Όταν διεξάγεται μία αστική δίκη στην Ελλάδα (δηλ. όχι ποινική), καθένας από τους δύο αντιδίκους πρέπει να αποδείξει στο δικαστήριο την αλήθεια των ισχυρισμών του. Σε μία τέτοια δίκη ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έχουν συμβεί κάποια πραγματικά περιστατικά και ζητεί από το δικαστήριο να αναγνωρίσει μία νομική κατάσταση, ή να υποχρεώσει τον εναγόμενο να του καταβάλει χρήματα, ή να προβεί σε ορισμένη πράξη ή να αποφύγει κάποια πράξη, σε συμμόρφωση προς την δικαστική απόφαση.
Ο εναγόμενος, από την πλευρά του, ισχυρίζεται ότι έχουν συμβεί κάποια άλλα περιστατικά και ζητεί την διάγνωση κάποιων ίσως διαφορετικών νομικών σχέσεων. Όσα υποστηρίζουν ο ενάγων και ο εναγόμενος αναφέρονται στην αγωγή και στις προτάσεις τους, που συντάσσουν και καταθέτουν οι δικηγόροι τους στο δικαστήριο.
Το εάν είναι ακριβείς αυτοί οι ισχυρισμοί τους και σε ποιόν βαθμό διαπιστώνεται από το Δικαστήριο στην διαδικασία των αποδείξεων. Βασικό αποδεικτικό μέσο είναι οι μάρτυρες. Οι μάρτυρες εξετάζονται στο ακροατήριο του δικαστηρίου, όπου τους γίνονται ερωτήσεις από τους δικαστές, ακολούθως δε από τους δικηγόρους των δύο πλευρών.
Συνήθως στις αστικές δίκες στην Ελλάδα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου εξετάζεται ένας μόνο μάρτυρας από κάθε πλευρά. Εάν τα μέρη έχουν κι άλλους μάρτυρες, μπορούν να ακολουθήσουν την διαδικασία της Ενόρκου Βεβαιώσεως (affidavit, deposition, statement), που δεν γίνεται την ώρα της δίκης, αλλά σε προηγούμενη μέρα, σε άλλο χώρο, που είναι το Ειρηνοδικείο, ή το γραφείο ενός συμβολαιογράφου, ή το Προξενείο της Ελλάδος σε μία άλλη χώρα.
Για να έχουν αξία οι ένορκες βεβαιώσεις πρέπει η αντίπαλη πλευρά να ειδοποιηθεί επισήμως με δικαστικό επιμελητή για τον τόπο και τον χρόνο της ενόρκου βεβαιώσεως τουλάχιστον δύο εργάσιμες ημέρες πριν την υπογραφή της ενόρκου βεβαιώσεως. Εάν δηλαδή η ένορκη βεβαίωση έχει ορισθεί για την Παρασκευή στις 9.30 το πρωί στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ο δικαστικός επιμελητής πρέπει να έχει επιδώσει την κλήση στον αντίδικο το αργότερο μέχρι την προηγούμενη Τρίτη, άλλως η ένορκη βεβαίωση δεν θα ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο.
Σε ορισμένες δίκες στην Ελλάδα η προθεσμία για την επίδοση της κλήσης στον αντίδικο δεν είναι δύο, αλλά μία μόνο εργάσιμη ημέρα πριν από την ένορκη βεβαίωση.
Εάν ο μάρτυρας που θέλουμε να υπογράψει την ένορκη βεβαίωση διαμένει εκτός Ελλάδος, η διαδικασία της ενόρκου βεβαιώσεως γίνεται στο Προξενείο. Σ’αυτήν την περίπτωση ο αντίδικος θα πρέπει να ειδοποιηθεί με κλήση από τον δικαστικό επιμελητή οκτώ τουλάχιστον ημέρες προ της ενόρκου βεβαιώσεως. Εάν επί παραδείγματι για ένα δικαστήριο που γίνεται στην Ελλάδα κάποιος διάδικος θα εξετάσει μάρτυρά του με ένορκη βεβαίωση στο Προξενείο της Ελλάδος στο Λός Άντζελες των ΗΠΑ, θα πρέπει να έχει επιδώσει την κλήση στον αντίδικο με δικαστικό επιμελητή το λιγότερο πριν από οκτώ εργάσιμες ημέρες.
Στην ένορκη βεβαίωση δεν γίνονται ερωτήσεις και απαντήσεις, όπως συμβαίνει στο ακροατήριο του δικαστηρίου. Στην ένορκη βεβαίωση έχει εκ των προτέρων συνταχθεί το κείμενο της καταθέσεως, το οποίο ο μάρτυρας πρέπει να διαβάσει καλά και να βεβαιώσει τον δικηγόρο και τον διάδικο υπέρ του οποίου καταθέτει ότι είναι αληθές.
Συνεπώς, ενώπιον του Ειρηνοδίκη, του Συμβολαιογράφου ή του Προξένου, ο μάρτυρας απλώς βεβαιώνει ότι έχει διαβάσει το κείμενο της ενόρκου βεβαιώσεως και ότι αυτό ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ακολούθως το υπογράφει και αποχωρεί, χωρίς ερωταπαντήσεις από τους διαδίκους. Για τον λόγο αυτό η ένορκη βεβαίωση δεν έχει την ίδια αποδεικτική αξία, όπως η κατάθεση του μάρτυρος που γίνεται στο δικαστήριο, διότι στην τελευταία περίπτωση, ο δικαστής έχει ενώπιόν του τον μάρτυρα και διαπιστώνει όχι μόνο τι απαντά, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο απαντά στις ερωτήσεις, το όλο παρουσιαστικό του, την διά ζώσης πειστικότητά του και την αξιοπιστία του επί των ερωτήσεων που του υποβάλλονται.
Αντιθέτως, στην ένορκη βεβαίωση ο μάρτυρας απλώς υπογράφει ένα εκ των προτέρων από τον δικηγόρο συνταχθέν κείμενο. Γι’ αυτό τα διάδικα μέρη συνήθως επιστρατεύουν τον καλύτερό τους μάρτυρα, ή εκείνον που γνωρίζει καλύτερα όσα πρέπει να κατατεθούν, για να τον εξετάσουν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ενώ συντάσσουν μόνο επιβοηθητικώς ένορκη βεβαίωση με τους μάρτυρες που ενισχύουν την θέση των διαδίκων, ή με εκείνους που δεν μπορούν να βρεθούν στο δικαστήριο την ημέρα της δίκης.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Sunday, March 15, 2009
Sunday, February 15, 2009
Αποζημίωση όταν η απαλλοτρίωση χειροτερεύει το εναπομένον ακίνητο του Χρήστου Ηλιόπουλου
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και το Σύνταγμα της Ελλάδος, που αμφότερα έχουν νομική ισχύ πάνω από τους απλούς νόμους που ψηφίζει η Βουλή, προστατεύουν την ιδιωτική περιουσία κάθε ανθρώπου ή νομικού προσώπου (εταιρείας, σωματείου κλπ.). Η προστασία αυτή σημαίνει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους όρους που προβλέπουν οι νόμοι και το διεθνές δίκαιο, δηλαδή πρωτίστως μετά απο πλήρη αποζημίωση.
Στον όρο περιουσία ή ιδιοκτησία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, όπως η κυριότητα επί ακινήτων, αλλά και τα ενοχικά, δηλαδή το δικαίωμα αποζημίωσης για ζημία ή μείωση αξίας που υφίσταται η περιουσία σου. Συνέπεια αυτής της προστασίας είναι ότι όταν το κράτος, με οποιαδήποτε μορφή αυτό δρα, είτε ως υπουργείο, είτε ως Δήμος κλπ., απαλλοτριώνει, δηλαδή σου αφαιρεί μέρος της περιουσίας σου για δημόσια ωφέλεια, δικαιούσαι πλήρους αποζημιώσεως, όσο αξίζει σε χρήμα αυτό που χάνεις.
Τα ανωτέρω ισχύουν όχι μόνο όταν απαλλοτριώνεται ένα ακίνητο, αλλά και όταν το εναπομένον ακίνητο, μετά την απαλλοτρίωση, είτε χάνει εντελώς, είτε μειώνεται σημαντικά η αξία του. Επί παραδείγματι, κάποιος μπορεί να έχει στην κυριότητά του ένα κτήμα 15 στρεμμάτων στην περιοχή της Κυπαρισσίας. Το κτήμα έχει ελιές και αμπέλια, κότες και κουνέλια και ο ιδιοκτήτης του έχει χτίσει σ’αυτό και επτά παραδοσιακά αγροτικά σπίτια, στα οποία έχει αναπτύξει επιχείρηση αγροτουρισμού.
