Monday, May 25, 2015

Αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης στην Ελλάδα

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Πολλοί Έλληνες ομογενείς έχουν λύσει τον γάμο τους, έχουν δηλαδή λάβει διαζύγιο με δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί από δικαστήριο σε χώρα του εξωτερικού. Συχνά, οι ενδιαφερόμενοι επιθυμούν να μεταφέρουν τα νομικά αποτελέσματα της αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως διαζυγίου και στην Ελλάδα. Για να γίνει αυτό, όταν η δικαστική απόφαση διαζυγίου έχει εκδοθεί από δικαστήριο στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία και άλλες χώρες, πρέπει να κατατεθεί αίτηση σε δικαστήριο στην Ελλάδα και να γίνει μία σύντομη δίκη, στην οποία θα εκτεθούν όλα τα στοιχεία της αλλοδαπής αποφάσεως διαζυγίου, ώστε το ελληνικό πλέον δικαστήριο να εκδώσει απόφαση, διά της οποίας θα αναγνωρίζεται η ισχύς και στην Ελλάδα της αποφάσεως διαζυγίου που έχει εκδοθεί στο εξωτερικό. Για να γίνει το δικαστήριο στην Ελλάδα και να αναγνωρισθεί το δεδικασμένο και η ισχύς της αλλοδαπής αποφάσεως διαζυγίου πρέπει να προσκομισθεί η αλλοδαπή απόφαση, επικυρωμένη και με την σφραγίδα Apostille – Επισημείωση της Χάγης, όταν προέρχεται από τις ΗΠΑ και την Αυστραλία, ενώ δεν χρειάζεται Apostille, όταν προέρχεται από τον Καναδά, οπότε πρέπει να έχει επικυρωθεί από το Προξενείο της Ελλάδος στον Καναδά ή από το Προξενείο το Καναδά στην Ελλάδα. Πρέπει επίσης να προσκομισθεί σχετική βεβαίωση του δικαστηρίου της αλλοδαπής, που εξέδωσε την απόφαση διαζυγίου, (αν δεν αναφέρεται στο ίδιο το κείμενο της αποφάσεως), ότι η απόφαση είναι αμετάκλητη (final), ή ότι δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα (it cannot be challenged anymore), ή ότι η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων έχει παρέλθει (the time limit to challenge it has expired), ή κάτι παρόμοιο, καθώς η κάθε γραμματεία ή ο κάθε δικαστής και το δικαστήριο κάθε χώρας έχει διαφορετικό τυπικό κείμενο, με το οποίο πιστοποιούν το ίδιο γεγονός, ότι δηλ. η απόφαση διαζυγίου δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα. Τόσο η αλλοδαπή δικαστική απόφαση, όσο και η βεβαίωση ότι πρόκειται περί αμετάκλητης αποφάσεως, πρέπει να προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική, είτε από το Υπουργείο Εξωτερικών (μεταφραστική υπηρεσία), είτε από δικηγόρο στην Ελλάδα, που γνωρίζει την γλώσσα στην οποία είναι γραμμένη η αλλοδαπή απόφαση. Στην υπ΄αριθ. 169/2013 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά έκρινε υπόθεση αναγνώρισης δεδικασμένου αποφάσεως διαζυγίου από αλλοδαπή αρχή, που δεν ήταν δικαστήριο. Συγκεκριμένα, με την αίτηση ζητήθηκε από το ελληνικό δικαστήριο να αναγνωρίσει το δεδικασμένο της αποφάσεως του Ληξιάρχου μίας περιοχής της Μόσχας της Ρωσίας, για την λύση το έτος 2010 ενός γάμου που είχε τελεσθεί στην Μόσχα το 2008. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στην εν λόγω υπόθεση είναι ότι η λύση του γάμου που αποφασίζεται κοινή συναινέσει και από τον οποίον δεν έχουν γεννηθεί παιδιά, κατά το νόμο στην Ρωσία, απαγγέλλεται όχι με δικαστική απόφαση, αλλά με απόφαση του τοπικού Ληξιάρχου. Δεν πρόκειται δηλαδή για δικαστική, αλλά για διοικητική απόφαση από αρχή του εξωτερικού. Η νομολογία στην Ελλάδα φαίνεται ότι έχει την κατεύθυνση να είναι δυνατή η αναγνώριση της αλλοδαπής αποφάσεως διαζυγίου από ελληνικό δικαστήριο ακόμα και αν η λύση του γάμου στο εξωτερικό έχει επέλθει όχι με απόφαση δικαστηρίου, αλλά με απόφαση άλλης αρχής, αρκεί η συγκεκριμένη αρχή να είχε δικαιοδοσία και αρμοδιότητα να αποφασίσει την λύση του γάμου, σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας του εξωτερικού. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Sunday, May 17, 2015

Δηλώνουμε την σωστή διεύθυνση μας στα δικαστήρια

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Κάθε πολίτης που προσφεύγει στα δικαστήρια στην Ελλάδα, ή που εναντίον του ασκείται κάποια αγωγή, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ή άλλο δικόγραφο, πρέπει να αναγράφει στα έγγραφα που καταθέτει στο δικαστήριο την ακριβή διεύθυνσή του. Οι διάδικοι οφείλουν να αναγράφουν στα δικόγραφά τους την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας τους (πόλη, οδό και αριθμό), κάθε δε μεταβολή της διευθύνσεως πρέπει να γνωστοποιείται με τα δικόγραφα που κοινοποιούνται εκατέρωθεν ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση. Αν ο διάδικος που κέρδισε την δίκη επιδώσει την απόφαση που εξέδωσε το δικαστήριο στην διεύθυνση που ο αντίδικος έχει αναγράψει στα δικόγραφά του, η επίδοση θεωρείται σωστή και από την επομένη ημέρα της επιδόσεως αρχίζει να μετράει η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως, ή άλλου ενδίκου μέσου. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει σημασία αν ο διάδικος δεν διαμένει πραγματικά στην διεύθυνση όπου έγινε η επίδοση, επειδή έχει αλλάξει κατοικία. Αν δεν το έχει δηλώσει στα δικόγραφα στο δικαστήριο, δηλαδή με τις προτάσεις του ή με ξεχωριστό δικόγραφο που να το έχει επιδώσει στον αντίδικό του, η επίδοση που ο αντίδικος κάνει στην παλαιά διεύθυνσή του είναι έγκυρη, διότι η νέα διεύθυνση δεν έχει δηλωθεί στο δικαστήριο και δεν έχει γνωστοποιηθεί στον αντίδικο. Στην υπ’ αριθ. 1684/2014 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση, στην οποία το Εφετείο εξέδωσε την απόφασή του, η οποία επιδόθηκε στον ηττηθέντα διάδικο στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Η επίδοση έγινε σε χωριό στο Νομό Λαρίσης, όπου είχε δηλώσει ότι είναι η κατοικία του. Ο ηττηθείς διάδικος, ως κάτοικος Ελλάδος, είχε προθεσμία να ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου τριάντα ημερών, με έναρξη της τριακονθήμερης προθεσμίας την επομένη της επιδόσεως, δηλ. την 6η Φεβρουαρίου 2013. Αν ο ηττηθείς διάδικος ήταν κάτοικος εξωτερικού, η προθεσμία για αναίρεση θα ήταν ενενήντα ημέρες από την επίδοση. Η προθεσμία συνεπώς των τριάντα ημερών έληγε στις 7 Μαρτίου 2013. Ο ηττηθείς διάδικος δεν κατέθεσε αναίρεση εντός αυτής της προθεσμίας, αλλά την κατέθεσε πολύ αργότερα, στις 29 Απριλίου 2013. Όταν η αναίρεση εξετάσθηκε από τον Άρειο Πάγο, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι ήταν εκπρόθεσμη, διότι είχε ασκηθεί μετά την πάροδο της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο ηττηθείς διάδικος, που είχε ασκήσει την αναίρεση, ισχυρίσθηκε ότι η κατοικία του δεν ήταν πλέον το χωριό στο Νομό Λαρίσης, αλλά η πόλη Φιλιππούπολη, στην Βουλγαρία και επομένως, η επίδοση της αποφάσεως στο χωριό του Νομού Λαρίσης δεν ήταν έγκυρη. Ο Άρειος Πάγος απάντησε ότι εφόσον ο διάδικος δεν είχε δηλώσει στο δικαστήριο και στον αντίδικο την νέα του διεύθυνση στην Βουλγαρία, η άλλη πλευρά δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει ότι είχε αλλάξει κατοικία και χώρα και συνεπώς, ορθώς και εγκύρως του επέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση στο χωριό στο Νομό Λαρίσης, όπου ήταν η κατοικία του σύμφωνα με τα δικόγραφα που κατέθετε επί επτά χρόνια που είχε διαρκέσει η αντιδικία. Συμπερασματικώς, ο Άρειος Πάγος αποφάσισε ότι η αναίρεση ήταν εκπρόθεσμη, ως ασκηθείσα μετά την πάροδο της τριακονθήμερης προθεσμίας, διότι η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως είχε γίνει εγκύρως στην παλαιά διεύθυνση του διαδίκου, δεδομένου ότι πουθενά στις δίκες δεν είχε δηλώσει τη νέα του διεύθυνση στην Βουλγαρία. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Κοινός Τραπεζικός Λογαριασμός

. Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Όπως ισχύει και στις περισσότερες δυτικές χώρες έτσι και στην Ελλάδα, η ύπαρξη κοινού τραπεζικού λογαριασμού μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, σημαίνει ότι ανεξαρτήτως του ποιός εκ των συγκυρίων του κοινού λογαριασμού έχει κάνει όλες ή τις περισσότερες καταθέσεις, τα χρήματα που μπαίνουν στον κοινό λογαριασμό μπορούν να αναληφθούν από καθέναν εκ των συγκυρίων του κοινού λογαριασμού, στον οποίον η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να τα αποδώσει εφόσον της το ζητήσει. Σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, τα χρήματα της καταθέσεως δύνανται να αναληφθούν από τον ή τους επιζώντες συνδικαιούχους και όχι από τους κληρονόμους του θανόντος συνδικαιούχου. Κατ΄αυτον τον τρόπο, αν υπάρχει κοινός λογαριασμός μεταξύ του Α, του Β και του Γ, μετά τον θάνατο του Α, το υπόλοιπο της καταθέσεως παραμένει στον λογαριασμό υπέρ των Β και Γ, οι οποίοι μπορούν να αναλάβουν τα χρήματα, όλα ή μέρος αυτών, κατά βούλησιν. Οι κληρονόμοι του Α δεν δύνανται να αξιώσουν από την τράπεζα να λάβουν το ποσό της καταθέσεως, εφόσον πρόκειται για κοινό λογαριασμό και υπάρχουν επιζώντες συγκύριοι αυτού. Κατά τον νόμο μάλιστα στην Ελλάδα, τα χρήματα του κοινού λογαριασμού μετά τον θανατο του Α πηγαίνουν στους επιζώντες συνδικαιούχους Β και Γ χωρίς υποχρέωση φόρου κληρονομίας, διότι εκείνοι τα λαμβάνουν όχι ως κληρονόμοι του Α, αλλά ως επιζώντες συνδικαιούχοι. Το ασυνήθιστο στοιχείο που προσέφεραν τα πραγματικά περιστατικά στην υπ’ αριθ. 1691/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου είναι ότι στην υπόθεση αυτή ο Α διατηρούσε σε τράπεζα προθεσμιακή κατάθεση (ατομική, μόνο στο δικό του όνομα) ενός σεβαστού χρηματικού ποσού άνω των 200.000 ευρώ, έχοντας δώσει εντολή στην τράπεζα ότι κατά την λήξη της προθεσμίας, το ποσό της προθεσμιακής καταθέσεως, αλλά και οι τόκοι αυτού, να πιστωθούν σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο Α με την αδελφή του, Β. Πριν την λήξη της προθεσμιακής καταθεσεως, ο Α απεβίωσε. Κατά τον νόμο η εντολή του Α στην λήξη της προθεσμίας το υπόλοιπο της προθεσμιακής μαζί με τους τόκους να πιστωθεί στον κοινό λογαριασμό του Α και της αδελφής του, της Β, εξακολουθεί να ισχύει, παρά τον θάνατο του Α πριν την ημερομηνία λήξεως της προθεσμιακής. Η τράπεζα πράγματι κατά την λήξη της προθεσμιακής πίστωσε το ποσό αυτής και τους τόκους στον κοινό λογαριασμό του Α και της Β, όπως ήταν η εντολή του Α όταν είχε ανοίξει την ατομική του προθεσμιακή κατάθεση. Όταν όμως η Β ζήτησε από την τράπεζα να αναλάβει το ποσό του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, στο όνομα αυτής και του αδελφού της Α, στο οποίο είχε προστεθεί και το μεγάλο ποσό από την προθεσμιακή του αδελφού της, η τράπεζα αρνήθηκε την καταβολή, ισχυριζόμενη ότι τα χρήματα ανήκαν στον κληρονόμο του Α. Η Β προσέφυγε στο δικαστήριο, όμως τόσο το Πρωτοδικείο, όσο και το Εφετείο απέρριψαν την αγωγή της. Όταν όμως η ίδια επέμεινε και άσκησε αναίρεση στον Άρειο Πάγο, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι το Εφετείο είχε κάνει λάθος στην εφαρμογή του νόμου, διότι έπρεπε να είχε κρίνει υπέρ της αδελφής του Α, ήτοι της Β, η οποία αφού ήταν συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού, στον οποίο είχε πιστωθεί το ποσό της προθεσμιακής, μετά την λήξη της, η Β ως συνδικαιούχος, ήταν εκείνη που εδικαιούτο να αναλάβει το ποσό του κοινού λογαριασμού και όχι ο κληρονόμος του Α. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Sunday, April 26, 2015

Κατεστραμμένη διαθήκη μπορεί να ισχύσει

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Εάν γνωρίζουμε ότι υπήρξε μία διαθήκη, την οποία όμως τώρα δεν την έχουμε πλέον στα χέρια μας, είτε διότι καταστράφηκε, είτε διότι έχει χαθεί, είτε διότι κάποιος την έχει και δεν την παραδίδει για δημοσίευση, υπάρχει τρόπος αυτή η διαθήκη να ισχύσει; Μπορεί μία διαθήκη που την έχουμε δει ότι υπήρχε, να ισχύσει όταν δεν την έχουμε πλέον στα χέρια μας; Η απάντηση είναι ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, υπό προϋποθέσεις. Ο νόμος λέει ότι αν ένα έγγραφο χαθεί ή είναι δυσανάγνωστο ή καταστραφεί, μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει ή ποιό είναι το περιεχόμενό του. Έτσι και στην περίπτωση μίας διαθήκης που γνωρίζουμε ότι υπήρξε, την είχαμε διαβάσει και γνωρίζουμε το περιεχόμενό της, αλλά σήμερα δεν την έχουμε στα χέρια μας ή έχει καταστραφεί, μπορούμε να ζητήσουμε με δικαστική απόφαση να αναγνωρισθεί το περιεχόμενό της και να ισχύσει, έστω κι αν δεν την έχουμε ως έγγραφο. Αυτό συμβαίνει διότι εάν μία διαθήκη καταστραφεί ή χαθεί από παράνομη πράξη κάποιου ή από τυχαίο γεγονός, το κύρος της διαθήκης δεν πλήττεται, εφόσον μπορούμε να αποδείξουμε τι ακριβώς έγραφε. Αν αποδείξουμε ποιές ακριβώς διατάξεις περιλάμβανε η διαθήκη, μπορεί κάποιος που βάσει αυτής κληρονομεί, να στηρίξει τα κληρονομικά του δικαιώματα στην εν λόγω διαθήκη, με την προϋπόθεση ότι μπορεί να αποδείξει τρία πράγματα: Πρώτον ότι η διαθήκη που δεν έχουμε στα χέρια μας, αλλά γνωρίζουμε ότι υπήρξε, είχε συνταχθεί νομότυπα. Είχε δηλαδή γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, εφόσον ήταν ιδιόγραφη, είχε ημερομηνία ή μπορούσε να προσδιορισθεί πότε συνετάγη, είχε στο τέλος υπογραφή του διαθέτη και αυτό που έγραφε δεν ήταν αόριστο ή ακατάληπτο, αλλά αντιθέτως είχε νομική σημασία και μπορούσε να εφαρμοσθεί. Δεύτερον, η διαθήκη έχει σήμερα χαθεί ή καταστραφεί από τυχαίο γεγονός ή από παράνομη πράξη και δεν απωλέσθηκε ή καταστράφηκε από ενέργεια του διαθέτη που μ' αυτόν τον τρόπο είχε πρόθεση να ανακαλέσει την διαθήκη. Εάν δηλαδή είχαμε διαβάσει το περιεχόμενο μίας διαθήκης, αυτή όμως σήμερα είναι κατεστραμμένη επειδή ο ίδιος ο διαθέτης την κατέστρεψε, δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε το περιεχόμενό της, διότι η καταστροφή της από τον διαθέτη είχε την έννοια την ανακλήσεώς της. Τρίτον, η διαθήκη αυτή θα πρέπει να είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο και με βάση αυτό να μπορεί κάποιος να διεκδικήσει κληρονομικά δικαιώματα. Εάν ισχύουν οι τρεις ανωτέρω προϋποθέσεις, αυτός που ενδιαφέρεται να ισχύσει η διαθήκη, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι υπάρχει ή υπήρξε διαθήκη, που είχε συνταχθεί κατά τους ορισμούς του νόμου, ότι η διαθήκη αυτή δεν είναι δυνατόν σήμερα να προσκομισθεί στο δικαστήριο, αλλά ότι παρά ταύτα, αποδεικνύεται ότι η διαθήκη αυτή είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο και ότι όριζε ποιός κληρονομεί και τι, σε τι ποσοστό κλπ. Στην υπ΄αριθ. 484/2013 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία δικηγόρος απεβίωσε και άφησε πλησιέστερους συγγενείς την μητέρα του, δύο αδελφούς και μία αδελφή. Ο θανών είχε συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη, με όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για να ισχύσει, σύμφωνα με την οποία άφηνε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του στην αδελφή του, ενώ στα άλλα δύο αδέλφια του έγραφε ρητώς ότι δεν ήθελε να αφήσει τίποτα. Την διαθήκη του αυτή παρέδωσε στην αδελφή του προς φύλαξη. Μετά τον θάνατό του η διαθήκη έγινε γνωστή και στα τρία αδέλφια του, που αρχικώς παραδέχθηκαν την ύπαρξή της, προέβησαν σε διάφορες συζητήσεις μεταξύ τους, συμφώνησαν περισσότερες από μία φορά να μεταβούν στο δικαστήριο για να την δημοσιεύσουν, όμως στο τέλος, ένας από τους αδελφούς πήρε το πρωτότυπο της διαθήκης και αρνήθηκε αργότερα να το παρουσιάσει. Μετά από κάποιο διάστημα μάλιστα οι δύο αδελφοί αρνήθηκαν εντελώς την ύπαρξη της διαθήκης. Τα αδέλφια είχαν στο μεταξύ φωτοτυπικά αντίγραφα της πρωτότυπης διαθήκης και έτσι η αδελφή, που βάσει της διαθήκης κληρονομούσε τον αδελφό της, μπόρεσε να αποδείξει στο δικαστήριο ότι παρά το ότι δεν είχε στα χέρια της το πρωτότυπο της διαθήκης, το περιεχόμενο αυτής ήταν συγκεκριμένο και όριζε ότι η ίδια ήταν η μοναδική κληρονόμος. Τόσο το Πρωτοδικείο, όσο και το Εφετείο δέχθηκαν την αγωγή της αδελφής και ανεγνώρισαν ότι υπήρξε διαθήκη που όριζε ότι κληρονόμος του θανόντος ήταν εκείνη. Ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε τις δύο αποφάσεις των κατωτέρων δικαστηρίων και απέρριψε την αναίρεση των αδελφών. Κατ΄αυτόν τον τρόπο ευρέθη νομική διαδικασία ώστε να ισχύσουν οι διατάξεις μίας ιδιόγραφης διαθήκης, παρά το γεγονός ότι η διαθήκη αυτή είχε χαθεί ή καταστραφεί και δεν μπορούσε να προσκομισθεί σε πρωτότυπο στο δικαστήριο για δημοσίευση. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Έξτρα αποζημίωση για αναπηρία ή παραμόρφωση λόγω τροχαίου

Έξτρα αποζημίωση για αναπηρία ή παραμόρφωση λόγω τροχαίου Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Μετά από ένα αυτοκινητικό ατύχημα ή δυστύχημα, κάποιος που επέζησε μπορεί να έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία ή παραμόρφωση, ως αποτέλεσμα του τροχαίου. Αν αυτή η αναπηρία ή παραμόρφωση επιδρά στο μέλλον του, μπορεί το δικαστήριο να του επιδικάσει ειδική αποζημίωση, επιπλέον των λοιπών αποζημιώσεων που δικαιούται ο παθών. Μετά από ένα τροχαίο ατύχημα ο παθών δικαιούται αποζημιώσεως για απωλεσθέντα εισοδήματα, δηλ. για όσα εισοδήματα αδυνατεί να κερδίσει από την εργασία του για το χρονικό διάστημα που δεν είναι ικανός να εργασθεί. Δικαιούται επίσης να λάβει τις δαπάνες στις οποίες αναγκάσθηκε να προβεί εξ αιτίας του ατυχήματος, αλλά και τα ποσά τα οποία υποχρεώθηκε να δαπανήσει για αντικατάσταση καταστραφέντων πραγμάτων, καθώς και άλλα κονδύλια, αναλόγως της κάθε περιπτώσεως. Εκτός από τις παραπάνω αναφερόμενες ζημίες και δαπάνες που αποκαθίστανται με την δικαστική απόφαση, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ιδιαιτέρως εάν κάποιος έχει υποστεί προσβολή "της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Αν το τροχαίο προκάλεσε όχι απλώς τραυματισμό, αλλά θάνατο, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος και ονομάζετεαι ψυχική οδύνη. Πέραν των ανωτέρω αποζημιώσεων, ο νόμος προβλέπει μία ακόμα, η οποία πρέπει να καταβληθεί από τον υπαίτιο του τροχαίου, (συνήθως από την ασφαλιστική του) και η οποία προβλέπεται από το άρθρο 931 του Αστικού Κώδικα, στην περίπτωση που η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προκλήθηκε στον παθόντα επιδρά στο μέλλον του. Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου. Παραμόρφωση αποτελεί κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, όχι κατ' ανάγκην σύμφωνα με τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Σύμφωνα με τις αποφάσεις των δικαστηρίων, για να δοθεί η εύλογη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ειδικώς στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, μία αναπηρία ή παραμόρφωση, κατά το συνήθως συμβαίνον, αποτελεί αρνητικό στοιχείο εν όψει του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής ενός εργαζομένου, ελεύθερου επαγγελματία κλπ. Το ύψος του επιδικαζομένου ευλόγου χρηματικού ποσού υπολογίζεται βάσει του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, λαμβανομένων επίσης υπόψιν της ηλικίας του παθόντος αλλά και του αν αυτός είναι συνυπαίτιος του ατυχήματος. Στην υπ' αριθ. 509/2013 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία το θύμα του τροχαίου υπέστη αναπηρία σε ποσοστό 40%, λόγω παραμόρφωσης τεσσάρων δακτύλων του δεξιού ποδιού του, μαζί με μυική αδυναμία και έντονο περιορισμό κινήσεως στην ποδοκνημική άρθρωση. Αποτέλεσμα του τραυματισμού του ήταν να έχει εμφανή χωλότητα στο βάδισμά του και να καταστεί ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτρονικού μηχανικού, καθώς και για οποιοδήποτε άλλο, κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμο επάγγελμα, που απαιτεί ορθοστασία ή βάδιση. Το Εφετείο επεδίκασε για την συγκεκριμένη αιτία, δυνάμει του άρθρου 931 ΑΚ, πρόσθετη αποζημίωση ύψους 70.000 ευρώ, πέραν της αποζημίωσης για τις άλλες συνέπειες του τραυματισμού και τις δαπάνες αποκατάστασης άλλων ζημιών. Ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε την απόφαση του Εφετείου κρίνοντας ότι είχε αιτιολογήσει ορθώς και στο θέμα αυτό το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Sunday, April 12, 2015

Μείωση ενοικίου στην εμπορική μίσθωση στην Ελλάδα

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Μετά το 2010 λόγω της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, πολλές είναι οι επιχειρήσεις που έχουν μισθώσει ακίνητα, οι οποίες ζητούν από τον ιδιοκτήτη του μισθίου μείωση μισθώματος (ενοικίου), επειδή ο κύκλος εργασιών τους έχει μειωθεί. Παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες των μισθώσεων που έχουν συναφθεί πριν το 2010, προβλέπεται αύξηση του ενοικίου σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα πληθωρισμό, μετά την επελθούσα δυσμενή οικονομική κατάσταση, οι ενοικιαστές όχι μόνο δεν δέχονται να καταβάλλουν την συμφωνηθείσα αύξηση μισθώματος, αλλά αντιθέτως ζητούν μείωσή του. Εάν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου δεχθεί την μείωση του μισθώματος, υπογράφεται νέα συμφωνία ή τροποποίηση της υπάρχουσας που αναγράφει το νέο, μειωμένο μίσθωμα. Σε μία τέτοια περίπτωση το όφελος για τον ιδιοκτήτη είναι ότι αποφεύγονται οι δικαστικές διαμάχες, αλλά και ότι κρατάει τον ενοικιαστή, εφόσον αυτός καταβάλει εμπροθέσμως τα ενοίκια, ώστε να μην μείνει άδειο το κατάστημα και απολέσει έτσι εισόδημα. Από την άλλη πλευρά ο ενοικιαστής ωφελείται από μία εξώδικη συμφωνία για μείωση μισθώματος, διότι έτσι μειώνει ένα βασικό έξοδο της επιχείρησής του, αντιμετωπίζει καλύτερα την μείωση του τζίρου και την πτώση της αγοράς, αλλά και αποφεύγει την πολυέξοδη ταλαιπωρία της μετεγκατάστασης σε άλλο μίσθιο, ή και το κλείσιμο της επιχείρησής του. Αν όμως οι δύο πλευρές, (ιδιοκτήτης και μισθωτής - ενοικιαστής), δεν συμφωνήσουν εξωδίκως, ο μισθωτής μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει με δικαστική απόφαση να μειωθεί το μηναίο ενοίκιο, λόγω της απρόβλεπτης οικονομικής κρίσης. Ο μισθωτής συνήθως επικαλείται το άρθρο 388 του Αστικού Κώδικα, που ορίζει ότι αν οι συνθήκες επί των οποίων τα δύο μέρη στήριξαν την απόφασή τους για την μίσθωση, έχουν μεταβληθεί, κατά τρόπο που δεν μπορούσε να προβλεφθεί, με αποτέλεσμα το ενοίκιο να καθίσταται πλέον υπέρμετρα επαχθές για τον ενοικιαστή, το δικαστήριο μπορεί να αναπροσαρμόσει το μίσθωμα στο μέτρο που αρμόζει. Η επελθούσα οικονομική κρίση στην Ελλάδα από το 2010 και μετά αποτελεί μεταβολή των συνθηκών που δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Δεν αποτελεί δηλαδή απλή εξέλιξη εντός των κινδύνων της επιχειρηματικής δραστηριότητας που οφείλει ο επιχειρηματίας να λαμβάνει υπόψιν του όταν αναλαμβάνει μία συναλλαγή και μία εμπορική δραστηριότητα, αλλά κάτι μεγαλύτερο, πολύ πιο σημαντικό, το οποίο δεν ανήκει στους συνήθεις επιχειρηματικούς κινδύνους, αλλά είναι μία εντελώς απρόβλεπτη εξέλιξη που επηρεάζει δυσμενώς όλη την αλυσίδα της αγοράς, με την αρχική δραστική μείωση εισοδημάτων των πολιτών που έχει ως συνέπεια την μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, που οδηγεί στην μείωση της εμπορικής κίνησης και άρα στον περιορισμό των πωλήσεων και των κερδών των επιχειρήσεων, που μισθώνουν ακίνητα και οι οποίες αδυνατούν έτσι να πληρώνουν το υψηλό ενοίκιο, που είχε συμφωνηθεί πριν επέλθει η κρίση. Στην υπ΄αριθ. 998/2014 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία επιχείρηση σε μεγάλη πόλη της Θεσσαλίας είχε μισθώσει προ του 2010 κεντρικό κατάστημα έναντι μισθώματος 8.000 ευρώ μηνιαίως και με πρόβλεψη αυξήσεως 1% πάνω από τον πληθωρισμό κάθε χρόνο. Μετά την κρίση προσέφυγε στο δικαστήριο βάσει του άρθρου 388 ΑΚ, επικουρικώς δε με το 288 ΑΚ, ζητώντας μείωση μισθώματος στο ποσό των 4.950 ευρώ το μήνα, από 8.700 ευρώ που είχε ανέλθει με τις ετήσεις αυξήσεις. Το Πρωτοδικείο μείωσε το μίσθωμα στο ποσό των 7.149 ευρώ. Αμφότεροι οι διάδικοι (ενοικιαστής και ιδιοκτήτης) άσκησαν έφεση και το Εφετείο μείωσε, με διαφορετική νομική αιτιολογία, το μίσθωμα στο ποσό των 6.720 ευρώ. Ο ιδιοκτήτης προσέφυγε στον Άρειο Πάγο, ο οποίος έκρινε ότι η απόφαση του Εφετείου έπρεπε να αναιρεθεί, εξαιτίας του μέρους αυτής που όριζε την ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος και τελικώς η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Εφετείο, για να ξαναδικασθεί σύμφωνα με τους όρους που έθεσε ο Άρειος Πάγος. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Saturday, March 28, 2015

Πώς περιγράφουμε του ακίνητο που διεκδικούμε στο Δικαστήριο

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Εκείνος που είναι κύριος, δηλ. ιδιοκτήτης ενός ακινήτου, δικαιούται να το χρησιμοποιεί με κάθε νόμιμο τρόπο, να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα και τις ιδιότητές του, αλλά και να το προστατεύει από κάθε μη δικαιούχο που είτε αμφισβητεί την κυριότητα του ιδιοκτήτη, είτε το καταπατά, ολόκληρο ή τμήμα του. Ειδικώς όταν πρόκειται για καταπάτηση τμήματος ενός ακινήτου, η περιγραφή στο δικαστήριο του τμήματος, που είναι μέρος του μεγαλυτέρου ακινήτου, πρέπει να είναι λεπτομερής και ακριβής, ώστε να το εξατομικεύει. Ο κύριος επομένως του ακινήτου, μέρος του οποίου έχει καταπατηθεί, προσφεύγει στο δικαστήριο ασκώντας συνήθως την διεκδικητική αγωγή, στην οποία εκτός του ότι πρέπει να περιγράφει πόση είναι η έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, πρέπει επίσης να προσδιορίσει τη θέση του διεκδικουμένου τμήματος μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο. Εάν δεν υπάρχουν σταθερά όρια, θα πρέπει στην αγωγή να αναφέρονται και οι πλευρικές διαστάσεις του καταπατημένου τμήματος, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, για να μπορεί ο εναγόμενος να αντιτάξει την άμυνά του και το δικαστήριο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να εκδώσει απόφαση που να μπορεί να εφαρμοσθεί. Εάν δεν περιγράφεται με επαρκή λεπτομέρεια η θέση του τμήματος που καταπατήθηκε, εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου, που δεν έχει καταπατηθεί ολόκληρο, μπορεί να προκύπτουν αμφιβολίες ως προς το ποιό ακριβώς τμήμα υποστηρίζει ο κύριος του ακινήτου ότι έχει καταπατηθεί και η αγωγή να απορριφθεί από το δικαστήριο ως αόριστη. Στην πλήρη εξατομίκευση και ταυτοποίηση του καταπατημένου τμήματος μέσα στον χώρο και στο μεγαλύτερο ακίνητο συμβάλλει συνήθως η ενσωμάτωση στο κείμενο της αγωγής και προσφάτου τοπογραφικού, που αποτυπώνει τόσο το μεγαλύτερο ακίνητο, όσο και το μικρότερο τμήμα αυτού που έχει καταπατηθεί. Όταν ένα τέτοιο λεπτομερές τοπογραφικό περιλαμβάνεται στην αγωγή, διασφαλίζεται ότι ο εναγόμενος, που κατηγορείται ότι έχει διαπράξει την καταπάτηση, δεν θα μπορεί να προφασισθεί ότι δεν μπορεί να καταλάβει ποιό τμήμα τον κατηγορούν ότι έχει καταπατήσει, αλλά και το δικαστήριο θα μπορεί να διαμορφώσει πλήρη κρίση για την θέση και τις διαστάσεις του καταπατημένου τμήματος. Στην υπ' αριθ. 1116/2014 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν στην αγωγή τους ότι έχουν στην κυριότητά τους έναν παραλιακό αγρό εκτάσεως δεκαπέντε περίπου στρεμμάτων, περιγράφοντας πλήρως την θέση του αγρού αυτού. Ακολούθως, ισχυρίσθηκαν ότι ο εναγόμενος είχε καταπατήσει τμήμα του εν λόγω παραλιακού αγρού, επιφανείας περίπου επτά στρεμμάτων. Στην αγωγή όμως δεν προσδιοριζόταν με ακρίβεια η θέση του καταπατημένου τμήματος. Υπήρχε μάλιστα μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στον ισχυρισμό της αγωγής ότι το καταπατημένο τμήμα είναι επτά στρέμματα (από τον συνολικό αγρό των δεκαπέντε στρεμμάτων) και στην έκθεση του πραγματογνώμονος, που βρήκε το επίδικο τμήμα δεκατέσσερα στρέμματα και όχι επτά. Μία ακόμα έλλειψη της αγωγής ήταν ότι δεν ανέφερε τις πλευρικές διαστάσεις του καταπατημένου τμήματος, ούτε προφανώς ήταν ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό που να απεικονίζει με τεχνική λεπτομέρεια τόσο το όλο ακίνητο, όσο και το καταπατημένο τμήμα του. Παρά ταύτα, το Πρωτοδικείο έκρινε την αγωγή ορισμένη και την εδέχθη ως βάσιμη. Ακολούθως, ο ηττηθείς διάδικος άσκησε έφεση και το Εφετείο έκρινε αντίθετα από το Πρωτοδικείο, ότι δηλ. η αγωγή δεν ήταν ορισμένη λόγω μη επαρκούς περιγραφής του καταπατημένου τμήματος και συνακόλουθης αδυναμίας εξατομικεύσεως και ταυτοποιήσεώς του μέσα στον χώρο και εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου και γι' αυτό την απέρριψε ως αόριστη. Ο Άρειος Πάγος στον οποίο έφθασε τελικώς η υπόθεση, δικαίωσε την απόφαση των εφετών, κρίνοντας (όπως και το Εφετείο) ότι η αγωγή ήταν αόριστη, διότι δεν προσδιόριζε με τέτοια ακρίβεια ποιό ακριβώς ήταν το τμήμα του μεγαλυτέρου ακινήτου για το οποίο υπήρχε ισχυρισμός καταπάτησης και ποιά η ακριβής θέση του, ώστε να μπορεί να εκδώσει απόφαση που να μπορεί να εφαρμοσθεί επί τόπου, δηλ. να μπορεί δικαστικός επιμελητής σε συνεργασία με μηχανικό να προσδιορίσουν την ακριβή θέση του επιδίκου τμήματος και να εφαρμόσουν ό,τι θα έχει αποφασίσει το δικαστήριο. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr