πάντως πολύ ευκολώτερες από την λήψη στεγαστικών ή άλλου τύπου δανείων, κυρίως επειδή οι τράπεζες επιθυμούσαν να δανείσουν εύκολα όσο πιο πολλούς πελάτες τους ήταν δυνατόν, με υψηλά βεβαίως επιτόκια, που ισοστάθμιζαν το ρίσκο που ανελάμβαναν οι τράπεζες από την ευκολία με την οποία δάνειζαν.
Ο απατεών κατόρθωσε λοιπόν να εισπράξει το ποσό των 30.000 ευρώ ως καταναλωτικό δάνειο και ακολούθως έσπευσε να εξαφανισθεί, αδιαφορώντας φυσικά για την αποπληρωμή των δόσεων του δανείου.
Ο δικαιούχος της ταυτότητος, μη υποψιαζόμενος ότι φαίνεται να χρωστάει χρήματα, επεχείρησε να λάβει καταναλωτικό δάνειο από τράπεζα, επ’ ευκαιρία του επικειμένου γάμου του, για να διαπιστώσει έκπληκτος ότι δεν μπορεί να δανειοδοτηθεί, διότι είναι καταχωρημένος στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ ως οφειλέτης ληξιπορθέσμου δανείου!
Αφού ήλεγξε τα στοιχεία της υποθέσεως, απεκαλύφθη η απάτη, ότι δηλαδή κάποιος απατεών είχε χρησιμοποιήσει την δική του ταυτότητα για να λάβει δάνειο στο όνομά του. Από την έρευνα, διεπιστώθη ότι η υπάλληλος της τραπέζης που είχε ελέγξει την ταυτότητα του προσώπου, που είχε εμφανισθεί με το παραποιημένο δελτίο ταυτότητος, δεν είχε προβεί σε επιμελή έλεγγο όλων των στοιχείων, με αποτέλεσμα να εγκρίνει το δάνειο προς τον απατεώνα που χρησιμοπιούσε το όνομα του ανυποψίαστου πολίτη.
Ο τελευταίος θεώρησε ότι έπεσε θύμα αδικοπραξίας από την τράπεζα, διότι προσεβλήθη στην προσωπικότητά του από την παράνομη και υπαίτια ενέργεια της υπαλλήλου της τραπέζης να μην προβεί σε επιμελή έλεγχο των στοιχείων της ταυτότητος του δράστη και προσέφυγε στο δικαστήριο αξιώνοντας αποζημίωση από την τράπεζα.
Το Εφετείο Αθηνών τον δικαίωσε, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά της υπαλλήλου της τραπέζης, «ήτοι η έλλειψη της επιμέλειας και της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, συνιστά βαρεία αμέλεια, λόγω και του μεγάλου ποσού που χορηγήθηκε ως καταναλωτικό δάνειο (30.000 ευρώ)». Η καταχώρηση του ενάγοντος στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ του δημιούργησε αναστάτωση, ιδιαιτέρως δε επειδή επιθυμούσε να ζητήσει καταναλωτικό δάνειο ενόψει του επικειμένου γάμου του, για αγορά επίπλων, ενώ αυτό δεν ήταν δυνατό λόγω της δυσμενούς αυτής καταχώρησης.
Το εφετείο απεφάσισε ότι ο ενάγων, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητας του, έχει κατά της εναγομένης τραπέζης αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη και δικαιούται αποζημιώσεως, αφού ληφθεί υπόψιν ο βαθμός του πταίσματος της υπαλλήλου της εναγομένης, το μέγεθος της ζημίας του ενάγοντος, αλλά και δοθέντος ότι με διορθωτική επιστολή της η εναγομένη τράπεζα προς τον ΤΕΙΡΕΣΙΑ καταχώρησε ως εξοφλημένο τελικώς το δάνειο για να απαλειφθεί το όνομα του ενάγοντα από τη «μαύρη λίστα». Ενόψει συνεπώς των επανορθωτικών ενεργειών της τραπέζης, που μείωσαν την βλάβη του ενάγοντος, η αποζημίωση ορίσθηκε σε 3.000 ευρώ. (Εφετείο Αθηνών, απόφαση υπ’ αριθ. 3727/2007).
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Monday, March 30, 2009
Πώς χωρίζεται κοινό ακίνητο επί διαφωνίας συγκυρίων του Χρήστου Ηλιόπουλου
Κυριότητα επί ενός ακινήτου σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης αυτού δύναται να το αξιοποεί κατά βούλησιν, να κάνει χρήση αυτού, να το εκμισθώνει, να το εκμεταλλεύεται κατά οιονδήποτε νόμιμο τρόπο, αλλά και να το διαθέτει, ήτοι να το δωρίζει, να το μεταβιβάζει με γονική παροχή στα τέκνα του ή να το πωλεί, λαμβάνοντας χρηματικό τίμημα.
Όλα τα ανωτέρω είναι εύκολα όταν το ακίνητο ανήκει σε έναν μόνο κύριο. ‘Οταν όμως το ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους, ανακύπτει συχνά πρόβλημα διαφωνίας των συγκυρίων για τον τρόπο χρήσεως ή εκμεταλλεύσεως του κοινού ακινήτου, αν πρέπει να πωληθεί ή όχι κλπ.
Όταν η διαφωνία των συγκυρίων είναι οριστική και μόνιμη, εκείνος από τους συγκυρίους που ενδιαφέρεται περισσότερο από τους άλλους συγκυρίους για την εκμετάλλευση του μεριδίου του, είτε επειδή έχει ανάγκη τα χρήματα, είτε επειδή επιθυμεί την άμεση αξιοποίηση του ακινήτου, έχει την δυνατότητα από τον νόμο στην Ελλάδα να ασκήσει αγωγή διανομής στο δικαστήριο, διά της οποίας θα ζητεί τον χωρισμό των μεριδίων, ώστε ο καθένας από τους συγκυρίους να λάβει το μερίδιό του και να το κάνει ό,τι θέλει.
Το κοινό ακίνητο μπορεί να χωρισθεί είτε αυτουσίως, είτε δια της πωλήσεως με πλειστηριασμό. Αυτούσια διανομή σημαίνει ότι το ακίνητο χωρίζεται σε τμήματα αναλόγως των μεριδίων των συνιδιοκτητών, όπως όταν ένα οικόπεδο εντός σχεδίου, επιφανείας 2.000 τ.μ. χωρίζεται σε δύο τμήματα, το ένα 1.500 τ.μ., το οποίο λαμβάνει ο συγκύριος που έχει το 75% του οικοπέδου και σε ένα δεύτερο τμήμα, των 500 τ.μ., που λαμβάνει ο συγκύριος που έχει το 25% εξ αδιαιρέτου, υπό την προϋπόθεση ότι η ελάχιστη αρτιότητα οικοπέδου στην περιοχή είναι 500 τ.μ.
Εάν στο άνω παράδειγμα το ακίνητο των 2.000 τ.μ. δεν ήταν οικόπεδο εντός σχεδίου, αλλά ήταν αγροτεμάχιο (δηλ. εκτός σχεδίου), οι δύο συγκύριοι δεν θα μπορούσαν να κάνουν αυτούσια διανομή, διότι δεν θα προέκυπταν άρτια και οικοδομήσιμα τμήματα του ακινήτου και η μόνη επιτρεπτή διανομή θα ήταν η πώληση διά πλειστηριασμού, ώστε ο πρώτος συγκύριος να λάβει το 75% των χρημάτων του πλειστηριασμού και ο άλλος συγκύριος να λάβει το 25%.
Όταν ο άλλος συγκύριος δεν συμφωνεί στην διανομή, ο συγκύριος που επιθυμεί την αξιοποίηση του μεριδίου του ασκεί αγωγή διανομής στο δικαστήριο. Στην δίκη πρέπει να αποδειξει ότι ο ίδιος έχει αποκτήσει το 75% του ακινήτου με αποδοχή κληρονομίας, την οποία μετέγραψε στο υποθηκοφυλακείο, αλλά και ότι ο άλλος συγκύριος έχει επίσης αποδεχθεί το δικό του 25%.
Εάν και οι δύο έχουν υπογράψει αποδοχή κληρονομίας, δεν υπάρχει πρόβλημα. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση κατά την οποία ο άλλος συγκύριος, που έχει το 25%, αμελεί να αποδεχθεί το μερίδιό του και δεν προβαίνει στις ενέργειες για αποδοχή κληρονομίας;
Σε μία τέτοια περίπτωση, ο συγκύριος που επιθυμεί την διανομή μπορεί αυτός να προβεί για λογαριασμό του άλλου συγκληρονόμου σε ενέργειες που οδηγούν στην αναγκαστική αποδοχή και του μεριδίου του άλλου. Αυτό γίνεται π.χ. με την έκδοση από την γραμματεία του δικαστηρίου πιστοποιητικού περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας από τον άλλο συγκληρονόμο και μεταγραφής αυτού στο υποθηκοφυλακείο.
Εάν από τον θάνατο του κληρονομουμένου ή από την δημοσίευση της διαθήκης έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, ή έστω και δώδεκα μηνών, (όταν ο κληρονόμος είναι κάτοικος εξωτερικού), και δεν έχει αποποιηθεί της κληρονομίας με δήλωσή του στο Πρωτοδικείο ή στο Προξενείο, θεωρείται ότι την έχει αποδεχθεί.
Με την έκδοση του πιστοποιητικού περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας και την μεταγραφή του στο υποθηκοφυλακείο στο όνομα του αμελούς συγκληρονόμου, ο άλλος συγκληρονόμος τον καθιστά συγκύριο του ακινήτου, αναδρομικώς μάλιστα από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και άρα ανοίγει ο δρόμος για την αγωγή διανομής, ώστε αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο και να χωρισθεί το ακίνητο είτε αυτουσίως, είτε με πλειστηριασμό.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Όλα τα ανωτέρω είναι εύκολα όταν το ακίνητο ανήκει σε έναν μόνο κύριο. ‘Οταν όμως το ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους, ανακύπτει συχνά πρόβλημα διαφωνίας των συγκυρίων για τον τρόπο χρήσεως ή εκμεταλλεύσεως του κοινού ακινήτου, αν πρέπει να πωληθεί ή όχι κλπ.
Όταν η διαφωνία των συγκυρίων είναι οριστική και μόνιμη, εκείνος από τους συγκυρίους που ενδιαφέρεται περισσότερο από τους άλλους συγκυρίους για την εκμετάλλευση του μεριδίου του, είτε επειδή έχει ανάγκη τα χρήματα, είτε επειδή επιθυμεί την άμεση αξιοποίηση του ακινήτου, έχει την δυνατότητα από τον νόμο στην Ελλάδα να ασκήσει αγωγή διανομής στο δικαστήριο, διά της οποίας θα ζητεί τον χωρισμό των μεριδίων, ώστε ο καθένας από τους συγκυρίους να λάβει το μερίδιό του και να το κάνει ό,τι θέλει.
Το κοινό ακίνητο μπορεί να χωρισθεί είτε αυτουσίως, είτε δια της πωλήσεως με πλειστηριασμό. Αυτούσια διανομή σημαίνει ότι το ακίνητο χωρίζεται σε τμήματα αναλόγως των μεριδίων των συνιδιοκτητών, όπως όταν ένα οικόπεδο εντός σχεδίου, επιφανείας 2.000 τ.μ. χωρίζεται σε δύο τμήματα, το ένα 1.500 τ.μ., το οποίο λαμβάνει ο συγκύριος που έχει το 75% του οικοπέδου και σε ένα δεύτερο τμήμα, των 500 τ.μ., που λαμβάνει ο συγκύριος που έχει το 25% εξ αδιαιρέτου, υπό την προϋπόθεση ότι η ελάχιστη αρτιότητα οικοπέδου στην περιοχή είναι 500 τ.μ.
Εάν στο άνω παράδειγμα το ακίνητο των 2.000 τ.μ. δεν ήταν οικόπεδο εντός σχεδίου, αλλά ήταν αγροτεμάχιο (δηλ. εκτός σχεδίου), οι δύο συγκύριοι δεν θα μπορούσαν να κάνουν αυτούσια διανομή, διότι δεν θα προέκυπταν άρτια και οικοδομήσιμα τμήματα του ακινήτου και η μόνη επιτρεπτή διανομή θα ήταν η πώληση διά πλειστηριασμού, ώστε ο πρώτος συγκύριος να λάβει το 75% των χρημάτων του πλειστηριασμού και ο άλλος συγκύριος να λάβει το 25%.
Όταν ο άλλος συγκύριος δεν συμφωνεί στην διανομή, ο συγκύριος που επιθυμεί την αξιοποίηση του μεριδίου του ασκεί αγωγή διανομής στο δικαστήριο. Στην δίκη πρέπει να αποδειξει ότι ο ίδιος έχει αποκτήσει το 75% του ακινήτου με αποδοχή κληρονομίας, την οποία μετέγραψε στο υποθηκοφυλακείο, αλλά και ότι ο άλλος συγκύριος έχει επίσης αποδεχθεί το δικό του 25%.
Εάν και οι δύο έχουν υπογράψει αποδοχή κληρονομίας, δεν υπάρχει πρόβλημα. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση κατά την οποία ο άλλος συγκύριος, που έχει το 25%, αμελεί να αποδεχθεί το μερίδιό του και δεν προβαίνει στις ενέργειες για αποδοχή κληρονομίας;
Σε μία τέτοια περίπτωση, ο συγκύριος που επιθυμεί την διανομή μπορεί αυτός να προβεί για λογαριασμό του άλλου συγκληρονόμου σε ενέργειες που οδηγούν στην αναγκαστική αποδοχή και του μεριδίου του άλλου. Αυτό γίνεται π.χ. με την έκδοση από την γραμματεία του δικαστηρίου πιστοποιητικού περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας από τον άλλο συγκληρονόμο και μεταγραφής αυτού στο υποθηκοφυλακείο.
Εάν από τον θάνατο του κληρονομουμένου ή από την δημοσίευση της διαθήκης έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, ή έστω και δώδεκα μηνών, (όταν ο κληρονόμος είναι κάτοικος εξωτερικού), και δεν έχει αποποιηθεί της κληρονομίας με δήλωσή του στο Πρωτοδικείο ή στο Προξενείο, θεωρείται ότι την έχει αποδεχθεί.
Με την έκδοση του πιστοποιητικού περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας και την μεταγραφή του στο υποθηκοφυλακείο στο όνομα του αμελούς συγκληρονόμου, ο άλλος συγκληρονόμος τον καθιστά συγκύριο του ακινήτου, αναδρομικώς μάλιστα από τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και άρα ανοίγει ο δρόμος για την αγωγή διανομής, ώστε αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο και να χωρισθεί το ακίνητο είτε αυτουσίως, είτε με πλειστηριασμό.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Thursday, March 26, 2009
Πώς θα πάρετε την κληρονομιά που δικαιούσθε στην Ελλάδα του Χρήστου Ηλιόπουλου
Χιλιάδες είναι οι ομογενείς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γής, που δικαιούνται κάποιας κληρονομιάς στην Ελλάδα. Οι κληρονομιές αυτές είναι συνήθως από γονείς, παππούδες ή γιαγιάδες, αλλά και από θείους και άλλους συγγενείς. Σήμερα, τόσο λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που κάνει τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να αναζητούν κάθε πηγή εισοδήματος ή περιουσίας που δικαιούνται, όσο και λόγω της ανόδου της αξίας των ακινήτων και του ευρώ στην Ελλάδα, εν σχέσει προς τα ξένα νομίσματα και κυρίως το δολλάριο ΗΠΑ, Αυστραλίας, Καναδά κλπ., όλο και περισσότεροι ομογενείς αναζητούν και διεκδικούν τα δικαιώματά τους επί κληρονομιών στην Ελλάδα.
Ο Έλληνας του εξωτερικού μπορεί σχετικά εύκολα να λάβει το μερίδιό του από αυτές τις κληρονομιές, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένος να ταξειδεύσει στην Ελλαδα. Κάθε κληρονόμος μπορεί να υπογράψει ένα πληρεξούσιο αποδοχής κληρονομίας στο Προξενείο της Ελλάδος στην χώρα όπου διαμένει, ή σε συμβολαιογράφο (με Αποστίλλη) και να αναθέσει σε δικηγόρο ή σε έμπιστο συγγενή του στην Ελλάδα την υπογραφή όλων των εγγράφων που απαιτούνται στις ελληνικές αρχές για την μεταβίβαση της περιουσίας από τον θανόντα στον κληρονόμο που ζει εκτός Ελλάδος.
Εάν ο θανών απεβίωσε στο εξωτερικό, χρειάζεται η ληξιαρχική πράξη θανάτου από την χώρα του εξωτερικού ή από το Προξενείο της Ελλάδος. Επίσης, εάν δεν υπάρχει διαθήκη, απαιτείται υπεύθυνη δήλωση δύο μαρτύρων για τους πλησιέστερους συγγενείς του κληρονομουμένου. Η υπεύθυνη δήλωση των δύο μαρτύρων μπορεί να υπογραφεί είτε στο Προξενείο, είτε στην Ελλάδα.
Εάν ο θανών άφησε διαθήκη, χρειάζεται η δημοσίευση της διαθήκης στο Πρωτοδικείο στην Ελλάδα. Εάν η διαθήκη είχε συνταχθεί στο εξωτερικό, τότε απαιτείται πρώτα η δημοσίευσή της στο εξωτερικό και μετά η επίσημη μετάφραση και η καταχώρισή της στο Πρωτοδικείο στην Ελλάδα. Η μετάφραση της διαθήκης αλλά και άλλων νομικών εγγράφων καλό είναι να γίνεται είτε από έμπειρο μεταφραστή ή από δικηγόρο στην Ελλάδα, που γνωρίζει τους νομικούς όρους του δικαίου της ξένης χώρας, ώστε να κάνει σωστή και αντίστοιχη μετάφραση των νομικών εννοιών για να αποφευχθούν παρερμηνείες από τις ελληνικές αρχές (π.χ. εφορία, Πρωτοδικείο, συμβολαιογράφο) εν σχέσει προς τους όρους του αλλοδαπού δικαίου.
Ο κληρονόμος που ζει στο εξωτερικό πρέπει επίσης είτε να έχει στα χέρια του αντίγραφα των συμβολαίων των ακινήτων ή και των τραπεζικών λογαριασμών που είχε ο θανών, είτε να γνωρίζει τουλάχιστον πού βρίσκονται τα ακίνητα αυτά ή σε ποιά τράπεζα είναι οι λογαριασμοί στην Ελλάδα. Εάν δεν έχει συμβόλαια, αλλά γνωρίζει την τοποθεσία περίπου των ακινήτων, πρέπει ο δικηγόρος στην Ελλάδα να ελέγξει για την ύπαρξη συμβολαίων στο τοπικό υποθηκοφυλακείο με το όνομα του θανόντος, ή συχνά και όλης της οικογενείας του.
Εάν τα ακίνητα, εκτός από διαμερίσματα, είναι και μονοκατοικίες, οικόπεδα και αγροτεμάχια, μπορεί να χρειασθεί και τοπογραφικό για καθένα από αυτά και τότε είναι απολύτως αναγκαίο κάποιος συγγενής ή γείτονας να μπορεί να υποδείξει τα ακίνητα, διότι συχνά οι κληρονόμοι που μένουν στο εξωτερικό, δεν γνωρίζουν πού βρίσκονται τα ακίνητα που έχουν κληρονομήσει.
Εάν ο κληρονόμος θελήσει αργότερα να πωλήσει τα ακίνητα που κληρονομεί, τότε το τοπογραφικό είναι απαραίτητο για όλα τα ακίνητα, εκτός από τα διαμερίσματα. Στην περίπτωση της πωλήσεως το πληρεξούσιο της αποδοχής κληρονομίας θα πρέπει να περιλαμβάνει και εντολή πωλήσεως, άλλως πρέπει να γίνει νέο πληρεξούσιο για πώληση.
Ο φόρος κληρονομίας έχει μειωθεί πολύ σημαντικά τα τελευταία χρόνια και για τις πιο πολλές κληρονομιές είναι μηδενικός. Εν πάση περιπτώσει, ο φόρος κληρονομίας δεν αποτελεί εμπόδιο για να λάβει ο κληρονόμος το μερίδιό του, διότι ο φόρος αυτός είτε δεν υπάρχει (αφορολόγητες κληρονομιές), είτε είναι πολύ μικρός εν συγκρίσει προς την αξία της κληρονομίας που λαμβάνει ο κληρονόμος.
Η αναζήτηση συνεπώς των κληρονομιών, που πολλοί ομογενείς πρώτης, δεύτερης ή τρίτης γενιάς δικαιούνται στην Ελλάδα, αλλά και η απόκτηση ελληνικής ιθαγενείας, δηλαδή ευρωπαϊκού διαβατηρίου που τους επιτρέπει να διαμένουν μονίμως, να σπουδάζουν, να εργάζονται, να ιδρύουν επιχειρήσεις και να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους πολίτες όλων των ευρωπαϊκών χωρών, κάνουν πλέον τους ομογενείς – συχνά ακόμα κι εκείνους που είχαν γεννηθεί στο εξωτερικο και δεν είχαν επισκευθεί καν την Ελλάδα - να έρχονται πιο κοντά τώρα στην Πατρίδα.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Ο Έλληνας του εξωτερικού μπορεί σχετικά εύκολα να λάβει το μερίδιό του από αυτές τις κληρονομιές, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένος να ταξειδεύσει στην Ελλαδα. Κάθε κληρονόμος μπορεί να υπογράψει ένα πληρεξούσιο αποδοχής κληρονομίας στο Προξενείο της Ελλάδος στην χώρα όπου διαμένει, ή σε συμβολαιογράφο (με Αποστίλλη) και να αναθέσει σε δικηγόρο ή σε έμπιστο συγγενή του στην Ελλάδα την υπογραφή όλων των εγγράφων που απαιτούνται στις ελληνικές αρχές για την μεταβίβαση της περιουσίας από τον θανόντα στον κληρονόμο που ζει εκτός Ελλάδος.
Εάν ο θανών απεβίωσε στο εξωτερικό, χρειάζεται η ληξιαρχική πράξη θανάτου από την χώρα του εξωτερικού ή από το Προξενείο της Ελλάδος. Επίσης, εάν δεν υπάρχει διαθήκη, απαιτείται υπεύθυνη δήλωση δύο μαρτύρων για τους πλησιέστερους συγγενείς του κληρονομουμένου. Η υπεύθυνη δήλωση των δύο μαρτύρων μπορεί να υπογραφεί είτε στο Προξενείο, είτε στην Ελλάδα.
Εάν ο θανών άφησε διαθήκη, χρειάζεται η δημοσίευση της διαθήκης στο Πρωτοδικείο στην Ελλάδα. Εάν η διαθήκη είχε συνταχθεί στο εξωτερικό, τότε απαιτείται πρώτα η δημοσίευσή της στο εξωτερικό και μετά η επίσημη μετάφραση και η καταχώρισή της στο Πρωτοδικείο στην Ελλάδα. Η μετάφραση της διαθήκης αλλά και άλλων νομικών εγγράφων καλό είναι να γίνεται είτε από έμπειρο μεταφραστή ή από δικηγόρο στην Ελλάδα, που γνωρίζει τους νομικούς όρους του δικαίου της ξένης χώρας, ώστε να κάνει σωστή και αντίστοιχη μετάφραση των νομικών εννοιών για να αποφευχθούν παρερμηνείες από τις ελληνικές αρχές (π.χ. εφορία, Πρωτοδικείο, συμβολαιογράφο) εν σχέσει προς τους όρους του αλλοδαπού δικαίου.
Ο κληρονόμος που ζει στο εξωτερικό πρέπει επίσης είτε να έχει στα χέρια του αντίγραφα των συμβολαίων των ακινήτων ή και των τραπεζικών λογαριασμών που είχε ο θανών, είτε να γνωρίζει τουλάχιστον πού βρίσκονται τα ακίνητα αυτά ή σε ποιά τράπεζα είναι οι λογαριασμοί στην Ελλάδα. Εάν δεν έχει συμβόλαια, αλλά γνωρίζει την τοποθεσία περίπου των ακινήτων, πρέπει ο δικηγόρος στην Ελλάδα να ελέγξει για την ύπαρξη συμβολαίων στο τοπικό υποθηκοφυλακείο με το όνομα του θανόντος, ή συχνά και όλης της οικογενείας του.
Εάν τα ακίνητα, εκτός από διαμερίσματα, είναι και μονοκατοικίες, οικόπεδα και αγροτεμάχια, μπορεί να χρειασθεί και τοπογραφικό για καθένα από αυτά και τότε είναι απολύτως αναγκαίο κάποιος συγγενής ή γείτονας να μπορεί να υποδείξει τα ακίνητα, διότι συχνά οι κληρονόμοι που μένουν στο εξωτερικό, δεν γνωρίζουν πού βρίσκονται τα ακίνητα που έχουν κληρονομήσει.
Εάν ο κληρονόμος θελήσει αργότερα να πωλήσει τα ακίνητα που κληρονομεί, τότε το τοπογραφικό είναι απαραίτητο για όλα τα ακίνητα, εκτός από τα διαμερίσματα. Στην περίπτωση της πωλήσεως το πληρεξούσιο της αποδοχής κληρονομίας θα πρέπει να περιλαμβάνει και εντολή πωλήσεως, άλλως πρέπει να γίνει νέο πληρεξούσιο για πώληση.
Ο φόρος κληρονομίας έχει μειωθεί πολύ σημαντικά τα τελευταία χρόνια και για τις πιο πολλές κληρονομιές είναι μηδενικός. Εν πάση περιπτώσει, ο φόρος κληρονομίας δεν αποτελεί εμπόδιο για να λάβει ο κληρονόμος το μερίδιό του, διότι ο φόρος αυτός είτε δεν υπάρχει (αφορολόγητες κληρονομιές), είτε είναι πολύ μικρός εν συγκρίσει προς την αξία της κληρονομίας που λαμβάνει ο κληρονόμος.
Η αναζήτηση συνεπώς των κληρονομιών, που πολλοί ομογενείς πρώτης, δεύτερης ή τρίτης γενιάς δικαιούνται στην Ελλάδα, αλλά και η απόκτηση ελληνικής ιθαγενείας, δηλαδή ευρωπαϊκού διαβατηρίου που τους επιτρέπει να διαμένουν μονίμως, να σπουδάζουν, να εργάζονται, να ιδρύουν επιχειρήσεις και να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους πολίτες όλων των ευρωπαϊκών χωρών, κάνουν πλέον τους ομογενείς – συχνά ακόμα κι εκείνους που είχαν γεννηθεί στο εξωτερικο και δεν είχαν επισκευθεί καν την Ελλάδα - να έρχονται πιο κοντά τώρα στην Πατρίδα.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Tuesday, March 17, 2009
Δημοτολογική τακτοποίηση στην Ελλάδα του Χρήστου Ηλιόπουλου
Τα βασικά δικαιώματά του Έλληνα πολίτη προϋποθέτουν την εγγραφή του σε Δήμο ή Κοινότητα στην Ελλάδα. Η εγγραφή αυτή γίνεται στο Δημοτολόγιο τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες, που έχουν φυσικά ίδια δικαιώματα. Οι άνδρες, ωστόσο, εγγράφονται και στο Μητρώο Αρρένων, το οποίο συνδέεται με την στρατολογία, ώστε όσοι άρρενες εγγράφονται ως Έλληνες πολίτες, είτε από την γέννησή τους, είτε αργότερα, μέχρι το 45ο έτος της ηλικίας τους, να περιέρχονται σε γνώση του στρατού.
Για να εγγραφεί κάποιος σε Δημοτολόγιο Δήμου ή Κοινότητος πρέπει να έχει κατά κανόνα τουλάχιστον έναν εγγεγραμμένο Έλληνα πρόγονο (γονέα, παππού, γιαγιά), ή να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση. Η εγγραφή του τέκνου στο Δημοτολόγιο γίνεται κατ’ αρχάς στην οικογενειακή μερίδα των γονέων του. Αφού εγγραφεί στο Δημοτολόγιο, μπορεί να λαμβάνει Πιστοποιητικό Γεννήσεως, που εκδίδεται μόνο σε Έλληνες πολίτες.
Το Πιστοποιητικό Γεννήσεως δεν πρέπει να συγχέεται με την Ληξιαρχική Πράξη Γεννήσεως. Το πρώτο, εκδίδεται μόνο για Έλληνες πολίτες, ενώ το δεύτερο εκδίδεται και για αλλοδαπούς, που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, χωρίς όμως κατ’ ανάγκην να έχουν και την ελληνική ιθαγένεια.
Εάν δηλ. ένα ζευγάρι Κινέζων γεννήσει το παιδί τους στην Ελλάδα, ο Δήμος στην περιοχή του οποίου γεννήθηκε το παιδί θα εκδώσει Ληξιαρχική Πράξη Γεννήσεως, αλλά το παιδί δεν θα εγγραφεί στο Δημοτολόγιο και δεν θα μπορεί να λαμβάνει Πιστοποιητικό Γεννήσεως, διότι δεν θα έχει την ελληνική (αλλά μόνο την κινεζική) ιθαγένεια.
Όταν ένας Έλληνας πολίτης, εγγεγραμμένος στην μερίδα των γονέων του, συνάπτει γάμο, πρέπει να ανοίξει δική του οικογενειακή μερίδα, στην οποία εγγράφονται οι δύο σύζυγοι και τα παιδιά τους. Για να γίνει αυτό, ο γάμος πρέπει να δηλωθεί στο Ληξιαρχείο του Δήμου όπου τελέσθηκε. Εάν ο γάμος έγινε εκτός Ελλάδος, πρέπει να δηλωθεί εντός τριών μηνών στο Προξενείο της Ελλάδος στην χώρα τελέσεως του γάμου, είτε αργότερα στο Ειδικό Ληξιαρχείο, στην Αθήνα.
Οι ομογενείς που συνάπτουν γάμο και αποκτούν τέκνα στην αλλοδαπή αποφεύγουν συχνά να δηλώσουν τα γεγονότα αυτά στο Προξενείο της Ελλάδος, είτε από άγνοια ή αμέλεια, είτε επειδή δεν θέλουν να δηλώσουν τα άρρενα τέκνα τους στις ελληνικές αρχές, για να αποφύγουν τον στρατό όταν μεγαλώσουν.
Σήμερα όμως, οι περισσότεροι γόνοι Ελλήνων, που έχουν γεννηθεί εκτός Ελλάδος, επιθυμούν να πάρουν ελληνική ιθαγένεια, ελληνικό διαβατήριο και κάποιες φορές να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Τότε διαπιστώνουν ότι πρέπει να τηρήσουν μία γραφειοκρατική διαδικασία, που ξεκινά με την επίσημη μετάφραση του γάμου των γονέων τους, της δικής τους γεννήσεως στο εξωτερικό και την εγγραφή τους στο Ειδικό Ληξιαρχείο και στον Δήμο επιλογής τους, αφού πρώτα καθορισθεί η ιθαγένειά τους από την Περιφέρεια.
Εάν μάλιστα υπάρχουν στο εξωτερικό και διαζύγια, τότε εκτός των ανωτέρω, μπορεί να χρειασθεί και δικαστική απόφαση στην Ελλάδα, διά της οποίας θα αναγνωρίζεται η ισχύς της αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως διαζυγίου. Αυτό ανακύπτει συχνά όταν το παιδί ενός Έλληνα ή μίας Ελληνίδος επιθυμεί να αποκτήσει ελληνικό διαβατήριο.
Η διαδικασία αρχίζει με την εγγραφή στο Ειδικό Ληξιαρχείο του γάμου του γεννημένου στην Ελλάδα γονέα του παιδιού. Όταν όμως επιχειρείται να γίνει και η εγγραφή της γεννήσεως του παιδιού, ανακαλύπτεται ότι ο άλλος γονέας του παιδιού δεν είναι ο σύζυγος του γονέα του. Αυτό συμβαίνει διότι το παιδί έχει γεννηθεί από δεύτερο γάμο του γονέα του στο εξωτερικό, οπότε πρέπει πρώτα να μεταφρασθεί η απόφαση του διαζυγίου, να γίνει δικαστήριο στην Ελλάδα, για το οποίο απαιτείται ένα τουλάχιστον σημαντικό έγγραφο από την γραμματεία του αλλοδαπού δικατηρίου, να αναγνωρισθεί η αλλοδαπή απόφαση διαζυγίου από το ελληνικό δικαστήριο και μετά να προχωρήσει η διαδικασία του διαβατηρίου και της ιθαγένειας του παιδιού στον Δήμο της Ελλάδος.
Αναφορικώς με την στράτευση των αρρένων τέκνων τους οι ομογενείς δεν πρέπει να ανησυχούν ότι θα κληθούν να υπηρετήσουν, διότι ως κάτοικοι εξωτερικού, με την λήψη του σχετικού πιστοποιητικού από το Προξενείο, τα παιδιά τους απαλλάσσονται της στρατεύσεως με το Πιστοποιητικό Τύπου Β’ που εκδίδει η στρατολογία της Ελλάδος, εφόσον το παιδί δεν έχει μείνει μετά την ηλικία των 11 ετών στην Ελλάδα πάνω από έξι μήνες εντός του ιδίου ημερολογιακού έτους.
Στην περίπτωση που το γεννηθέν εκτός Ελλάδος άρρεν τέκνο του Έλληνα ή της Ελληνίδος θελήσει να εγκατασταθεί μονίμως στην Ελλάδα πριν γίνει 45 ετών, η θητεία είναι μόνο τρεις μήνες, αν δεν έχει μειωθεί ή καταργηθεί μέχρι τότε.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Για να εγγραφεί κάποιος σε Δημοτολόγιο Δήμου ή Κοινότητος πρέπει να έχει κατά κανόνα τουλάχιστον έναν εγγεγραμμένο Έλληνα πρόγονο (γονέα, παππού, γιαγιά), ή να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση. Η εγγραφή του τέκνου στο Δημοτολόγιο γίνεται κατ’ αρχάς στην οικογενειακή μερίδα των γονέων του. Αφού εγγραφεί στο Δημοτολόγιο, μπορεί να λαμβάνει Πιστοποιητικό Γεννήσεως, που εκδίδεται μόνο σε Έλληνες πολίτες.
Το Πιστοποιητικό Γεννήσεως δεν πρέπει να συγχέεται με την Ληξιαρχική Πράξη Γεννήσεως. Το πρώτο, εκδίδεται μόνο για Έλληνες πολίτες, ενώ το δεύτερο εκδίδεται και για αλλοδαπούς, που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, χωρίς όμως κατ’ ανάγκην να έχουν και την ελληνική ιθαγένεια.
Εάν δηλ. ένα ζευγάρι Κινέζων γεννήσει το παιδί τους στην Ελλάδα, ο Δήμος στην περιοχή του οποίου γεννήθηκε το παιδί θα εκδώσει Ληξιαρχική Πράξη Γεννήσεως, αλλά το παιδί δεν θα εγγραφεί στο Δημοτολόγιο και δεν θα μπορεί να λαμβάνει Πιστοποιητικό Γεννήσεως, διότι δεν θα έχει την ελληνική (αλλά μόνο την κινεζική) ιθαγένεια.
Όταν ένας Έλληνας πολίτης, εγγεγραμμένος στην μερίδα των γονέων του, συνάπτει γάμο, πρέπει να ανοίξει δική του οικογενειακή μερίδα, στην οποία εγγράφονται οι δύο σύζυγοι και τα παιδιά τους. Για να γίνει αυτό, ο γάμος πρέπει να δηλωθεί στο Ληξιαρχείο του Δήμου όπου τελέσθηκε. Εάν ο γάμος έγινε εκτός Ελλάδος, πρέπει να δηλωθεί εντός τριών μηνών στο Προξενείο της Ελλάδος στην χώρα τελέσεως του γάμου, είτε αργότερα στο Ειδικό Ληξιαρχείο, στην Αθήνα.
Οι ομογενείς που συνάπτουν γάμο και αποκτούν τέκνα στην αλλοδαπή αποφεύγουν συχνά να δηλώσουν τα γεγονότα αυτά στο Προξενείο της Ελλάδος, είτε από άγνοια ή αμέλεια, είτε επειδή δεν θέλουν να δηλώσουν τα άρρενα τέκνα τους στις ελληνικές αρχές, για να αποφύγουν τον στρατό όταν μεγαλώσουν.
Σήμερα όμως, οι περισσότεροι γόνοι Ελλήνων, που έχουν γεννηθεί εκτός Ελλάδος, επιθυμούν να πάρουν ελληνική ιθαγένεια, ελληνικό διαβατήριο και κάποιες φορές να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Τότε διαπιστώνουν ότι πρέπει να τηρήσουν μία γραφειοκρατική διαδικασία, που ξεκινά με την επίσημη μετάφραση του γάμου των γονέων τους, της δικής τους γεννήσεως στο εξωτερικό και την εγγραφή τους στο Ειδικό Ληξιαρχείο και στον Δήμο επιλογής τους, αφού πρώτα καθορισθεί η ιθαγένειά τους από την Περιφέρεια.
Εάν μάλιστα υπάρχουν στο εξωτερικό και διαζύγια, τότε εκτός των ανωτέρω, μπορεί να χρειασθεί και δικαστική απόφαση στην Ελλάδα, διά της οποίας θα αναγνωρίζεται η ισχύς της αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως διαζυγίου. Αυτό ανακύπτει συχνά όταν το παιδί ενός Έλληνα ή μίας Ελληνίδος επιθυμεί να αποκτήσει ελληνικό διαβατήριο.
Η διαδικασία αρχίζει με την εγγραφή στο Ειδικό Ληξιαρχείο του γάμου του γεννημένου στην Ελλάδα γονέα του παιδιού. Όταν όμως επιχειρείται να γίνει και η εγγραφή της γεννήσεως του παιδιού, ανακαλύπτεται ότι ο άλλος γονέας του παιδιού δεν είναι ο σύζυγος του γονέα του. Αυτό συμβαίνει διότι το παιδί έχει γεννηθεί από δεύτερο γάμο του γονέα του στο εξωτερικό, οπότε πρέπει πρώτα να μεταφρασθεί η απόφαση του διαζυγίου, να γίνει δικαστήριο στην Ελλάδα, για το οποίο απαιτείται ένα τουλάχιστον σημαντικό έγγραφο από την γραμματεία του αλλοδαπού δικατηρίου, να αναγνωρισθεί η αλλοδαπή απόφαση διαζυγίου από το ελληνικό δικαστήριο και μετά να προχωρήσει η διαδικασία του διαβατηρίου και της ιθαγένειας του παιδιού στον Δήμο της Ελλάδος.
Αναφορικώς με την στράτευση των αρρένων τέκνων τους οι ομογενείς δεν πρέπει να ανησυχούν ότι θα κληθούν να υπηρετήσουν, διότι ως κάτοικοι εξωτερικού, με την λήψη του σχετικού πιστοποιητικού από το Προξενείο, τα παιδιά τους απαλλάσσονται της στρατεύσεως με το Πιστοποιητικό Τύπου Β’ που εκδίδει η στρατολογία της Ελλάδος, εφόσον το παιδί δεν έχει μείνει μετά την ηλικία των 11 ετών στην Ελλάδα πάνω από έξι μήνες εντός του ιδίου ημερολογιακού έτους.
Στην περίπτωση που το γεννηθέν εκτός Ελλάδος άρρεν τέκνο του Έλληνα ή της Ελληνίδος θελήσει να εγκατασταθεί μονίμως στην Ελλάδα πριν γίνει 45 ετών, η θητεία είναι μόνο τρεις μήνες, αν δεν έχει μειωθεί ή καταργηθεί μέχρι τότε.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Sunday, March 15, 2009
Επίδοση δικαστικής αποφάσεως στον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστου Ηλιόπουλου
Οι περισσότερες διαδικαστικές ενέργειες στο πλαίσιο μίας δίκης προϋποθέτουν έγκυρη επίδοση στον αντίδικο. Εάν δεν γίνει έγκυρη και εμπρόθεσμη επίδοση με δικαστικό επιμελητή στον αντίδικο, είναι πολύ πιθανό το δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα, την αγωγή, την έφεση ή το άλλο ένδικο μέσο που έχει ασκηθεί.
Η επίδοση με δικαστικό επιμελητή γίνεται συνήθως στην κατοικία του αντιδίκου, δηλ. στην διεύθυνση που είτε σε προηγούμενη δίκη είχε δηλώσει ως κατοικία του, είτε στην διεύθυνση που είναι γνωστό ότι κατοικεί ή διαμένει. Εάν ο αντίδικος είναι αγνώστου διαμονής, η επίδοση γίνεται με κοινοποίηση στον Εισαγγελέα της έδρας του δικαστηρίου όπου δικάζεται η υπόθεση και ακολούθως με δημοσιεύσεις σε εφημερίδα.
Όταν γίνει μία δίκη και εκδοθεί απόφαση από το δικαστήριο, ο διάδικος που έχασε δύναται να ασκήσει έφεση ή άλλο ένδικο μέσο, εάν πιστεύει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή ως προς την εφαρμογή του νόμου.
Η έφεση δεν ασκείται οποτεδήποτε, αλλά εντός προθεσμίας. Η προθεσμία για να ασκήσει έφεση ο ηττηθείς διάδικος είναι τριάντα ημέρες (σε κάποιες περιπτώσεις είναι μόνο δεκαπέντε ημέρες), από την επομένη ημέρα από εκείνη κατά την οποία του κοινοποιήθηκε από τον αντίδικο η δικαστική απόφαση. Εάν η απόφαση δεν κοινοποιηθεί ποτέ από τον ένα στον άλλο διάδικο, η προθεσμία είναι τρία χρόνια από την ημέρα δημοσιεύσεως της αποφάσεως από το δικαστήριο.
Εάν ο διάδικος διαμένει εκτός Ελλάδος, η προθεσμία της εφέσεως είναι εξήντα ημέρες από την ημέρα που του κοινοποιήθηκε η δικαστική απόφαση.
Καθίσταται σαφές, συνεπώς, ότι η κοινοποίηση της αποφάσεως έχει μεγάλη σημασία για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως. Η κοινοποίηση για να αποφέρει αποτελέσματα, δηλαδή για να αρχίσει να μετρά η προεσμία, πρέπει να έχει γίνει σωστά. Εάν δεν γίνει κατά τον σωστό τύπο, π.χ. εάν δεν γίνει στην σωστή διεύθυνση του αντιδίκου, δεν αρχίζει να μετρά η προθεσμία.
Η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε μπορεί να κοινοποιηθεί όχι μόνο στον αντίδικο, αλλά και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος τον εκπροσώπησε στο δικαστήριο όταν έγινε η δίκη. Αυτό έχει σημασία όταν η επίδοση στην κατοικία του αντιδίκου είναι δύσκολη, όπως στις περιπτώσεις όπου ο αντίδικος μένει εκτός Ελλάδος. Η επίδοση σε κάποιον που κατοικεί στο εξωτερικό είναι χρονοβόρος και ακριβότερη, εν σχέσει προς την επίδοση εντός Ελλάδος. Επομένως, η επίδοση όχι στον ίδιο τον διάδικο, αλλά στον δικηγόρο του, που η απόφαση γράφει ότι τον εκπροσώπησε, αποτελεί μία καλή και σίγουρη λύση για εκείνον που κέρδισε την δίκη και θέλει να αρχίσει η προθεσμία για το αν ο αντίδικός του θα ασκήσει έφεση ή όχι.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εάν εκδοθεί μία απόφαση στην Ελλάδα και ο διάδικος που μένει στο εξωτερικό ηττηθεί, ο αντίδικός του, που είναι κάτοικος Ελλάδος, επιθυμεί να κοινοποιήσει στον κάτοικο εξωτερικού την δικαστική απόφαση, ώστε να αρχίσει να μετρά η προθεσμία της εφέσεως και έτσι είτε να ασκηθεί έφεση από τον κάτοικο εξωτερικού εντός εξήντα ημερών, είτε να παρέλθει άπρακτος η προθεσμία της εφέσεως, οπότε η δικαστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικος και μπορεί να εκτελεσθεί.
Ο κάτοικος Ελλάδς, που κέρδισε την πρώτη δίκη και θέλει να κοινοποιήσει την απόφαση στον κάτοικο εξωτερικού, αντί να υποβληθεί σε πρόσθετα έξοδα και σε χρονοβόρες διαδικασίες για να προβεί σε επίδοση στο εξωτερικό, μπορεί να κοινοποιήσει την απόφαση στον δικηγόρο στην Ελλάδα του κατοίκου εξωτερικού. Αρκεί γι’ αυτό ο δικηγόρος να εκπροσώπησε τον ηττηθέντα διάδικο (κάτοικο εξωτερικού) στο δικαστήριο και αυτό να αναγράφεται στην δικαστική απόφαση. (Άρειος Πάγος, απόφαση 1078/2007).
Επομένως, ο ομογενής που έχει την κατοικία του εκτός Ελλάδος και έχει διεξαγάγει δίκη στην Ελλάδα πρέπει όχι μόνο να ενδιαφέρεται για το αν εκδόθηκε απόφαση από το δικαστήριο στην υπόθεσή του, αλλά και όταν μάθει ότι η εκδόθηκε δικαστική απόφαση να εντείνει την προσοχή του και την συνεργασία του με τον δικηγόρο του στην Ελλάδα, ώστε σε περίπτωση που ο αντίδικος προβεί σε επίδοση στον δικηγόρο του, να το μάθει εγκαίρως για να αποφασίσουν μαζί εάν πρέπει να ασκήσουν έφεση ή άλλο ένδικο μέσο.
Επίσης, ο ομογενής που έχει δίκη στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι σε τακτική επικοινωνία και με το Προξενείο της Ελλάδος κοντά στην κατοικία του, ώστε να μάθει εγκαίρως εάν κάποια δικαστική απόφαση που τον αφορά έχει εκδοθεί στην Ελλάδα και εάν ο αντίδικός του έχει στείλει μέσω Προξενείου αυτήν την δικαστική απόφαση προς κοινοποιήση σ’ αυτόν.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Η επίδοση με δικαστικό επιμελητή γίνεται συνήθως στην κατοικία του αντιδίκου, δηλ. στην διεύθυνση που είτε σε προηγούμενη δίκη είχε δηλώσει ως κατοικία του, είτε στην διεύθυνση που είναι γνωστό ότι κατοικεί ή διαμένει. Εάν ο αντίδικος είναι αγνώστου διαμονής, η επίδοση γίνεται με κοινοποίηση στον Εισαγγελέα της έδρας του δικαστηρίου όπου δικάζεται η υπόθεση και ακολούθως με δημοσιεύσεις σε εφημερίδα.
Όταν γίνει μία δίκη και εκδοθεί απόφαση από το δικαστήριο, ο διάδικος που έχασε δύναται να ασκήσει έφεση ή άλλο ένδικο μέσο, εάν πιστεύει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή ως προς την εφαρμογή του νόμου.
Η έφεση δεν ασκείται οποτεδήποτε, αλλά εντός προθεσμίας. Η προθεσμία για να ασκήσει έφεση ο ηττηθείς διάδικος είναι τριάντα ημέρες (σε κάποιες περιπτώσεις είναι μόνο δεκαπέντε ημέρες), από την επομένη ημέρα από εκείνη κατά την οποία του κοινοποιήθηκε από τον αντίδικο η δικαστική απόφαση. Εάν η απόφαση δεν κοινοποιηθεί ποτέ από τον ένα στον άλλο διάδικο, η προθεσμία είναι τρία χρόνια από την ημέρα δημοσιεύσεως της αποφάσεως από το δικαστήριο.
Εάν ο διάδικος διαμένει εκτός Ελλάδος, η προθεσμία της εφέσεως είναι εξήντα ημέρες από την ημέρα που του κοινοποιήθηκε η δικαστική απόφαση.
Καθίσταται σαφές, συνεπώς, ότι η κοινοποίηση της αποφάσεως έχει μεγάλη σημασία για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως. Η κοινοποίηση για να αποφέρει αποτελέσματα, δηλαδή για να αρχίσει να μετρά η προεσμία, πρέπει να έχει γίνει σωστά. Εάν δεν γίνει κατά τον σωστό τύπο, π.χ. εάν δεν γίνει στην σωστή διεύθυνση του αντιδίκου, δεν αρχίζει να μετρά η προθεσμία.
Η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε μπορεί να κοινοποιηθεί όχι μόνο στον αντίδικο, αλλά και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος τον εκπροσώπησε στο δικαστήριο όταν έγινε η δίκη. Αυτό έχει σημασία όταν η επίδοση στην κατοικία του αντιδίκου είναι δύσκολη, όπως στις περιπτώσεις όπου ο αντίδικος μένει εκτός Ελλάδος. Η επίδοση σε κάποιον που κατοικεί στο εξωτερικό είναι χρονοβόρος και ακριβότερη, εν σχέσει προς την επίδοση εντός Ελλάδος. Επομένως, η επίδοση όχι στον ίδιο τον διάδικο, αλλά στον δικηγόρο του, που η απόφαση γράφει ότι τον εκπροσώπησε, αποτελεί μία καλή και σίγουρη λύση για εκείνον που κέρδισε την δίκη και θέλει να αρχίσει η προθεσμία για το αν ο αντίδικός του θα ασκήσει έφεση ή όχι.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εάν εκδοθεί μία απόφαση στην Ελλάδα και ο διάδικος που μένει στο εξωτερικό ηττηθεί, ο αντίδικός του, που είναι κάτοικος Ελλάδος, επιθυμεί να κοινοποιήσει στον κάτοικο εξωτερικού την δικαστική απόφαση, ώστε να αρχίσει να μετρά η προθεσμία της εφέσεως και έτσι είτε να ασκηθεί έφεση από τον κάτοικο εξωτερικού εντός εξήντα ημερών, είτε να παρέλθει άπρακτος η προθεσμία της εφέσεως, οπότε η δικαστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικος και μπορεί να εκτελεσθεί.
Ο κάτοικος Ελλάδς, που κέρδισε την πρώτη δίκη και θέλει να κοινοποιήσει την απόφαση στον κάτοικο εξωτερικού, αντί να υποβληθεί σε πρόσθετα έξοδα και σε χρονοβόρες διαδικασίες για να προβεί σε επίδοση στο εξωτερικό, μπορεί να κοινοποιήσει την απόφαση στον δικηγόρο στην Ελλάδα του κατοίκου εξωτερικού. Αρκεί γι’ αυτό ο δικηγόρος να εκπροσώπησε τον ηττηθέντα διάδικο (κάτοικο εξωτερικού) στο δικαστήριο και αυτό να αναγράφεται στην δικαστική απόφαση. (Άρειος Πάγος, απόφαση 1078/2007).
Επομένως, ο ομογενής που έχει την κατοικία του εκτός Ελλάδος και έχει διεξαγάγει δίκη στην Ελλάδα πρέπει όχι μόνο να ενδιαφέρεται για το αν εκδόθηκε απόφαση από το δικαστήριο στην υπόθεσή του, αλλά και όταν μάθει ότι η εκδόθηκε δικαστική απόφαση να εντείνει την προσοχή του και την συνεργασία του με τον δικηγόρο του στην Ελλάδα, ώστε σε περίπτωση που ο αντίδικος προβεί σε επίδοση στον δικηγόρο του, να το μάθει εγκαίρως για να αποφασίσουν μαζί εάν πρέπει να ασκήσουν έφεση ή άλλο ένδικο μέσο.
Επίσης, ο ομογενής που έχει δίκη στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι σε τακτική επικοινωνία και με το Προξενείο της Ελλάδος κοντά στην κατοικία του, ώστε να μάθει εγκαίρως εάν κάποια δικαστική απόφαση που τον αφορά έχει εκδοθεί στην Ελλάδα και εάν ο αντίδικός του έχει στείλει μέσω Προξενείου αυτήν την δικαστική απόφαση προς κοινοποιήση σ’ αυτόν.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Subscribe to:
Posts (Atom)