Συγκεκριμένα, καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου, προσελκύει τουρίστες, που έρχονται στο κτήμα στην Κυπαρισσία όχι μόνο για να απολαύσουν τις άριστες κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής, να γευθούν το καλό φαγητό και να χαρούν ήλιο, θάλασσα και εκδρομές στα πανέμορφα βουνά της Πελοποννήσου, αλλά κυρίως για να ζήσουν από κοντά και να συμμετάσχουν στην τοπική αγροτική ζωή, στην συλλογή των ελιών, στην διαδικασία παραγωγής ελαιολάδου και στην συλλογή σταφυλιών, μέχρι την παραγωγή μούστου και κρασιού.
Όταν το κράτος αποφάσισε την κατασκευή ενός υπερσύγχρονου αυτοκινητοδρόμου στην Κυπαρισσία, από το κτήμα των 15 στρεμμάτων, απαλλοτριώνονται επισήμως μόνο 5 στρέμματα. Ωστόσο, ο ιδιοκτήτης της αγροτουριστικής αυτής μονάδας δεν χάνει μόνο τα 5 από τα 15 στρέμματα, αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Η εναπομένουσα έκταση των 10 στρεμμάτων καθίσταται άχρηστη πλέον ως τόπος που προσελκύει ξένους τουρίστες. Η αιτία είναι ότι με την κατασκευή και λειτουργία του αυτοκινητοδρόμου ακριβώς δίπλα στην αγροτουριστική μονάδα, αυτή, λόγω του θορύβου, των καυσαερίων και της οπτικής ρύπανσης, δεν μπορεί πλέον να επιλεγεί ως παραδοσιακός τόπος απόλαυσης ησυχίας και παραδοσιακής αγροτικής ζωής. Επομένως, η αγροτουριστική επιχείρηση καταστρέφεται.
Όταν λοιπόν το κράτος έρθει να αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη του ακινήτου μόνο για τα 5 από τα 15 στρέμματα, ο ιδιοκτήτης δικαιούται να ζητήσει στο δικαστήριο πρόσθετη αποζημίωση για τα υπόλοιπα 10 στρέμματα με τα σπίτια και τις εγκαταστάσεις που του απομένουν, τα οποία χάνουν πάνω από το 90% της αξίας τους, λόγω της κατασκευής και λειτουγρίας του αυτοκινητοδρόμου.
Και μία λεπτομέρεια: ο νόμος στην Ελλάδα ορίζει ότι ο ιδιοκτήτης πρέπει να ζητήσει την πρόσθετη αποζημίωση για το εναπομένον τμήμα που χάνει την αξία του, στην ίδια δίκη με την οποία ορίζεται η τιμή μονάδος για το επισήμως απαλλοτριούμενο τμήμα. Εάν δεν ζητήσει την πρόσθετη αποζημίωση στο ίδιο δικαστήριο με την ίδια αίτηση, δεν μπορεί να την ζητήσει σε άλλη, ξεχωριστή δίκη. Αυτή είναι και η θέση του Αρείου Πάγου, όπως αναλύεται στην υπ’ αριθ. 627/2007 απόφασή του.
Ωστόσο, υπάρχει και η άποψη ότι ο απλός νόμος που υποχρεώνει τον ιδιοκτήτη να στερηθεί του δικαιώματός του σε πρόσθετη αποζημίωση για την μείωση της αξίας της εναπομένουσας έκτασης, εάν δεν την ζητήσει στην κυρίως δίκη για την τιμή μονάδος, έρχεται σε αντίθεση προς το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση που προστατεύουν κάθε περιουσία που χάνει ο ιδιοκτήτης και άρα καθίσταται ανίσχυρος. Επομένως, κατά την άποψη αυτή, ο ιδιοκτήτης δικαιούται να αξιώσει την πρόσθετη αποζημίωση ακόμα και σε ξεχωριστή δίκη, που μπορεί να λάβει χώρα μετά την δίκη για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως του τμήματος που το κράτος παίρνει για δημόσια ωφέλεια.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Στον όρο περιουσία ή ιδιοκτησία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, όπως η κυριότητα επί ακινήτων, αλλά και τα ενοχικά, δηλαδή το δικαίωμα αποζημίωσης για ζημία ή μείωση αξίας που υφίσταται η περιουσία σου. Συνέπεια αυτής της προστασίας είναι ότι όταν το κράτος, με οποιαδήποτε μορφή αυτό δρα, είτε ως υπουργείο, είτε ως Δήμος κλπ., απαλλοτριώνει, δηλαδή σου αφαιρεί μέρος της περιουσίας σου για δημόσια ωφέλεια, δικαιούσαι πλήρους αποζημιώσεως, όσο αξίζει σε χρήμα αυτό που χάνεις.
Τα ανωτέρω ισχύουν όχι μόνο όταν απαλλοτριώνεται ένα ακίνητο, αλλά και όταν το εναπομένον ακίνητο, μετά την απαλλοτρίωση, είτε χάνει εντελώς, είτε μειώνεται σημαντικά η αξία του. Επί παραδείγματι, κάποιος μπορεί να έχει στην κυριότητά του ένα κτήμα 15 στρεμμάτων στην περιοχή της Κυπαρισσίας. Το κτήμα έχει ελιές και αμπέλια, κότες και κουνέλια και ο ιδιοκτήτης του έχει χτίσει σ’αυτό και επτά παραδοσιακά αγροτικά σπίτια, στα οποία έχει αναπτύξει επιχείρηση αγροτουρισμού.
Συγκεκριμένα, καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου, προσελκύει τουρίστες, που έρχονται στο κτήμα στην Κυπαρισσία όχι μόνο για να απολαύσουν τις άριστες κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής, να γευθούν το καλό φαγητό και να χαρούν ήλιο, θάλασσα και εκδρομές στα πανέμορφα βουνά της Πελοποννήσου, αλλά κυρίως για να ζήσουν από κοντά και να συμμετάσχουν στην τοπική αγροτική ζωή, στην συλλογή των ελιών, στην διαδικασία παραγωγής ελαιολάδου και στην συλλογή σταφυλιών, μέχρι την παραγωγή μούστου και κρασιού.
Όταν το κράτος αποφάσισε την κατασκευή ενός υπερσύγχρονου αυτοκινητοδρόμου στην Κυπαρισσία, από το κτήμα των 15 στρεμμάτων, απαλλοτριώνονται επισήμως μόνο 5 στρέμματα. Ωστόσο, ο ιδιοκτήτης της αγροτουριστικής αυτής μονάδας δεν χάνει μόνο τα 5 από τα 15 στρέμματα, αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Η εναπομένουσα έκταση των 10 στρεμμάτων καθίσταται άχρηστη πλέον ως τόπος που προσελκύει ξένους τουρίστες. Η αιτία είναι ότι με την κατασκευή και λειτουργία του αυτοκινητοδρόμου ακριβώς δίπλα στην αγροτουριστική μονάδα, αυτή, λόγω του θορύβου, των καυσαερίων και της οπτικής ρύπανσης, δεν μπορεί πλέον να επιλεγεί ως παραδοσιακός τόπος απόλαυσης ησυχίας και παραδοσιακής αγροτικής ζωής. Επομένως, η αγροτουριστική επιχείρηση καταστρέφεται.
Όταν λοιπόν το κράτος έρθει να αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη του ακινήτου μόνο για τα 5 από τα 15 στρέμματα, ο ιδιοκτήτης δικαιούται να ζητήσει στο δικαστήριο πρόσθετη αποζημίωση για τα υπόλοιπα 10 στρέμματα με τα σπίτια και τις εγκαταστάσεις που του απομένουν, τα οποία χάνουν πάνω από το 90% της αξίας τους, λόγω της κατασκευής και λειτουγρίας του αυτοκινητοδρόμου.
Και μία λεπτομέρεια: ο νόμος στην Ελλάδα ορίζει ότι ο ιδιοκτήτης πρέπει να ζητήσει την πρόσθετη αποζημίωση για το εναπομένον τμήμα που χάνει την αξία του, στην ίδια δίκη με την οποία ορίζεται η τιμή μονάδος για το επισήμως απαλλοτριούμενο τμήμα. Εάν δεν ζητήσει την πρόσθετη αποζημίωση στο ίδιο δικαστήριο με την ίδια αίτηση, δεν μπορεί να την ζητήσει σε άλλη, ξεχωριστή δίκη. Αυτή είναι και η θέση του Αρείου Πάγου, όπως αναλύεται στην υπ’ αριθ. 627/2007 απόφασή του.
Ωστόσο, υπάρχει και η άποψη ότι ο απλός νόμος που υποχρεώνει τον ιδιοκτήτη να στερηθεί του δικαιώματός του σε πρόσθετη αποζημίωση για την μείωση της αξίας της εναπομένουσας έκτασης, εάν δεν την ζητήσει στην κυρίως δίκη για την τιμή μονάδος, έρχεται σε αντίθεση προς το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση που προστατεύουν κάθε περιουσία που χάνει ο ιδιοκτήτης και άρα καθίσταται ανίσχυρος. Επομένως, κατά την άποψη αυτή, ο ιδιοκτήτης δικαιούται να αξιώσει την πρόσθετη αποζημίωση ακόμα και σε ξεχωριστή δίκη, που μπορεί να λάβει χώρα μετά την δίκη για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως του τμήματος που το κράτος παίρνει για δημόσια ωφέλεια.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Wednesday, February 11, 2009
How to renounce your inheritance in Greece by Christos Iliopoulos
Usually, every heir entitled to an inheritance share wants to claim it by signing the necessary legal paperwork to obtain ownership of the inherited assets, in order to use, develop, or sell them. Most legal fights erupt once someone passes away, because each of the heirs wants to gain ownership over the largest possible share of the estate.
However, in some other cases what is happening is exactly the opposite. One or more heirs do not want to exercise their right to an inheritance for various reasons. Sometimes one of the siblings has received enough money or assets from the parents, so that when the parents pass away, that sibling wants to renounce his/her share, in favour of the other siblings.
Many people of Greek descent, who live outside of Greece, find that they are entitled to a share of their parents’ (or uncle’s – aunt’s etc.) inheritance in Greece, which they do not want to obtain. In most cases the heirs, who want to renounce their inheritance share, presume that they can do it whenever they choose, even years after the death of their parents, by signing a document stating that they do not want their share and, possibly, that they wish that their share goes to that sibling or that niece or nephew.
However, things under Greek law are not that simple. In Greece, you can’t validly renounce your inheritance share whenever you want. The basic principle is that you are entitled to renounce your share within a period of four months from the time you learned about the inheritance share. Usually, that means a period of four months from the time the deceased passed away, or four months from the time his/her will was probated at the court.
If the heir lives outside of Greece, or if the deceased died outside of Greece, the time limit within which you have the right to renounce your inheritance share is extended to one year. In order to renounce your share you must sign specific paperwork at the court in Greece, or at the Greek Consulate near your residence, outside of Greece. You can’t just write a letter to the other siblings expressing your will to renounce.
If you do not validly renounce the inheritance share which you are entitled to, within four or twelve months from the time you learned about the inheritance, it is presumed that you have accepted the inheritance. In other words, while to renounce your share you must actively sign documents at the court in Greece or at the Greek Consulate, to accept the inheritance you just have to let the time limit expire and then you are considered an heir to the inheritance.
There are many cases where one or more siblings advise that they do not want their share over the inheritance of their parents or of other relatives, who died many years ago in Greece, because they want to give their share to the other siblings or to their children. In such cases, those who want to renounce, can’t do it, because many years have passed, the time limit to renounce the inheritance has expired and now Greek law says that they have accepted the inheritance. In order to give up their share, they have to follow a different legal path.
What they have to do is officially accept their inheritance share in Greece and then, either immediately transfer it to the other heirs, or sell the common property to a third party and give all the money to the other heirs. This is done by signing, (either in person, or usually through a power of attorney), various court, tax and notary documents in Greece, by which the heir accepts his/her share first, becomes owner of the inherited property but subsequently gives it to the other heirs, by donation or other form of legal transfer.
Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court of Greece, LL.M.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Sunday, February 1, 2009
Σύμφωνο συμβίωσης στην Ελλάδα και διαζύγιο στα δύο χρόνια διάστασης των συζύγων
Μεγάλες αλλαγές επέφερε στο οικογενειακό δίκαιο πρόσφατος νόμος στην Ελλάδα. Επιγραμματικώς, η μία εκ των σημαντικών αλλαγών είναι η πρόβλεψη ότι διαζύγιο μπορεί να παίρνει πλέον ο ένας εκ των συζύγων εάν αποδείξει στο δικαστήριο ότι ζει χωριστά από τον σύζυγό του για χρονικό διάστημα δύο μόνο ετών.
Μέχρι σήμερα το διάστημα της διάστασης που απαιτούσε ο νόμος για να εκδοθεί διαζύγιο ήταν τέσσερα έτη. Με το νέο νόμο το διάστημα αυτό περιορίζεται στο μισό, επομένως το διαζύγιο γίνεται ευκολώτερο σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, όταν ο ένας επιθυμεί την λύση του γάμου, αλλά ο άλλος δεν συμφωνεί στο διαζύγιο.
Είναι δεδομένο ότι εάν και οι δύο σύζυγοι συμφωνούν στο διαζύγιο, καταφεύγουν στην λύση του συναινετικού διαζυγίου, χωρίς αντιδικία, αρκεί να έχουν μείνει παντρεμένοι τουλάχιστον για ένα έτος. Εάν, όμως, ο ένας εκ των συζύγων δεν επιθυμεί διαζύγιο, ο άλλος σύζυγος μπορεί, παρά την άρνηση του άλλου, να ασκήσει αγωγή στο δικαστήριο και να επιτύχει την λύση του γάμου τους, εφόσον αποδείξει στο δικαστήριο ότι βρίσκονται σε διάσταση για τουλάχιστον δύο έτη.
Σημειώνεται ότι τα δύο έτη πρέπει να έχουν συμπληρωθεί κατά την ημέρα συζήτησης της υπόθεσης στο δικαστήριο. Αυτό σημαίνει ότι αγωγή διαζυγίου λόγω διετούς διάστασης μπορεί να κατατεθεί ακόμα και μετά από 12 ή 18 μήνες διάστασης των συζύγων, αρκεί κατά την ημερομηνία της δίκης να έχουν συμπληρωθεί τα δύο χρόνια διάστασης.
Η άλλη μεγάλη αλλαγή στο οικογενειακό δίκαιο είναι η εισαγωγή στην ελληνική έννομη τάξη του θεσμού του συμφώνου συμβίωσης, για ετερόφυλα ζευγάρια. Το σύμφωνο συμβίωσης είναι μία συμφωνία δύο προσώπων, άνδρα και γυναίκας (όχι δύο ανδρών, ούτε δύο γυναικών), ότι θέλουν να ζουν μαζί, αλλά δεν θέλουν να συνάψουν γάμο μεταξύ τους. Η σύμβαση αυτή υπογράφεται, μόνο αυτοπροσώπως, από τους δύο συμβαλλομένους, ενώπιον συμβολαιογράφου και καταχωρίζεται στο Ληξιαρχείο.
Δεν μπορεί κάποιος να συνάψει σύμφωνο συμβίωσης εάν είναι ήδη παντρεμένος, ούτε εάν έχει ήδη συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με άλλο πρόσωπο. Δεν επιτρέπεται σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ συγγενών μέχρι πρώτα ξαδέρφια.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται όταν και οι δύο συμβιούντες υπογράψουν αυτοπροσώπως σε συμβολαιογράφο την λύση του συμφώνου και την καταθέσουν στο Ληξιαρχείο. Μπορεί όμως και ο ένας εκ των δύο συμβιούντων να υπογράψει σε συμβολαιογράφο μονομερή λύση του συμφώνου και να την κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή στον άλλον.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται αυτοδικαίως εάν οι συμβιούντες συνάψουν γάμο μεταξύ τους, ή έστω ένας εξ αυτών συνάψει γάμο με τρίτον.
Το σύμφωνο συμβίωσης δεν μεταβάλλει το επώνυμο των συμβληθέντων. Ο καθένας μπορεί, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος, να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.
Τέκνο που γεννήθηκε κατά την διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης, ή εντός τριακοσίων ημερών από την λύση ή την ακύρωσή του, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατήρτισε το σύμφωνο. Το τεκμήριο βεβαίως μπορεί να ανατραπεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, που θα ορίζει ότι το παιδί έχει άλλον πατέρα.
Εάν ένας εκ των συμβληθέντων στο σύμφωνο συμβίωσης αποβιώσει χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο άλλος συμβληθείς κληρονομεί το ένα έκτο της περιουσίας που άφησε ο θανών, εάν υπάρχουν και παιδιά ή γονείς του θανόντος, ενώ κληρονομεί το ένα τρίτο, εάν δεν υπάρχουν παιδιά ή γονείς, αλλά άλλοι συγγενείς (π.χ. αδέλφια του θανόντος κλπ.). Εάν δεν υπάρχει κανένας συγγενής του κληρονομουμένου, εκείνος που είχε συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με τον θανόντα, λαμβάνει όλη την κληρονομία του.
Εάν ο ένας εκ των συμβιούντων αφήσει διαθήκη, με την οποία δεν αφήνει τίποτα στον άλλον, εκείνος έχει δικαίωμα νομίμου μοίρας στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, όπως συμβαίνει και μεταξύ των συζύγων που έχουν συνάψει γάμο.
Ο νέος νόμος περιλαμβάνει ασφαλώς πολλές λεπτομερείς διατάξεις, που δεν μπορούν να αναλυθούν στο παρόν άρθρο, το οποίο αποτελεί μία περιληπτική αναφορά των βασικών αλλαγών και καινοτομιών της νέας νομοθεσίας στην Ελλάδα στο οικογενειακό δίκαιο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Μέχρι σήμερα το διάστημα της διάστασης που απαιτούσε ο νόμος για να εκδοθεί διαζύγιο ήταν τέσσερα έτη. Με το νέο νόμο το διάστημα αυτό περιορίζεται στο μισό, επομένως το διαζύγιο γίνεται ευκολώτερο σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, όταν ο ένας επιθυμεί την λύση του γάμου, αλλά ο άλλος δεν συμφωνεί στο διαζύγιο.
Είναι δεδομένο ότι εάν και οι δύο σύζυγοι συμφωνούν στο διαζύγιο, καταφεύγουν στην λύση του συναινετικού διαζυγίου, χωρίς αντιδικία, αρκεί να έχουν μείνει παντρεμένοι τουλάχιστον για ένα έτος. Εάν, όμως, ο ένας εκ των συζύγων δεν επιθυμεί διαζύγιο, ο άλλος σύζυγος μπορεί, παρά την άρνηση του άλλου, να ασκήσει αγωγή στο δικαστήριο και να επιτύχει την λύση του γάμου τους, εφόσον αποδείξει στο δικαστήριο ότι βρίσκονται σε διάσταση για τουλάχιστον δύο έτη.
Σημειώνεται ότι τα δύο έτη πρέπει να έχουν συμπληρωθεί κατά την ημέρα συζήτησης της υπόθεσης στο δικαστήριο. Αυτό σημαίνει ότι αγωγή διαζυγίου λόγω διετούς διάστασης μπορεί να κατατεθεί ακόμα και μετά από 12 ή 18 μήνες διάστασης των συζύγων, αρκεί κατά την ημερομηνία της δίκης να έχουν συμπληρωθεί τα δύο χρόνια διάστασης.
Η άλλη μεγάλη αλλαγή στο οικογενειακό δίκαιο είναι η εισαγωγή στην ελληνική έννομη τάξη του θεσμού του συμφώνου συμβίωσης, για ετερόφυλα ζευγάρια. Το σύμφωνο συμβίωσης είναι μία συμφωνία δύο προσώπων, άνδρα και γυναίκας (όχι δύο ανδρών, ούτε δύο γυναικών), ότι θέλουν να ζουν μαζί, αλλά δεν θέλουν να συνάψουν γάμο μεταξύ τους. Η σύμβαση αυτή υπογράφεται, μόνο αυτοπροσώπως, από τους δύο συμβαλλομένους, ενώπιον συμβολαιογράφου και καταχωρίζεται στο Ληξιαρχείο.
Δεν μπορεί κάποιος να συνάψει σύμφωνο συμβίωσης εάν είναι ήδη παντρεμένος, ούτε εάν έχει ήδη συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με άλλο πρόσωπο. Δεν επιτρέπεται σύμφωνο συμβίωσης μεταξύ συγγενών μέχρι πρώτα ξαδέρφια.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται όταν και οι δύο συμβιούντες υπογράψουν αυτοπροσώπως σε συμβολαιογράφο την λύση του συμφώνου και την καταθέσουν στο Ληξιαρχείο. Μπορεί όμως και ο ένας εκ των δύο συμβιούντων να υπογράψει σε συμβολαιογράφο μονομερή λύση του συμφώνου και να την κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή στον άλλον.
Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται αυτοδικαίως εάν οι συμβιούντες συνάψουν γάμο μεταξύ τους, ή έστω ένας εξ αυτών συνάψει γάμο με τρίτον.
Το σύμφωνο συμβίωσης δεν μεταβάλλει το επώνυμο των συμβληθέντων. Ο καθένας μπορεί, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος, να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.
Τέκνο που γεννήθηκε κατά την διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης, ή εντός τριακοσίων ημερών από την λύση ή την ακύρωσή του, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατήρτισε το σύμφωνο. Το τεκμήριο βεβαίως μπορεί να ανατραπεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, που θα ορίζει ότι το παιδί έχει άλλον πατέρα.
Εάν ένας εκ των συμβληθέντων στο σύμφωνο συμβίωσης αποβιώσει χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο άλλος συμβληθείς κληρονομεί το ένα έκτο της περιουσίας που άφησε ο θανών, εάν υπάρχουν και παιδιά ή γονείς του θανόντος, ενώ κληρονομεί το ένα τρίτο, εάν δεν υπάρχουν παιδιά ή γονείς, αλλά άλλοι συγγενείς (π.χ. αδέλφια του θανόντος κλπ.). Εάν δεν υπάρχει κανένας συγγενής του κληρονομουμένου, εκείνος που είχε συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με τον θανόντα, λαμβάνει όλη την κληρονομία του.
Εάν ο ένας εκ των συμβιούντων αφήσει διαθήκη, με την οποία δεν αφήνει τίποτα στον άλλον, εκείνος έχει δικαίωμα νομίμου μοίρας στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, όπως συμβαίνει και μεταξύ των συζύγων που έχουν συνάψει γάμο.
Ο νέος νόμος περιλαμβάνει ασφαλώς πολλές λεπτομερείς διατάξεις, που δεν μπορούν να αναλυθούν στο παρόν άρθρο, το οποίο αποτελεί μία περιληπτική αναφορά των βασικών αλλαγών και καινοτομιών της νέας νομοθεσίας στην Ελλάδα στο οικογενειακό δίκαιο.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Tuesday, January 20, 2009
Τα περιουσιακά των συζύγων μετά το διαζύγιο του Χρήστου Ηλιόπουλου
Όλο και πιο πολλά είναι τα διαζύγια στην Ελλάδα, επομένως όλο και πιο συχνά εμφανίζεται η ανάγκη της ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων μετά το διαζύγιο. Ο κάθε σύζυγος δικαιούται να ασκήσει αγωγή στο δικαστήριο κατά του άλλου συζύγου ζητώντας μέρος της αυξήσεως της περιουσίας του άλλου συζύγου εντός προθεσμίας δύο ετών από τότε που λύθηκε ο μεταξύ τους γάμος. Εάν παρέλθει η προθεσμία αυτή, τότε ο σύζυγος χάνει το δικαιώμά του να ζητήσει συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου.
Η βασική αρχή στην ρύθμιση των οικονομικών θεμάτων των (πρώην) συζύγων είναι ότι ο σύζυγος που συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, όσο διήρκεσε ο μεταξύ τους γάμος, δικαιούται να λάβει πίσω όσα ωφελήθηκε ο άλλος σύζυγος από την συμβολή αυτή.
Η μέτρηση της αύξησης της περιουσίας του ενός συζύγου γίνεται ως εξής: Υπολογίζεται πρώτα ποιά ήταν η αξία όλων των περιουσιακών στοιχείων του κατά την ημέρα που έλαβε χώρα ο γάμος. Ακολούθως, υπολογίζεται η αξία της περιουσίας του κατά τον χρόνο της λύσης του γάμου, δηλ. του διαζυγίου. Εάν έχει προκύψει αύξηση, τότε ο άλλος σύζυγος δικαιούται να ζητήσει ένα μέρος της αυξήσεως αυτής, αναλόγως του πόσο συνέβαλε στην αύξηση αυτή. Δεν υπολογίζονται στην αύξηση κληρονομιές ή δωρεές που έλαβε ο σύζυγος όσο διαρκούσε ο γάμος, ούτε τα χρήματα που τυχόν εισέπραξε από την πώληση περιουσίας που είχε λάβει από κληρονομιά ή δωρεά.
Επί παραδείγματι, εάν κατά τον χρόνο του γάμου του ο ένας σύζυγος είχε περιουσία, ήτοι κινητά, ακίνητα, τραπεζικούς λογαριασμούς, μετοχές κλπ. αξίας 180.000 ευρώ, ενώ κατά τον χρόνο του διαζυγίου η περιουσία του αποτιμάται σε 330.000 ευρώ, η αύξηση της περιουσίας του είναι 330.000 μείον 180.000 = 150.000 ευρώ. Επί των 150.000 ευρώ ο άλλος σύζυγος δικαιούται να ζητήσει το ποσοστό κατά το οποίο συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή.
Ο νόμος στην Ελλάδα ξεκινάει από το ότι ο κάθε σύζυγος δικαιούται το 1/3 επί της αυξήσεως της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου. Επομένως, στο παράδειγμά μας, εάν η αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου ήταν 150.000 ευρώ, ο νόμος επιτρέπει στον άλλον να αξιώσει κατ’ αρχάς το 1/3, δηλ. 50.000 ευρώ. Αυτό όμως δεν απαγορεύει στον κάθε σύζυγο να αποδείξει ότι η συμμετοχή του άλλου συζύγου ήταν μικρότερη ή μεγαλύτερη από το 1/3. Ο σύζυγος του οποίου η περιουσία αυξήθηκε μπορεί να αποδείξει ότι ο άλλος σύζυγος δεν τον βοήθησε καθόλου κατά την διάρκεια της κοινής ζωής τους, άρα ότι ο άλλος δεν δικαιούται ούτε το 1/3. Ο άλλος σύζυγος, αντιθέτως, θα επιδιώξει να αποδείξει ότι συνέβαλε πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, άρα δικαιούται ποσοστού μεγαλύτερου του 1/3, πχ. δικαιούται το μισό της αυξήσεως της περιουσίας του άλλου.
Στην υπ΄αριθ. 1105/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου προέκυψε ζήτημα εάν στην αξία της περιουσίας που έχει ο ένας σύζυγος κατά τον χρόνο του διαζυγίου πρέπει να υπολογισθεί και ο κοινός λογαριασμός που έχει με κάποιον τρίτον, π.χ. έναν συνεταίρο του, ή ένα συγγενικό του πρόσωπο.
Το δικαστήριο απάντησε στο ερώτημα κατ’ αρχάς καταφατικώς, λέγοντας ότι αφού ο σύζυγος δικαιούται να πάρει από την τράπεζα από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό ακόμα και ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού, ασφαλώς και πρέπει αυτό το ποσό να προστεθεί στην αξία της περιουσίας τους. Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος διευκρίνισε ότι ο σύζυγος που έχει τον κοινό λογαριασμό με τον τρίτον, μπορεί να αποδείξει ότι από τα χρήματα του κοινού λογαρισμού δεν δικαιούται ολόκληρο το ποσό, αλλά μόνο ένα τμήμα του. Μπορεί δηλαδή να αποδείξει ότι ο κοινός λογαριασμός είναι με τον συνεταίρο του σε μία εταιρεία, ότι ο κοινός λογαριασμός περιλαμβάνει τα κέρδη τους από την κοινή τους επιχείρηση και ότι κατά το καταστατικό της εταιρείας τους ο σύζυγος έχει λαμβάνειν μόνο το 35% των κερδών.
Εάν ο ισχυρισμός αυτός αποδειχθεί αληθής, τότε στην περιουσία του συζύγου δεν θα υπολογισθεί ολόκληρο το ποσό του κοινού λογαριασμού, αλλά μόνο το 35% του ποσού αυτού. Το 35% του κοινού λογαριασμού θα προστεθεί στα άλλα περιουσιακά στοιχεία που έχει κατά τον χρόνο του διαζυγίου ο σύζυγος και αφού αφαιρεθεί η αξία της περιουσίας που είχε όταν έγινε ο γάμος, θα εξευρεθεί το πόσο αυξήθηκε η περιουσία του. Επί του ποσού της αυξήσεως, ο άλλος σύζυγος θα επιδιώξει να λάβει όσο μεγαλύτερο τμήμα, ακόμα και πάνω από το 1/3, ενώ ο σύζυγος του οποίου αυξήθηκε η περιουσία θα επιδιώξει να ελαχιστοποιήσει την συμμετοχή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Η βασική αρχή στην ρύθμιση των οικονομικών θεμάτων των (πρώην) συζύγων είναι ότι ο σύζυγος που συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, όσο διήρκεσε ο μεταξύ τους γάμος, δικαιούται να λάβει πίσω όσα ωφελήθηκε ο άλλος σύζυγος από την συμβολή αυτή.
Η μέτρηση της αύξησης της περιουσίας του ενός συζύγου γίνεται ως εξής: Υπολογίζεται πρώτα ποιά ήταν η αξία όλων των περιουσιακών στοιχείων του κατά την ημέρα που έλαβε χώρα ο γάμος. Ακολούθως, υπολογίζεται η αξία της περιουσίας του κατά τον χρόνο της λύσης του γάμου, δηλ. του διαζυγίου. Εάν έχει προκύψει αύξηση, τότε ο άλλος σύζυγος δικαιούται να ζητήσει ένα μέρος της αυξήσεως αυτής, αναλόγως του πόσο συνέβαλε στην αύξηση αυτή. Δεν υπολογίζονται στην αύξηση κληρονομιές ή δωρεές που έλαβε ο σύζυγος όσο διαρκούσε ο γάμος, ούτε τα χρήματα που τυχόν εισέπραξε από την πώληση περιουσίας που είχε λάβει από κληρονομιά ή δωρεά.
Επί παραδείγματι, εάν κατά τον χρόνο του γάμου του ο ένας σύζυγος είχε περιουσία, ήτοι κινητά, ακίνητα, τραπεζικούς λογαριασμούς, μετοχές κλπ. αξίας 180.000 ευρώ, ενώ κατά τον χρόνο του διαζυγίου η περιουσία του αποτιμάται σε 330.000 ευρώ, η αύξηση της περιουσίας του είναι 330.000 μείον 180.000 = 150.000 ευρώ. Επί των 150.000 ευρώ ο άλλος σύζυγος δικαιούται να ζητήσει το ποσοστό κατά το οποίο συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή.
Ο νόμος στην Ελλάδα ξεκινάει από το ότι ο κάθε σύζυγος δικαιούται το 1/3 επί της αυξήσεως της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου. Επομένως, στο παράδειγμά μας, εάν η αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου ήταν 150.000 ευρώ, ο νόμος επιτρέπει στον άλλον να αξιώσει κατ’ αρχάς το 1/3, δηλ. 50.000 ευρώ. Αυτό όμως δεν απαγορεύει στον κάθε σύζυγο να αποδείξει ότι η συμμετοχή του άλλου συζύγου ήταν μικρότερη ή μεγαλύτερη από το 1/3. Ο σύζυγος του οποίου η περιουσία αυξήθηκε μπορεί να αποδείξει ότι ο άλλος σύζυγος δεν τον βοήθησε καθόλου κατά την διάρκεια της κοινής ζωής τους, άρα ότι ο άλλος δεν δικαιούται ούτε το 1/3. Ο άλλος σύζυγος, αντιθέτως, θα επιδιώξει να αποδείξει ότι συνέβαλε πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, άρα δικαιούται ποσοστού μεγαλύτερου του 1/3, πχ. δικαιούται το μισό της αυξήσεως της περιουσίας του άλλου.
Στην υπ΄αριθ. 1105/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου προέκυψε ζήτημα εάν στην αξία της περιουσίας που έχει ο ένας σύζυγος κατά τον χρόνο του διαζυγίου πρέπει να υπολογισθεί και ο κοινός λογαριασμός που έχει με κάποιον τρίτον, π.χ. έναν συνεταίρο του, ή ένα συγγενικό του πρόσωπο.
Το δικαστήριο απάντησε στο ερώτημα κατ’ αρχάς καταφατικώς, λέγοντας ότι αφού ο σύζυγος δικαιούται να πάρει από την τράπεζα από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό ακόμα και ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού, ασφαλώς και πρέπει αυτό το ποσό να προστεθεί στην αξία της περιουσίας τους. Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος διευκρίνισε ότι ο σύζυγος που έχει τον κοινό λογαριασμό με τον τρίτον, μπορεί να αποδείξει ότι από τα χρήματα του κοινού λογαρισμού δεν δικαιούται ολόκληρο το ποσό, αλλά μόνο ένα τμήμα του. Μπορεί δηλαδή να αποδείξει ότι ο κοινός λογαριασμός είναι με τον συνεταίρο του σε μία εταιρεία, ότι ο κοινός λογαριασμός περιλαμβάνει τα κέρδη τους από την κοινή τους επιχείρηση και ότι κατά το καταστατικό της εταιρείας τους ο σύζυγος έχει λαμβάνειν μόνο το 35% των κερδών.
Εάν ο ισχυρισμός αυτός αποδειχθεί αληθής, τότε στην περιουσία του συζύγου δεν θα υπολογισθεί ολόκληρο το ποσό του κοινού λογαριασμού, αλλά μόνο το 35% του ποσού αυτού. Το 35% του κοινού λογαριασμού θα προστεθεί στα άλλα περιουσιακά στοιχεία που έχει κατά τον χρόνο του διαζυγίου ο σύζυγος και αφού αφαιρεθεί η αξία της περιουσίας που είχε όταν έγινε ο γάμος, θα εξευρεθεί το πόσο αυξήθηκε η περιουσία του. Επί του ποσού της αυξήσεως, ο άλλος σύζυγος θα επιδιώξει να λάβει όσο μεγαλύτερο τμήμα, ακόμα και πάνω από το 1/3, ενώ ο σύζυγος του οποίου αυξήθηκε η περιουσία θα επιδιώξει να ελαχιστοποιήσει την συμμετοχή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Monday, January 12, 2009
Δικαίωμα κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις σε μάρτυρα του Χρήστου Ηλιόπουλου
Ο κατηγορούμενος σε ποινική δίκη, (και στην Ελλάδα, όπως στις περισσότερες ανεπτυγμένες με νομικό πολιτισμό χώρες), είναι ιερό πρόσωπο, κατά την έννοια ότι, πρώτον, θεωρείται αθώος μέχρις αποδείξεως την ενοχής του και, δεύτερον, για να καταδικασθεί πρέπει να τηρηθούν ευλαβικώς σειρά διαδικασιών που εξασφαλίζουν την δίκαιη δίκη και την τήρηση των δικαιωμάτων του στην υπεράσπιση.
Μία από τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν είναι η απόδειξη της ενοχής του στην ακροαματική διαδικασία με αποδεικτικά στοιχεία. Στα αποδεικτικά στοιχεία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Οι μάρτυρες κατηγορίας εξετάζονται αρχικώς στην προδικασία, δηλαδή όταν αρχίζει η εξέταση της υποθέσεως από την δικαιοσύνη πολύ πριν γίνει το δικαστήριο. Η κατάθεση των μαρτύρων καταγράφεται από τον ανακριτή στην ένορκη κατάθεση, που αποτελεί μέρος της δικογραφίας.
Όταν έρθει η ώρα της δίκης, το ποινικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα, εφόσον αποτελεί μέρος της δικογραφίας. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει ο μάρτυρας κατηγορίας να εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου για να του υποβληθούν ερωτήσεις τόσο από τους δικαστές και τον εισαγγελέα, όσο και, κυρίως, από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορο υπερασπίσεως.
Εάν ο κατηγορούμενος ζητήσει να έρθει στο ακροατήριο του δικαστηρίου ο μάρτυρας κατηγορίας που είχε στην προδικασία καταθέσει εναντίον του και το αίτημα αυτό του κατηγορουμένου δεν ικανοποιηθεί από το δικαστήριο, με αποτέλεσμα ο μάρτυρας κατηγορίας να μην εξετασθεί στο δικαστήριο, αλλά μόνο να αναγνωσθεί η ένορκη κατάθεσή του που είχε ληφθεί μήνες ή χρόνια πριν κατά την προδικασία, τότε η τυχόν καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί από το δικαστήριο θα πάσχει ακυρότητα και ο κατηγορούμενος θα μπορεί να ασκήσει έφεση ή αναίρεση στον Άρειο Πάγο, για παραβίαση των δικαιωμάτων του.
Ασφαλώς, η ανάγκη αυτοπρόσωπης παρουσίας του μάρτυρος κατηγορίας στο δικαστήριο επιβάλλεται από το δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει τον μάρτυρα κατηγορίας στην βάσανο των ερωτήσεων από την πλευρά της υπερασπίσεως. Ο μάρτυρας κατηγορίας μπορεί να έχει καταθέσει επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο γεγονότα μήνες ή χρόνια πριν, κατά την αρχική έρευνα της υποθέσεως από την δικαιοσύνη, στο γραφείο του ανακριτή, χωρίς την παρουσία του συνηγόρου υπερασπίσεως, ο οποίος θα μπορούσε να του υποβάλει σημαντικές ερωτήσεις για την διαλεύκανση της υποθέσεως.
Αυτές τις ερωτήσεις δικαιούνται, ο κατηγορούμενος και η υπεράσπισή του, να υποβάλουν στον μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ώστε οι δικαστές να διαμορφώσουν ιδίαν αντίληψη περί των απαντήσεων και της γενικής αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρος. Ουδείς δύναται να αρνηθεί ότι άλλο είναι να διαβάζεις την στεγνή κατάθεση ενός μάρτυρος από το έγγραφο της ενόρκου καταθέσεως του και άλλο είναι να τον έχεις ενώπιόν σου, να κρίνεις συνολικώς την αξιοπιστία του και τον τρόπο που απαντά στις ερωτήσεις, την ευθύτητα ή την διστακτικότητά του, τόν τόνο της φωνής του, το πόσο κατηγορηματικός είναι, ή εάν αντιθέτως από τις απαντήσεις του συνάγεται αβεβαιότητα ή έλλειψη σιγουριάς για όσα καταθέτει εις βάρος του κατηγορουμένου.
Άλλωστε, το δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες κατηγορίας παρέχει το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που αποτελεί ελληνικό δίκαιο και εφαρμόζεται από όλα τα δικαστήρια στην Ελλάδα. (Απόφαση Αρείου Πάγου υπ’ αριθ. 1953/2007).
Κατ’ εξαίρεση, η κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας αναγιγνώσκεται στο δικαστήριο και δεν απαιτείται η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο ακροατήριο μόνο όταν είναι αδύνατη η εμφάνιση εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Μία από τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν είναι η απόδειξη της ενοχής του στην ακροαματική διαδικασία με αποδεικτικά στοιχεία. Στα αποδεικτικά στοιχεία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Οι μάρτυρες κατηγορίας εξετάζονται αρχικώς στην προδικασία, δηλαδή όταν αρχίζει η εξέταση της υποθέσεως από την δικαιοσύνη πολύ πριν γίνει το δικαστήριο. Η κατάθεση των μαρτύρων καταγράφεται από τον ανακριτή στην ένορκη κατάθεση, που αποτελεί μέρος της δικογραφίας.
Όταν έρθει η ώρα της δίκης, το ποινικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα, εφόσον αποτελεί μέρος της δικογραφίας. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει ο μάρτυρας κατηγορίας να εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου για να του υποβληθούν ερωτήσεις τόσο από τους δικαστές και τον εισαγγελέα, όσο και, κυρίως, από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορο υπερασπίσεως.
Εάν ο κατηγορούμενος ζητήσει να έρθει στο ακροατήριο του δικαστηρίου ο μάρτυρας κατηγορίας που είχε στην προδικασία καταθέσει εναντίον του και το αίτημα αυτό του κατηγορουμένου δεν ικανοποιηθεί από το δικαστήριο, με αποτέλεσμα ο μάρτυρας κατηγορίας να μην εξετασθεί στο δικαστήριο, αλλά μόνο να αναγνωσθεί η ένορκη κατάθεσή του που είχε ληφθεί μήνες ή χρόνια πριν κατά την προδικασία, τότε η τυχόν καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί από το δικαστήριο θα πάσχει ακυρότητα και ο κατηγορούμενος θα μπορεί να ασκήσει έφεση ή αναίρεση στον Άρειο Πάγο, για παραβίαση των δικαιωμάτων του.
Ασφαλώς, η ανάγκη αυτοπρόσωπης παρουσίας του μάρτυρος κατηγορίας στο δικαστήριο επιβάλλεται από το δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει τον μάρτυρα κατηγορίας στην βάσανο των ερωτήσεων από την πλευρά της υπερασπίσεως. Ο μάρτυρας κατηγορίας μπορεί να έχει καταθέσει επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο γεγονότα μήνες ή χρόνια πριν, κατά την αρχική έρευνα της υποθέσεως από την δικαιοσύνη, στο γραφείο του ανακριτή, χωρίς την παρουσία του συνηγόρου υπερασπίσεως, ο οποίος θα μπορούσε να του υποβάλει σημαντικές ερωτήσεις για την διαλεύκανση της υποθέσεως.
Αυτές τις ερωτήσεις δικαιούνται, ο κατηγορούμενος και η υπεράσπισή του, να υποβάλουν στον μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ώστε οι δικαστές να διαμορφώσουν ιδίαν αντίληψη περί των απαντήσεων και της γενικής αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρος. Ουδείς δύναται να αρνηθεί ότι άλλο είναι να διαβάζεις την στεγνή κατάθεση ενός μάρτυρος από το έγγραφο της ενόρκου καταθέσεως του και άλλο είναι να τον έχεις ενώπιόν σου, να κρίνεις συνολικώς την αξιοπιστία του και τον τρόπο που απαντά στις ερωτήσεις, την ευθύτητα ή την διστακτικότητά του, τόν τόνο της φωνής του, το πόσο κατηγορηματικός είναι, ή εάν αντιθέτως από τις απαντήσεις του συνάγεται αβεβαιότητα ή έλλειψη σιγουριάς για όσα καταθέτει εις βάρος του κατηγορουμένου.
Άλλωστε, το δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες κατηγορίας παρέχει το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που αποτελεί ελληνικό δίκαιο και εφαρμόζεται από όλα τα δικαστήρια στην Ελλάδα. (Απόφαση Αρείου Πάγου υπ’ αριθ. 1953/2007).
Κατ’ εξαίρεση, η κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας αναγιγνώσκεται στο δικαστήριο και δεν απαιτείται η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο ακροατήριο μόνο όταν είναι αδύνατη η εμφάνιση εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr
Tuesday, January 6, 2009
Προστασία δικαιωμάτων ομογενών για ακίνητα στην Ελλάδα του Χρήστου Ηλιόπουλου
Ο μεγαλύτερος ίσως φόβος των Ελλήνων ομογενών που διαμένουν μονίμως εκτός Ελλάδος και έχουν ακίνητα στην Πατρίδα είναι μήπως απωλέσουν την κυριότητα των ακινήτων τους ή γενικώς τα δικαιώματά τους, εξαιτίας της απουσίας τους από την Ελλαδα. Είναι αλήθεια ότι η μακροχρόνια απουσία του ιδιοκτήτη από τον τόπο όπου βρίσκεται το ακίνητό του μπορεί να του δημιουργήσει νομικά προβλήματα, ιδιαιτέρως εάν οι γείτονες ή οι συγγενείς που βρίσκονται κοντά στο ακίνητο επιβουλεύονται τα δικαιώματα του ομογενούς και επιδιώκουν να κάνουν το ακίνητο δικό τους.
Με ποιόν όμως τρόπο μπορεί ένας ομογενής να χάσει την κυριότητα του ακινήτου του στην Ελλάδα; Δεν αρκεί ότι έχει συμβόλαιο στο όνομά του που αποδεικνύει ότι το ακίνητο είναι δικό του;
Ασφαλώς και η σύνταξη συμβολαίων (αγοράς, δωρεάς, γονικής παροχής ή αποδοχής κληρονομίας) είναι η ορθή και νόμιμη οδός για να αποκτήσει ο ομογενής την κυριότητα του ακινήτου και να αισθάνεται ασφάλεια ότι η περουσία αυτή του ανήκει.
Ωστόσο, η μακρά απουσία του ομογενούς από τον τόπο όπου βρίσκεται το ακίνητο και η συνακόλουθη έλλειψη επιτήρησης, επίβλεψης και χρήσης του ακινήτου για μεγάλα χρονικά διαστήματα μπορεί να αποτελέσουν επιχείρημα για ισχυρισμό χρησικτησίας από κάποιους που επιβουλεύονται το ακίνητο. Ο νόμος στην Ελλάδα ορίζει ότι εάν κάποιος κατέχει το ακίνητο για τουλάχιστον είκοσι έτη με πρόθεση να το κάνει δικό του, αποκτά την κυριότητα αυτού, ακόμα κι αν ο πραγματικός (αρχικός) ιδιοκτήτης είχε συμβόλαιο στο όνομά του.
Ο νόμος αυτός ισχύει προκειμένου να αποτρέπεται η εγκατάλειψη των ακινήτων από τους ιδιοκτήτες τους, δηλ. η απόσυρση των ιδιοκτησιών από την οικονομική ζωή, προς βλάβη του κοινωνικού συνόλου. Με απλά λόγια, ο νόμος παρέχει ασφάλεια στον ιδιοκτήτη με το συμβόλαιο, ωστόσο επικρίνει τον αμελή ιδιοκτήτη που δεν εξουσιάζει και δεν εκμεταλλεύεται το ακίνητο του. Αντιθέτως, ο νόμος επιβραβεύει εκείνον που χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται το ακίνητο και μετά από είκοσι χρόνια, υπό προϋποθέσεις, του το δίνει ως δικό του.
Οι Έλληνες ομογενείς συνεπώς πρέπει να ενδιαφέρονται για τα ακίνητά τους στην Ελλάδα, να τα παρακολουθούν έστω και σε αραιά χρονικά διαστήματα, να τα επιβλέπουν και να τα προστατεύουν από τυχόν καταπατητές.
Υπάρχει μία ειδική περίπωση όπου ο ομογενής που ζει εκτός Ελλάδος δεν είναι ιδιοκτήτης του 100% ενός ακινήτου, αλλά έχει ένα ιδανικό μερίδιο σ’ αυτό, π.χ. έχει το 1/3. Τα άλλα 2/3 τα έχουν τα δύο αδέλφια του ή συγγενείς στην Ελλάδα που καλλιεργούν το ακίνητο. Συμβαίνει συχνά οι συγγενείς στην Ελλάδα να ιδιοποιούνται το ακίνητο, λέγοντας στον ομογενή ότι έχασε τα δικαιώματά του επειδή επί είκοσι έτη δεν άσκησε τα δικαιώματά του στο ακίνητο.
Σ’ αυτήν την περίπτωση ο ομογενής δεν μένει απροστάτευτος από το νόμο. Όταν ο ομογενής έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας επί ενός ακινήτου, ο άλλος συγκύριος του ακινήτου δεν δικαιούται να ισχυρισθεί ότι απέκτησε το ακίνητο με χρησικτησία επειδή επί είκοσι χρόνια καλλιεργεί ή χρησιμοποιεί γενικώς το ακίνητο. Ο συγκύριος που βρίσκεται στην Ελλάδα θα έπρεπε πρώτα να έχει γνωστοποιήσει στον ομογενή συγκύριο την πρόθεσή του να κατέχει το ακίνητο για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό και μόνο αν μετά την γνωστοποίηση αυτή περάσουν 20 χρόνια ο συγκύριος που βρίσκεται στην Ελλαδα αποκτά το ακίνητο με χρησικτησία και ο ομογενής χάνει το ποσοστό του.
Διαφορετικά, εάν δηλαδή δεν έχει γνωστοποιηθεί στον ομογενή η πρόθεση από τον συγγενή του στην Ελλάδα να πάρει όλο το ακίνητο δικό του, ο ομογενής δεν χάνει την ιδιοκτησία του, ακόμα κι αν έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από τότε που ο συγγενής στην Ελλάδα καλλιεργεί το ακίνητο.
Αυτό συμβαίνει διότι ο ομογενής αφήνει τον συγγενή ή τον συγκύριο του ακινήτου στην Ελλάδα να το καλλιεργεί με την πεποίθηση ότι το καλλιεργεί όχι μόνο για δικό του αποκλειστικώς λογαριασμό, αλλά και για λογαριασμό του ομογενούς που ζει εκτός Ελλάδος. Ο ομογενής δεν έχει τρόπο να καταλάβει τις προθέσεις του συγγενούς ή του συγκυρίου του ακινήτου περί αποκλειστικής χρήσεως του ακινήτου, άρα δεν μπορεί ο χρόνος της εικοσαετούς χρησικτησίας να αρχίσει να μετράει κατά του ομογενούς, προτού γνωστοποιηθεί στον τελευταίο η πρόθεση αποκλειστικής χρήσεως και ιδιοκτησίας του ακινήτου από τον συγκύριο που βρίσκεται στην Ελλάδα.
Προσοχή όμως. Ο ομογενής προστατεύεται κατά τον ανωτερώ tρόπο μόνο κατά την χρησικτησίας του συγκυρίου του ακινήτου. Δεν προστατεύεται από την χρησικτησία ενός ξένου, τρίτου, που δεν έχει καθόλου συγκυριότητα επί του ακινήτου και το καταπατά. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται γνωστοποίηση και ο ξένος μπορεί να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου με εικοσαετή νομή (χρησικτησία), διότι ο ομογενής θα έπρεπε να επιβλέπει το ακίνητό του και να μαθαίνει για το τι συμβαίνει σ’ αυτό αν όχι κάθε χρόνο, τουλάχιστον κάθε δύο ή τρία χρόνια, είτε προσωπικώς, ή τουλάχιστον μέσω εμπίστου εκπροσώπου στην Ελλάδα.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
Με ποιόν όμως τρόπο μπορεί ένας ομογενής να χάσει την κυριότητα του ακινήτου του στην Ελλάδα; Δεν αρκεί ότι έχει συμβόλαιο στο όνομά του που αποδεικνύει ότι το ακίνητο είναι δικό του;
Ασφαλώς και η σύνταξη συμβολαίων (αγοράς, δωρεάς, γονικής παροχής ή αποδοχής κληρονομίας) είναι η ορθή και νόμιμη οδός για να αποκτήσει ο ομογενής την κυριότητα του ακινήτου και να αισθάνεται ασφάλεια ότι η περουσία αυτή του ανήκει.
Ωστόσο, η μακρά απουσία του ομογενούς από τον τόπο όπου βρίσκεται το ακίνητο και η συνακόλουθη έλλειψη επιτήρησης, επίβλεψης και χρήσης του ακινήτου για μεγάλα χρονικά διαστήματα μπορεί να αποτελέσουν επιχείρημα για ισχυρισμό χρησικτησίας από κάποιους που επιβουλεύονται το ακίνητο. Ο νόμος στην Ελλάδα ορίζει ότι εάν κάποιος κατέχει το ακίνητο για τουλάχιστον είκοσι έτη με πρόθεση να το κάνει δικό του, αποκτά την κυριότητα αυτού, ακόμα κι αν ο πραγματικός (αρχικός) ιδιοκτήτης είχε συμβόλαιο στο όνομά του.
Ο νόμος αυτός ισχύει προκειμένου να αποτρέπεται η εγκατάλειψη των ακινήτων από τους ιδιοκτήτες τους, δηλ. η απόσυρση των ιδιοκτησιών από την οικονομική ζωή, προς βλάβη του κοινωνικού συνόλου. Με απλά λόγια, ο νόμος παρέχει ασφάλεια στον ιδιοκτήτη με το συμβόλαιο, ωστόσο επικρίνει τον αμελή ιδιοκτήτη που δεν εξουσιάζει και δεν εκμεταλλεύεται το ακίνητο του. Αντιθέτως, ο νόμος επιβραβεύει εκείνον που χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται το ακίνητο και μετά από είκοσι χρόνια, υπό προϋποθέσεις, του το δίνει ως δικό του.
Οι Έλληνες ομογενείς συνεπώς πρέπει να ενδιαφέρονται για τα ακίνητά τους στην Ελλάδα, να τα παρακολουθούν έστω και σε αραιά χρονικά διαστήματα, να τα επιβλέπουν και να τα προστατεύουν από τυχόν καταπατητές.
Υπάρχει μία ειδική περίπωση όπου ο ομογενής που ζει εκτός Ελλάδος δεν είναι ιδιοκτήτης του 100% ενός ακινήτου, αλλά έχει ένα ιδανικό μερίδιο σ’ αυτό, π.χ. έχει το 1/3. Τα άλλα 2/3 τα έχουν τα δύο αδέλφια του ή συγγενείς στην Ελλάδα που καλλιεργούν το ακίνητο. Συμβαίνει συχνά οι συγγενείς στην Ελλάδα να ιδιοποιούνται το ακίνητο, λέγοντας στον ομογενή ότι έχασε τα δικαιώματά του επειδή επί είκοσι έτη δεν άσκησε τα δικαιώματά του στο ακίνητο.
Σ’ αυτήν την περίπτωση ο ομογενής δεν μένει απροστάτευτος από το νόμο. Όταν ο ομογενής έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας επί ενός ακινήτου, ο άλλος συγκύριος του ακινήτου δεν δικαιούται να ισχυρισθεί ότι απέκτησε το ακίνητο με χρησικτησία επειδή επί είκοσι χρόνια καλλιεργεί ή χρησιμοποιεί γενικώς το ακίνητο. Ο συγκύριος που βρίσκεται στην Ελλάδα θα έπρεπε πρώτα να έχει γνωστοποιήσει στον ομογενή συγκύριο την πρόθεσή του να κατέχει το ακίνητο για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό και μόνο αν μετά την γνωστοποίηση αυτή περάσουν 20 χρόνια ο συγκύριος που βρίσκεται στην Ελλαδα αποκτά το ακίνητο με χρησικτησία και ο ομογενής χάνει το ποσοστό του.
Διαφορετικά, εάν δηλαδή δεν έχει γνωστοποιηθεί στον ομογενή η πρόθεση από τον συγγενή του στην Ελλάδα να πάρει όλο το ακίνητο δικό του, ο ομογενής δεν χάνει την ιδιοκτησία του, ακόμα κι αν έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από τότε που ο συγγενής στην Ελλάδα καλλιεργεί το ακίνητο.
Αυτό συμβαίνει διότι ο ομογενής αφήνει τον συγγενή ή τον συγκύριο του ακινήτου στην Ελλάδα να το καλλιεργεί με την πεποίθηση ότι το καλλιεργεί όχι μόνο για δικό του αποκλειστικώς λογαριασμό, αλλά και για λογαριασμό του ομογενούς που ζει εκτός Ελλάδος. Ο ομογενής δεν έχει τρόπο να καταλάβει τις προθέσεις του συγγενούς ή του συγκυρίου του ακινήτου περί αποκλειστικής χρήσεως του ακινήτου, άρα δεν μπορεί ο χρόνος της εικοσαετούς χρησικτησίας να αρχίσει να μετράει κατά του ομογενούς, προτού γνωστοποιηθεί στον τελευταίο η πρόθεση αποκλειστικής χρήσεως και ιδιοκτησίας του ακινήτου από τον συγκύριο που βρίσκεται στην Ελλάδα.
Προσοχή όμως. Ο ομογενής προστατεύεται κατά τον ανωτερώ tρόπο μόνο κατά την χρησικτησίας του συγκυρίου του ακινήτου. Δεν προστατεύεται από την χρησικτησία ενός ξένου, τρίτου, που δεν έχει καθόλου συγκυριότητα επί του ακινήτου και το καταπατά. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται γνωστοποίηση και ο ξένος μπορεί να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου με εικοσαετή νομή (χρησικτησία), διότι ο ομογενής θα έπρεπε να επιβλέπει το ακίνητό του και να μαθαίνει για το τι συμβαίνει σ’ αυτό αν όχι κάθε χρόνο, τουλάχιστον κάθε δύο ή τρία χρόνια, είτε προσωπικώς, ή τουλάχιστον μέσω εμπίστου εκπροσώπου στην Ελλάδα.
Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
Subscribe to:
Posts (Atom)