Saturday, March 28, 2015

Πώς περιγράφουμε του ακίνητο που διεκδικούμε στο Δικαστήριο

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Εκείνος που είναι κύριος, δηλ. ιδιοκτήτης ενός ακινήτου, δικαιούται να το χρησιμοποιεί με κάθε νόμιμο τρόπο, να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα και τις ιδιότητές του, αλλά και να το προστατεύει από κάθε μη δικαιούχο που είτε αμφισβητεί την κυριότητα του ιδιοκτήτη, είτε το καταπατά, ολόκληρο ή τμήμα του. Ειδικώς όταν πρόκειται για καταπάτηση τμήματος ενός ακινήτου, η περιγραφή στο δικαστήριο του τμήματος, που είναι μέρος του μεγαλυτέρου ακινήτου, πρέπει να είναι λεπτομερής και ακριβής, ώστε να το εξατομικεύει. Ο κύριος επομένως του ακινήτου, μέρος του οποίου έχει καταπατηθεί, προσφεύγει στο δικαστήριο ασκώντας συνήθως την διεκδικητική αγωγή, στην οποία εκτός του ότι πρέπει να περιγράφει πόση είναι η έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, πρέπει επίσης να προσδιορίσει τη θέση του διεκδικουμένου τμήματος μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο. Εάν δεν υπάρχουν σταθερά όρια, θα πρέπει στην αγωγή να αναφέρονται και οι πλευρικές διαστάσεις του καταπατημένου τμήματος, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, για να μπορεί ο εναγόμενος να αντιτάξει την άμυνά του και το δικαστήριο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να εκδώσει απόφαση που να μπορεί να εφαρμοσθεί. Εάν δεν περιγράφεται με επαρκή λεπτομέρεια η θέση του τμήματος που καταπατήθηκε, εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου, που δεν έχει καταπατηθεί ολόκληρο, μπορεί να προκύπτουν αμφιβολίες ως προς το ποιό ακριβώς τμήμα υποστηρίζει ο κύριος του ακινήτου ότι έχει καταπατηθεί και η αγωγή να απορριφθεί από το δικαστήριο ως αόριστη. Στην πλήρη εξατομίκευση και ταυτοποίηση του καταπατημένου τμήματος μέσα στον χώρο και στο μεγαλύτερο ακίνητο συμβάλλει συνήθως η ενσωμάτωση στο κείμενο της αγωγής και προσφάτου τοπογραφικού, που αποτυπώνει τόσο το μεγαλύτερο ακίνητο, όσο και το μικρότερο τμήμα αυτού που έχει καταπατηθεί. Όταν ένα τέτοιο λεπτομερές τοπογραφικό περιλαμβάνεται στην αγωγή, διασφαλίζεται ότι ο εναγόμενος, που κατηγορείται ότι έχει διαπράξει την καταπάτηση, δεν θα μπορεί να προφασισθεί ότι δεν μπορεί να καταλάβει ποιό τμήμα τον κατηγορούν ότι έχει καταπατήσει, αλλά και το δικαστήριο θα μπορεί να διαμορφώσει πλήρη κρίση για την θέση και τις διαστάσεις του καταπατημένου τμήματος. Στην υπ' αριθ. 1116/2014 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν στην αγωγή τους ότι έχουν στην κυριότητά τους έναν παραλιακό αγρό εκτάσεως δεκαπέντε περίπου στρεμμάτων, περιγράφοντας πλήρως την θέση του αγρού αυτού. Ακολούθως, ισχυρίσθηκαν ότι ο εναγόμενος είχε καταπατήσει τμήμα του εν λόγω παραλιακού αγρού, επιφανείας περίπου επτά στρεμμάτων. Στην αγωγή όμως δεν προσδιοριζόταν με ακρίβεια η θέση του καταπατημένου τμήματος. Υπήρχε μάλιστα μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στον ισχυρισμό της αγωγής ότι το καταπατημένο τμήμα είναι επτά στρέμματα (από τον συνολικό αγρό των δεκαπέντε στρεμμάτων) και στην έκθεση του πραγματογνώμονος, που βρήκε το επίδικο τμήμα δεκατέσσερα στρέμματα και όχι επτά. Μία ακόμα έλλειψη της αγωγής ήταν ότι δεν ανέφερε τις πλευρικές διαστάσεις του καταπατημένου τμήματος, ούτε προφανώς ήταν ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό που να απεικονίζει με τεχνική λεπτομέρεια τόσο το όλο ακίνητο, όσο και το καταπατημένο τμήμα του. Παρά ταύτα, το Πρωτοδικείο έκρινε την αγωγή ορισμένη και την εδέχθη ως βάσιμη. Ακολούθως, ο ηττηθείς διάδικος άσκησε έφεση και το Εφετείο έκρινε αντίθετα από το Πρωτοδικείο, ότι δηλ. η αγωγή δεν ήταν ορισμένη λόγω μη επαρκούς περιγραφής του καταπατημένου τμήματος και συνακόλουθης αδυναμίας εξατομικεύσεως και ταυτοποιήσεώς του μέσα στον χώρο και εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου και γι' αυτό την απέρριψε ως αόριστη. Ο Άρειος Πάγος στον οποίο έφθασε τελικώς η υπόθεση, δικαίωσε την απόφαση των εφετών, κρίνοντας (όπως και το Εφετείο) ότι η αγωγή ήταν αόριστη, διότι δεν προσδιόριζε με τέτοια ακρίβεια ποιό ακριβώς ήταν το τμήμα του μεγαλυτέρου ακινήτου για το οποίο υπήρχε ισχυρισμός καταπάτησης και ποιά η ακριβής θέση του, ώστε να μπορεί να εκδώσει απόφαση που να μπορεί να εφαρμοσθεί επί τόπου, δηλ. να μπορεί δικαστικός επιμελητής σε συνεργασία με μηχανικό να προσδιορίσουν την ακριβή θέση του επιδίκου τμήματος και να εφαρμόσουν ό,τι θα έχει αποφασίσει το δικαστήριο. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Saturday, March 21, 2015

Πληρεξούσιο αποδοχής κληρονομίας ή και πωλήσεως;

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Ο κληρονομούμενος ζούσε στο εξωτερικό και άφησε περιουσία στην Ελλάδα. Οι κληρονόμοι του βρίσκονται κι αυτοί στο εξωτερικό και αρχίζουν την διαδικασία αποδοχής των περιουσιακών στοιχείων που είχε ο θανών, ώστε αυτά να περιέλθουν στην κυριότητά τους, αναλόγως των ποσοστών που κληρονομεί έκαστος εξ αυτών. Ο δικηγόρος στην Ελλάδα, στον οποίον αναθέτουν την υπόθεση, τους ενημερώνει ότι είναι αυπρόσδεκτοι να έρθουν στην Ελλάδα και να κάνουν ενέργειες για την αποδοχή της κληρονομίας. Στην πράξη όμως για την ολοκλήρωση της αποδοχής συχνά απαιτείται χρονικό διάστημα μηνών, καθώς και νομικές καιι άλλες ενέργειες σε δικαστήρια, δημόσιες υπηρεσίες, συμβολαιογράφο, μηχανικό, δήμους, τράπεζες, κλπ., πράγμα που σημαίνει ότι ούτε οι κληρονόμοι μπορούν να μείνουν στην Ελλάδα για τόσο χρονικό διάστημα, ούτε είναι εφικτό να πηγαίνουν μαζί με τον δικηγόρο σε κάθε υπηρεσία και σε κάθε δικαστήριο που χρειάζεται για την δήλωση της κληρονομίας, την καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων, την αποδοχή, το κληρονομητήριο, την αίτηση και την λήψη διαφόρων πιστοποιητικών κλπ. Η λύση στο θέμα αυτό ονομάζεται πληρεξούσιο, έγγραφο δηλαδή που υπογράφει ο κληρονόμος είτε στο Προξενείο της Ελλάδος, ή σε συμβολαιογράφο στο εξωτερικό, ή σε συμβολαιογράφο στην Ελλάδα, που παρέχει την δυνατότητα στον πληρεξούσιο δικηγόρο να ενεργήσει όλες τις πράξεις στο όνομα του κληρονόμου και πάντοτε προς το συμφέρον του, ώστε να δηλωθεί η κληρονομία και να λάβει ο κληρονόμος στο όνομά του ό,τι του αναλογεί. Ωστόσο, εκτός από το πληρεξούσιο για αποδοχή κληρονομίας και τις συναφείς πράξεις, δηλ. ενέργειες στην εφορία, περιλαμβανομένων δηλώσεων Ε1 και Ε9, στο Κτηματολόγιο, ενδεχομένως σε τράπεζες, σε οργανισμούς κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ), προκύπτει και το ερώτημα εάν στο πληρεξούσιο θα προστεθεί εντολή για πώληση των περιουσιακών στοιχείων που θα περιέλθουν στον κληρονόμο, ή για δωρεά αυτών, ή για γονική παροχή, ή όχι. Το ερώτημα τίθεται διότι πολλές φορές συμβαίνει ο κληρονόμος που ζει στο εξωτερικό να θέλει να πωλήσει το περιουσιακό στοιχείο που κληρονόμησε. Αφού τελειώσει η αποδοχή κληρονομίας και ο κληρονόμος είναι πλέον κύριος του ακινήτου, ο δικηγόρος από την Ελλάδα πληροφορεί τον κάτοικο εξωτερικού ότι χρειάζεται τώρα ένα νέο πληρεξούσιο, αυτή τη φορά για πώληση, ή για δωρεά, ή για γονική παροχή κλπ. Ο κάτοικος εξωτερικού μπορεί τότε να δυσφορήσει, διότι πρέπει να πάει εκ νέου στο Προξενείο ή στον συμβολαιογράφο για να κάνει δεύτερο πληρεξούσιο, ενώ ο δικηγόρος θα μπορούσε από την αρχή να είχε εντάξει εντολές πωλήσεως, δωρεάς ή γονικής παροχής στο αρχικό πληρεξούσιο της αποδοχής, ώστε να μην χρειάζεται τώρα δεύτερο πληρεξούσιο. Αυτό ασφαλώς και μπορεί να γίνει από το αρχικό πληρεξούσιο. Ωστόσο, όταν αρχίζει η αποδοχή κληρονομίας συχνά οι κληρονόμοι δεν έχουν ακόμα αποφασίσει εάν θα πωλήσουν το κοινό ακίνητο σε τρίτον, ή ο ένας εξ αυτών θα αγοράσει τα μερίδια των λοιπών, ή αν θα γίνουν δωρεές μεταξύ τους, ή αν κάποιος εξ αυτών θα κάνει γονική παροχή σε τέκνο του. Επιπροσθέτως, μπορεί ο κληρονόμος από το εξωτερικό να μην θέλει από την αρχή να παράσχει τόσο ευρεία εντολή στον δικηγόρο στην Ελλάδα, που να περιλαμβάνει εκτός από την αποδοχή και την πώληση του ακινήτου. Γι' αυτό όταν πρόκειται να συνταχθεί το πληρεξούσιο της αποδοχής ο κληρονόμος από το εξωτερικό πρέπει να κρίνει εάν επιθυμεί να δώσει εξ αρχής πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο στην Ελλάδα όχι μόνο για αποδοχή, αλλά και για μετέπειτα πώληση του ακινήτου, ώστε να γλυτώσει την ταλαιπωρία του δευτέρου πληρεξουσίου, ή αν επιθυμεί να δώσει αρχικώς πληρεξουσιότητα μόνο για αποδοχή κληρονομίας και να αποφασίσει αργότερα τι θα κάνει με το ακίνητο που κληρονομεί και τότε να στείλει νέο πληρεξούσιο με εντολή για πώληση, δωρεά, γονική παροχή ή κάτι άλλο. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Friday, March 13, 2015

Στα ελληνικά δικαστήρια για κληρονομιές ομογενών

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Κατά τον 20ο αιώνα σημειώθηκε εκτεταμένη μετανάστευση από την Ελλάδα προς χώρες του εξωτερικού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι μεγάλες ή μικρότερες κοινότητες ομογενών σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο. Όταν πολλοί από τους ομογενείς που ζουν στο εξωτερικό αφήνουν κληρονομιές με ακίνητα στην Ελλάδα, συμβαίνει κάποιες φορές να ανακύπτουν αντιδικίες και διαφορές σχετικές με την κληρονομική διαδοχή, τα ποσοστά των κληρονόμων, την ισχύ μίας διαθήκης ή όχι και για πολλά άλλα νομικά ζητήματα. Εφόσον η κληρονομία περιλαμβάνει και ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για να δικάσουν την υπόθεση. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 29 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που ορίζει ότι διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επάνω σε ακίνητα, τη νομή ή την κατοχή τους, διαίρεση κοινού, κανονισμό ορίων, απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε διακατόχου, αποζημίωση για αναγκαστική απαλλοτρίωση, καθώς και διαφορές από μίσθωση ακινήτου … υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο. Το άρθρο αυτό σημαίνει ότι επί δικαστικής διαμάχης για κληρονομιαία ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα, αρμόδια είναι τα ελληνικά δικαστήρια, ακόμα κι αν ο κληρονομούμενος ήταν κάτοικος εξωτερικού. Σύγχυση μπορεί να προκαλέσει το άρθρο 30 του ιδίου Κώδικα που ορίζει ότι διαφορές που αφορούν την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος ή διανομή κληρονομίας, απαιτήσεις του κληρονόμου εναντίον του νομέα ή του κατόχου της κληρονομίας … απαιτήσεις από νόμιμη μοίρα ή απαιτήσεις εναντίον εκτελεστών διαθήκης για την εκτέλεση των διατάξεών της, υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος, όταν πέθανε, είχε την κατοικία του και, αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του. Με το άρθρο 30 μπορεί να θεωρηθεί ότι σε κληρονομικές διαφορές αρμόδια είναι τα δικαστήρια της χώρας όπου ζούσε ο κληρονομούμενος, ακόμα κι αν αφορούν ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα. Δηλαδή για κληρονομιαία ακίνητα που βρίσκονται στην Τρίπολη ή στην Καλαμάτα, αρμόδια μπορεί να είναι τα δικαστήρια του Μόντρεαλ, ή της Νέας Υόρκης, ή της Μελβούρνης, επειδή ο θανών ήταν κάτοικος σε μία από αυτές τις πόλεις του εξωτερικού. Ο Άρειος Πάγος στην υπ΄αριθ. 775/2013 απόφασή του έκρινε ότι για ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα, οι κληρονομικές διαμάχες μπορούν να εκδικασθούν από τα δικαστήρια της Ελλάδος, δυνάμει του άρθρου 29 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικώς, η απόφαση ορίζει ότι αν ο κληρονομούμενος κατά τον χρόνο θανάτου του είχε κατοικία και διαμονή στην αλλοδαπή δεν συντρέχει μεν διεθνής δικαιοδοσία των ημεδαπών δικαστηρίων για την εκδίκαση των κληρονομικών διαφορών, συνεπεία συνδρομής της αποκλειστικής δωσιδικίας του άρθρου 30 του ΚΠολΔ, δύναται όμως να υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, συνεπεία συνδρομής της αποκλειστικής δωσιδικίας των ακινήτων (άρθρο 29 ΚΠολΔ). Επομένως, κάθε κληρονόμος Έλληνα ομογενούς, που κατοικούσε στο εξωτερικό, μπορεί να φέρει την δικαστική υπόθεση για την κληρονομιά ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα, ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα, εκείνων που είναι αρμόδια, πλησιέστερα στον τόπο που βρίσκονται τα ακίνητα. . Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Monday, March 2, 2015

Πότε λήγει η ασφάλιση αυτοκινήτου

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Η ασφάλιση αυτοκινήτου στην Ελλάδα είναι υποχρεωτική. Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί στην Ελλάδα πρέπει να το έχει ασφαλίσει σε μία νομίμως λειτουργούσα ασφαλιστική εταιρεία. Εάν από το αυτοκίνητο προξενηθούν θανάτωση, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες, ο παθών έχει ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας για καταβολή της αποζημιώσεώς του μέχρι το ποσό που προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση και ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση κατά του ασφαλιζόμενου ή του αντισυμβαλλομένου ή του οδηγού. Μόνο όταν το αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο, ο παθών έχει αξίωση αγωγής κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή της αποζημιώσεως. Ως ανασφάλιστο θεωρείται ένα αυτοκίνητο που προκάλεσε ζημία: α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ στο παρελθόν σύμβαση ασφαλίσεως ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου, είτε με κοινή συμφωνία τους. Στη δεύτερη περίπτωση, για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ζημιογόνο αυτοκίνητο έναντι του τρίτου παθόντος, πρέπει να έχει γίνει και γνωστοποίηση στον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή της λήξεως, λύσεως, ακυρώσεως ή αναστολής της ασφαλιστικής συμβάσεως και να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, διότι μόνον εφόσον συντρέξουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις (γνωστοποίηση της λήξεως κλπ. και πάροδος 16 ημερών από αυτήν) ο ασφαλιστής μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος τη λήξη, λύση, ακύρωση ή αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως και κατά συνέπεια, αυτός (τρίτος παθών) δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή και το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο. Η γνωστοποίηση της λύσεως της ασφαλίσεως απαιτείται για να θεωρηθεί λήξασα η ασφάλιση έναντι του τρίτου παθόντος. Δεν απαιτείται όμως για τις μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή σχέσεις. Η γνωστοποίηση γίνεται με έγγραφη επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο στην κατοικία του. Ο σκοπός της εν λόγω γνωστοποιήσεως είναι να άρει κάθε αμφισβήτηση ως προς τον χρόνο παύσεως της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι να αποτρέψει τη δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου. Η γνωστοποίηση αυτή απαιτείται και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως έγινε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία ασφαλιστή και αντισυμβαλλόμενου ή ασφαλισμένου. Τέλος, κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του οχήματος επιφέρει μετά πάροδο 15 ημερών την αυτόματη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως, εκτός εάν εντός της προθεσμίας αυτής ο μέχρι τούδε αντισυμβαλλόμενος ή ο νέος κύριος ή κάτοχος ζητήσει, με έγγραφο που περιέχει τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής, τη συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης και ο ασφαλιστής δεν αποποιηθεί εγγράφως την αίτηση μέσα σε δέκα ημέρες από τη λήψη της. Επομένως, κάθε πώληση ή μεταβίβαση του ασφαλισμένου οχήματος επιφέρει την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως μετά την πάροδο δεκαπέντε ημερών από την πώληση. Η λύση της ασφαλίσεως, όμως για να ισχύσει έναντι του τρίτου ζημιωθέντος από το όχημα, πρέπει και σ' αυτήν την περίπτωση να έχει γνωστοποιηθεί στον ασφαλισμένο και να έχουν παρέλθει 16 ημέρες από την γνωστοποίηση. Διαφορετικά, δηλαδή αν δεν έχει γίνει γνωστοποίηση της λήξεως της συμβάσεως, ο τρίτος εξακολουθεί να θεωρεί την σύμβαση ασφαλίσεως ισχύουσα και μπορεί να στραφεί κατά της ασφαλιστικής εταιρείας που είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Όταν η διαθήκη δεν αναφέρει όλη την περιουσία

Όταν η διαθήκη δεν αναφέρει όλη την περιουσία Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Μία διαθήκη μπορεί να μην περιλαμβάνει όλη την περιουσία του κληρονομουμενου. Είναι πιθανό δηλαδή εκείνος που συνέταξε την διαθήκη του να περιέλαβε σ’ αυτήν διατάξεις που ορίζουν την διάθεση ορισμένων μόνο από τα περιουσιακά στοιχεία που είχε στο όνομά του κατά τον χρόνο θανάτου. Για τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στον θανόντα δεν υπάρχει πρόβλεψη στην διαθήκη. Το ερώτημα που γεννάται σε μία τέτοια περίπτωση είναι με ποιόν τρόπο θα διατεθούν τα περιουσιακά στοιχεία του διαθέτη για τα οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στην διαθήκη. Οι επιλογές που παρουσιάζονται είναι βασικά δύο. Η πρώτη επιλογή είναι να θεωρήσουμε ότι για τα περιουσιακά στοιχεία που δεν υπάρχει διάταξη στην διαθήκη θα εφαρμοσθεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Η εκδοχή αυτή παρουσιάζεται στο νόμο στο άρθρο 1801 του Αστικού Κώδικα (AK). Η επιλογή αυτή σημαίνει επί παραδείγματι ότι αν ο διαθέτης όρισε ότι το ένα ακίνητο που έχει θα το πάρει ένας ανηψιός του, το δεύτερο ακίνητο που έχει και για το οποίο δεν υπάρχει πρόβλεψη στην διαθήκη, θα περιέλθει στα δύο παιδιά του διαθέτη, που είναι και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Η δεύτερη επιλογή είναι να θεωρηθεί ότι ο διαθέτης, που όρισε στην διαθήκη του ότι αφήνει ένα περιουσιακό στοιχείο του σε δύο κληρονόμους του ισομερώς, αλλά παρέλειψε να ορίσει τι θα γίνει με το άλλο περιουσιακό του στοιχείο, θέλησε και το άλλο περιουσιακό στοιχείο του να περιέλθει στους δύο κληρονόμους τους στους οποίους έδωσε το πρώτο περιουσιακό στοιχείο του, τους οποίους θέλησε ως γενικούς κληρονόμους του. Η δεύτερη αυτή ερμηνευτική εκδοχή υπάρχει στο άρθρο 1802 του Αστικού Κώδικα. Η δεύτερη εκδοχή γίνεται καλύτερα αντιληπτή με το παρακάτω παράδειγμα: Ο διαθέτης αφήνει το πρώτο και βασικό ακίνητό του σε δύο ανήψια του (διότι δεν είχε παιδιά ούτε σύζυγο), σε ποσοστό 30% στον ανηψιό του Α και σε ποσοστό 70% στην ανηψιά του Β. Ο διαθέτης όμως είχε και ένα άλλο ακίνητο, μικρότερης αξίας, για το οποίο δεν αναφέρει τίποτα στην διαθήκη. Με την δεύτερη ερμηνευτική εκδοχή (1802 ΑΚ) , το δεύτερο ακίνητό του, για το οποίο δεν προέβλεψε στην διαθήκη του, δεν θα περιέλθει στους όποιους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και μάλιστα ισομερώς, αλλά θα περιέλθει στα δύο ανήψια του που αναφέρονται στην διαθήκη και μάλιστα κατά τα ποσοστά 30% και 70% αντιστοίχως, όπως είχε ορίσει ο διαθέτης για το πρώτο και κύριο ακίνητό του, διότι με τον τρόπο αυτόν θεωρείται ότι όρισε τα δύο ανήψια του ως τους γενικούς κληρονόμους του για όλα τα περιουσιακά στοιχεία του, ακόμα και για εκείνα που δεν αναφέρονται στην διαθήκη του. Στην υπ’ αριθ. 766/2013 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε μία παρόμοια υπόθεση. Η γυναίκα διαθέτης απεβίωσε το 1999 και το 2000 δημοσιεύθηκαν δύο διαθήκες της. Με την πρώτη άφηνε ένα ακίνητο στο εγγόνι του συζύγου της από τον πρώτο γάμο του. Με την δεύτερη διαθήκη άφηνε ένα δεύτερο ακίνητο στον βαφτισιμιό της. Η διαθέτης απεδείχθη στο δικαστήριο ότι με αμφοτέρους είχε πολύ καλές σχέσεις. Ωστόσο, προέκυψε ότι η διαθέτης εκτός από τα δύο ακίνητά της, τα οποία ανέφερε στις δύο διαθήκες της, άφησε και τραπεζικούς λογαριασμούς με υπόλοιπο 150.000 ευρώ περίπου. Το ερώτημα που προέκυψε και έδωσε τροφή σε διεκδίκηση εκ μέρους του Δημοσίου ήταν ποιός κληρονομούσε τα χρήματα στην τράπεζα. Η μία άποψη ήταν ότι βάσει του 1801 ΑΚ κληρονόμοι ήταν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, αλλά επειδή δεν υπήρχαν καθόλου συγγενείς της θανούσης, κληρονόμος τελικώς ήταν το Δημόσιο. Η άλλη άποψη ήταν ότι τα χρήματα στην τράπεζα έπρεπε να κληρονομήσουν οι δύο κληρονόμοι που αναφέρονταν στις διαθήκες, (κατά το άρθρο 1802 ΑΚ), αναλόγως των μεριδίων που ελάμβαναν με τις δύο διαθήκης και της αξίας εκάστου των δύο ακινήτων. Τελικώς, τόσο στα δικαστήρια της ουσίας (δηλαδή Πρωτοδικείο και Εφετείο), όσο και στον Άρειο Πάγο, όπου πήγε την υπόθεση το Ελληνικό Δημόσιο, εκρίθη ότι εφαρμοστέα ήταν η ερμηνεία ότι τα χρήματα στην τράπεζα έπρεπε να κληρονομηθούν από τους δύο κληρονόμους που ελάμβαναν τα δύο πρώτα ακίνητα και όχι από το Δημόσιο. Το σκεπτικό των δικαστηρίων ήταν ότι για να διαπιστωθεί αν προκύπτει θέληση της διαθέτιδος να περιορίσει τους τιμηθέντες μόνο στα ρητώς μνημονευθέντα στις διαθήκες ειδικά περιουσιακά στοιχεία και να αποκλείσει έτσι αυτούς από την υπόλοιπη κληρονομιαία περιουσία, ώστε ως προς αυτήν να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ή αν θέλησε αυτούς ως μόνους και αποκλειστικούς κληρονόμους της, έπρεπε να ληφθούν υπόψιν οι περιστάσεις, οι ειδικές συνθήκες της υποθέσεως και η πραγματική βούληση της διαθέτιδος. Διεπιστώθη επομένως ότι η διαθέτης ήθελε να αφήσει όλη την περιούσια της, ακόμα και εκείνη που δεν διέθεσε με τις δύο διαθήκες της, στους δύο κληρονόμους της που ανέφερε στις διαθήκες της και δεν ήθελε την υπόλοιπη περιουσία της να λάβει το δημόσιο. Το γεγονός ότι δεν ανέφερε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της στις διαθήκες της οφείλεται σε παραδρομή και στο ότι η διαθέτης ήταν περιορισμένων γραμματικών γνώσεων, ενώ δεν είχε καθόλου νομικές γνώσεις. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Saturday, February 14, 2015

Νόμιμα τα βιομετρικά διαβατήρια

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε), περιλαμβανομένης της Ελλάδος, εδώ και αρκετά χρόνια τα διαβατήρια που εκδίδονται από κάθε κράτος μέλος της Ε.Ε. έχουν κοινά χαρακτηριστικά για όλες τις χώρες και περιέχουν βιομετρικά στοιχεία, δηλ. πληροφορίες που βοηθούν τις αρχές να επαληθεύουν ότι αυτός που κατέχει το συγκεκριμένο διαβατήριο είναι πράγματι ο νόμιμος κάτοχός του. Ορισμένοι υπέρμαχοι της προστασίας των προσωπικών δεδομένων έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ότι η αποθήκευση στο μικροτσίπ του διαβατηρίου πληροφοριών για το άτομο του κατόχου του διαβατηρίου παραβιάζει της προστασία της ιδιωτικής σφαίρας του προσώπου. Μία παρόμοια υπόθεση έφθασε στα δικαστήρια στην Γερμανία και κατέληξε να απασχολήσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γερμανός πολίτης υπέβαλε αίτηση στις αρχές της πόλης Μπόχουμ για έκδοση διαβατηρίου, αλλά αρνήθηκε να δώσει τα ψηφιακά δακτυλικά αποτυπώματά του για να αποθηκευθούν στο υπό έκδοση διαβατήριο. Ως αποτέλεσμα της άρνησής του ήρθε η απόρριψη του αιτήματός του για διαβατήριο από τις γερμανικές αρχές. Ο γερμανός πολίτης άσκησε προσφυγή αιτούμενος το γερμανικό δικαστήριο να υποχρεώσει τον Δήμο του Μπόχουμ να εκδώσει το διαβατήριό του χωρίς ψηφιακά δακτυλικά αποτυπώματα. Το δικαστήριο υπέβαλε ερώτημα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το αν ο Κανονισμός της Ε.Ε. που προβλέπει την αποτύπωση βιομετρικών δεδομένων στα διαβατήρια είναι συμβατός με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. που μεταξύ άλλων προστατεύει την ιδιωτική ζωή. Το Δικαστήριο της Ε.Ε. μελέτησε τα δύο βασικά αντικρουόμενα δικαιώματα που ενεπλέκοντο στην υπόθεση. Από την μία πλευρά υπάρχει η αναμφισβήτητη ανάγκη για ασφάλεια στην χρήση των διαβατηρίων και για την καταπολέμηση της πλαστογράφησης και παραποίησής τους, με αξιοπιστία στην ταυτοποίηση του πραγματικού κατόχου και του διαβατηρίου και αποφυγή δόλιας χρήσης του. Από την άλλη, πρέπει πάντοτε να διασφαλίζεται η προστασία της ιδιωτικής ζωής κάθε πολίτη, αλλά και των προσωπικών δεδομένων του από μη αρμόζουσα χρήση. Τα βιομετρικά διαβατήρια αποθηκεύουν τόσο την εικόνα του κατόχου τους, όσο και δύο επίπεδα δακτυλικών αποτυπωμάτων, αλλά και άλλα στοιχεία που επιτρέπουν μόνο σε όποιον ελέγχει το διαβατήριο την επαλήθευση της γνησιότητάς του, αλλά και της ταυτοποίησης των στοιχείων του διαβατηρίου με το πρόσωπο που το φέρει. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (υπόθεση Schwarz v. Stadt Bochum, 2013) κατέληξε τελικώς στο συμπέρασμα ότι ο Κανονισμός της Ε.Ε. που προβλέπει τον τρόπο εκδόσεως των βιομετρικών διαβατηρίων δεν παραβιάζει τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου. Αν και η λήψη ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων και η διατήρησή τους στο διαβατήριο αποτελεί προσβολή των δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα μέτρα αυτά δικαιολογούνται από τον σκοπό προστασίας από την δόλια χρήση των διαβατηρίων. Σε κάθε περίπτωση τα ψηφιακά δακτυλικά αποτυπώματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν με μοναδικό σκοπό την εξακρίβωση της γνησιότητας του διαβατηρίου και της ταυτότητος του κατόχου του, ενώ η διατήρησή τους προβλέπεται μόνο εντός του διαβατηρίου, την αποκλειστική κατοχή του οποίου εξακολουθεί να έχει ο κάτοχός του. Επομένως, ο γερμανός πολίτης που ξεκίνησε την δίκη άκουσε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που εν ολίγοις του είπε ότι αν θέλει να λάβει διαβατήριο πρέπει να δώσει στις αρχές τα δακτυλικά αποτυπώματά του και ότι αυτό δικαιολογείται από το ότι η ανάγκη για ασφάλεια στην χρήση των διαβατηρίων και κατ’ επέκταση για ασφάλεια από παράνομες πράξεις υπερισχύει της σαφώς μικρότερης εμβέλειας εν προκειμένω προσβολής του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Tuesday, February 3, 2015

Επίδοση δικαστικών εγγράφων εκτός Ελλάδος

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Κατά τον ελληνικό νόμο, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Ωστόσο, μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με το νόμο 1334/1983 αποκλείεται να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου δικογράφου στον Εισαγγελέα. Η επίδοση έχει ισχύ μόνο αν το δικόγραγο για το δικαστήριο στην Ελλάδα πράγματι παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται και κατοικεί εκτός Ελλάδος. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 5 και 6 της εν λόγω συμβάσεως, όταν πρόκειται να γίνει επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει σε συμβαλλόμενο κράτος, η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται είτε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται σύμφωνα με τον τύπο ή σύμφωνα με την διαδικασία που επιθυμεί ο επισπεύδων αρκεί να μην αντιβαίνει στη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται η επίδοση και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια αρχή του κράτους όπου έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο. Επομένως κατά τις διατάξεις της διεθνούς συμβάσεως της Χάγης, η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στην επικράτεια ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, που γίνεται με επίσπευση υπηκόου του άλλου κράτους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελέστηκε από την παράδοση στον Εισαγγελέα του επιδοτέου εγγράφου, αλλά απαιτείται και η κατά τον παραπάνω τρόπο απόδειξη ότι πράγματι η επίδοση έγινε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν. Επομένως, η επίδοση για κάθε δικαστήριο που γίνεται στην Ελλάδα και αφορά κάποιον που κατοικεί σε χώρα του εξωτερικού, πρέπει να γίνεται πραγματικά και όχι απλώς πλασματικά, με απλή επίδοση στον Εισαγγελέα στην Ελλάδα. Πραγματική επίδοση σημαίνει ότι το δικόγραφο παρελήφθη από τον διάδικο προς τον οποίο απευθύνεται, στην κατοικία ή στην διαμονή του στο εξωτερικό και μάλιστα η επίδοση πρέπει να γίνεται κατά τρόπον που ο διάδικος αντιλαμβάνεται για ποιό δικαστήριο πρόκειται, τον τόπο και χρόνο της δίκης και ποιοί είναι οι αντίδικοι. (Άρειος Πάγος 501/2014). Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr