Friday, May 12, 2017

Αλλοδαπή δικαστική απόφαση μπορεί να ισχύσει στην Ελλάδα Του Χρήστου Ηλιόπουλου*

Αλλοδαπή δικαστική απόφαση μπορεί να ισχύσει στην Ελλάδα Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Πολλές φορές ομογενείς που έχουν στα χέρια τους μία δικαστική απόφαση από χώρα του εξωτερικού, όπως είναι και ο Καναδάς, χρειάζονται η εν λόγω αλλοδαπή απόφαση να ισχύσει και στην Ελλάδα. Αυτό είναι συχνά αναγκαίο εάν επί παραδείγματι η δικαστική απόφαση αφορά χρηματική οφειλή του Α προς τον Β, η οποία έχει επικυρωθεί με δικαστική απόφαση στον Καναδά, αλλά ο Α, που είναι ο οφειλέτης, δεν έχει περιουσία στον Καναδά, έχει όμως στην Ελλάδα. Η απόφαση πρέπει τότε να αποκτήσει νομική ισχύ στην Ελλάδα, ώστε μετά να γίνει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επί περιουσιακών στοιχείων που έχει ο Α στην Ελλάδα, όπως ακίνητα ή τραπεζικούς λογαριασμούς και κατ’ αυτόν τον τρόπο να ικανοποιηθεί η εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο (δικαστική απόφαση) απαίτηση του Β. Μία άλλη πολύ συχνή περίπτωση είναι η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που λύει τον γάμο μεταξύ δύο προσώπων, που μπορεί να είχαν παντρευτεί στην Ελλάδα ή στον Καναδά. Η απόφαση διαζυγίου του καναδικού δικαστηρίου πρέπει να καταχωρηθεί και στο δημοτολόγιο στην οικογενειακή μερίδα του Έλληνα πρώην συζύγου, είτε διότι αυτός θέλει μετά να τελέσει νέο γάμο, είτε διότι απλώς θέλει να έχει εν τάξει την οικογενειακή του κατάσταση στην Ελλάδα και να μην φαίνεται νυμφευμένος – παντρεμένος, ενώ έχει βγάλει διαζύγιο στον Καναδά. Ακόμα και για λόγους μετέπειτα κληρονομικής διαδοχής μπορεί κάποιος να θέλει η αλλοδαπή απόφαση διαζυγίου να ισχύσει και στην Ελλάδα, ώστε να μην φαίνεται πλέον ως παντρεμένος στην Ελλάδα και έτσι όταν κληρονομηθεί να μην τον κληρονομήσει ο / η πρώην σύζυγός του. Όταν λοιπόν επιθυμούμε η αλλοδαπή δικαστική απόφαση να ισχύσει και στην Ελλάδα, πρέπει να γίνει ένα δικαστήριο στην Αθήνα, όπου θα προσκομισθεί η αλλοδαπή δικαστική απόφαση, είτε με Απστίλλη (Σύμβαση της Χάγης της 5ης Οκτωβρίου 1961), αν προέρχεται από χώρα που είναι μέλος της σχετικής διεθνούς συμβάσεως, είτε με επικύρωση από το ελληνικό προξενείο της ξένης χώρας, ή από το προξενείο της ξένης χώρας στην Ελλάδα, εάν η χώρα αυτή δεν μετέχει στην εν λόγω διεθνή σύμβαση περί Αποστίλλης, όπως ο Καναδάς. Η αλλοδαπή απόφαση πρέπει να προσκομισθεί τόσο στο πρωτότυπό της στην γλώσσα του αλλοδαπού δικαστηρίου, όσο και σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική, είτε από την μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος, είτε από δικηγόρο στην Ελλάδα, που θα μπορεί καλύτερα να αντιπαραβάλλει τους νομικούς όρους μεταξύ των δύο γλωσσών και των δύο νομικών συστημάτων, ερμηνεύοντας καλύτερα στην ελληνική την σχετική ορολογία. Απαιτείται επίσης να αποδεικνύεται ότι η αλλοδαπή απόφαση είναι αμετάκλητη, κατά το ελληνικό δίκαιο, που συνήθως στο αλλοδαπό δίκαιο σημαίνει «τελεσίδικη, final, absolute» ή κάτι παρόμοιο. Αυτό μπορεί να προκύπτει από το κείμενο της ίδιας της αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως, είτε από ξεχωριστό πιστοποιητικό της γραμματείας του αλλοδαπού δικαστηρίου ή ακόμα και από έγγραφο του δικαστή. Μεγάλη προσοχή πρέπει να δίδεται στο κείμενο της αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως, διότι αποφάσεις από διάφορες χώρες του κόσμου έχουν εντελώς διαφορετική μορφή εν σχέσει προς τις προδιαγραφές του κειμένου μίας ελληνικής δικαστικής αποφάσεως. Συχνά προσκομίζεται στην Ελλάδα έγγραφο από ξένη χώρα που δεν είναι δικαστική απόφαση διαζυγίου, αλλά πιστοποιητικό (certificate) διαζυγίου. Αυτό δεν θα γίνει δεκτό από το ελληνικό δικαστήριο, διότι αναγνώριση δεδικασμένου και νομική ισχύς μπορεί να δοθεί στην Ελλάδα μόνο σε αλλοδαπή δικαστική απόφαση και όχι σε αλλοδαπό πιστοποιητικό. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Ταυτοποίηση ακινήτου στο δικαστήριο

Ταυτοποίηση ακινήτου στο δικαστήριο Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Ότι οι Έλληνες έχουν μία σχέση λατρείας με τα ακίνητα δεν είναι καινούργια διαπίστωση. Τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, όπου έχουν μεταναστεύσει Έλληνες, το ποσοστό κατά το οποίο έχουν την κυριότητα των ακινήτων στα οποία διαμένουν, αλλά και άλλων, προσθέτων ακινήτων, είναι αρκετά μεγάλο, εν συγκρίσει προς άλλες εθνικότητες. Στο εξωτερικό, όπου το σύστημα καταγραφής της κυριότητας των ακινήτων είναι οργανωμένο, αλλά και οι πολίτες των ξένων χωρών δεν διακατέχονται από έναν υψηλό βαθμό δικομανίας, δεδομένου και του ιδιαιτέρως υψηλού κόστους πρόσβασης στην δικαιοσύνη (μεγάλες δικηγορικές αμοιβές και υψηλά δικαστικά έξοδα), οι δικαστικές διαμάχες αναφορικώς με την ιδιοκτησία ακινήτων είναι περιορισμένες. Στην Ελλάδα αντιθέτως, όπου το σύστημα καταγραφής των ακινήτων δεν είναι πάντοτε το πιο οργανωμένο, ούτε η περιγραφή και η ταυτοποίηση των ακινήτων στα συμβόλαια δεν ήταν η πλέον αναλυτική, σε συνδυασμό με την έλλειψη του Κτηματολογίου μέχρι προσφάτως, οι διενέξεις στα δικαστήρια για δικαιώματα επί ακινήτων είναι πολλές και συνήθως διαρκούν χρόνια. Ένα γεγονός που έφερε επίσης στην επιφάνεια πολλές δικαστικές διαμάχες για ακίνητα τα τελευταία χρόνια είναι και η εισαγωγή του θεσμού του Κτηματολογίου σε πολλές περιοχές της Ελλάδος, όπου οι ιδιοκτήτες ακινήτων καλούνται να δηλώσουν τα εμπράγματα δικαιώματά τους. Κατά την διάρκεια της υποβολής των δηλώσεων αυτών και της ταυτοποίησης των δηλούμενων ακινήτων και τους συσχετισμού τους με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, προκύπτουν πολλές διαφωνίες και συγκρούσεις, διότι συχνά το ίδιο ακίνητο ή μέρος αυτού, διεκδικούν περισσότεροι του ενός ιδιοκτήτες. Όταν συμβεί λοιπόν το απευκταίο, όταν δηλαδή με αφορμή τις δηλώσεις στο Κτηματολόγιο σε μία περιοχή που εντάσσεται στο νέο σύστημα, προκύπτει ότι το ίδιο ακίνητο, ή μέρος αυτού, διεκδικείται από περισσοτέρους, ένας ή περισσότεροι εμπλεκόμενοι καταθέτουν αγωγή στο δικαστήριο για να διεκδικήσουν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου. Το ακίνητο στην αγωγή αυτή πρέπει να περιγράφεται αναλυτικώς και λεπτομερώς κατά θέση, όρια, επιφάνεια, ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων και με άλλα χαρακτηριστικά, ώστε να εξατομικεύεται πλήρως η εδαφική έκταση που αποτελεί το αντικείμενο της δικαστικής διαμάχης και να μπορεί ο αντίδικος να καταλάβει για ποιό συγκεκριμένο τμήμα γης πρόκειται, αλλά και οι δικαστές να μπορούν να αποφασίσουν επί συγκεκριμένων ισχυρισμών. Ειδικώς όταν επίδικο δεν είναι ολόκληρο το ακίνητο, αλλά μέρος ενός ακινήτου, τα δικαστήρια στην Ελλάδα απαιτούν η περιγραφή του διεκδικούμενου τμήματος να είναι πολύ αναλυτική, ώστε να περιλαμβάνει αποτύπωση όχι μόνο του τμήματος που διακδικείται, αλλά και αποτύπωση του μεγαλυτέρου ακινήτου, τμήμα του οποίου είναι το διεκδικούμενο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει στην αγωγή να προσδιορίζεται η θέση του διεκδικούμενου τμήματος εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου, ώστε και ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί έναντι της αγωγής, αλλά και το δικαστήριο να είναι σε θέση να κρίνει το βάσιμο ή μη της αγωγής, από τη μία πλευρά και των ισχυρισμών του εναγομένου, από την άλλη. Στην υπ’ αριθ. 157/2016 απόφασή του το Εφετείο Πατρών, σε υπόθεση που ανέκυψε με αφορμή και την διαδικασία δηλώσεων στο Κτηματολόγιο, απέρριψε ως αόριστη αγωγή που αναφερόταν σε διεκδικούμενα τμήματα ενός ευρυτέρου ακινήτου, διότι η αναφορά στην έκταση (τετραγωνικά μέτρα) εκάστου διεκδικούμενου τμήματος δεν ταυτιζόταν με το συνολικό αίτημα της αγωγής και η περιγραφή γενικώς της θέσης, της επιφάνειας και του σχήματος των διεκδικουμένων τμημάτων εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου, ούτε λεπτομερής ήταν, ούτε σαφής και ορισμένη. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Monday, May 1, 2017

Το DNA δείχνει αν η διαθήκη είναι γνήσια ή πλαστή

Το DNA δείχνει αν η διαθήκη είναι γνήσια ή πλαστή

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*



Οι υποθέσεις αμφισβήτησης της γνησιότητας διαθήκης ή και άλλων εγγράφων, όπως επιταγών, συναλλαγματικών κλπ. είναι πολύ συχνές. Σ΄ αυτές τα δικαστήρια καλούνται να κρίνουν εάν το συγκεκριμένο έγγραφο που έχει νομικές συνέπειες, είναι γνήσιο ή πλαστογραφημένο. Αρκετές είναι οι περιπτώσεις στις οποίες γραφολόγοι ελέγχουν με κάθε λεπτομέρεια την γραφή και την υπογραφή του επιμάχου εγγράφου, π.χ. μίας ιδιόγραφης διαθήκης που έχει προσβληθεί ως πλαστή, αλλά το συμπέρασμα που εξάγει ο καθένας τους είναι διαφορετικό και συχνά αντίθετο με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο άλλος ή οι άλλοι γραφολόγοι, που κλήθηκαν από την πλευρά των αντιδίκων.
Το ερώτημα που ανακύπτει φυσιολογικά είναι πώς είναι δυνατόν δύο ή και περισσότεροι γραφολόγοι, που εξήτασαν εξονυχιστικά το ίδιο έγγραφο, του οποίου η γνησιότητα αμφισβητείται, συγκρίνοντάς το με άλλα γραπτά του φερόμενου ως συντάκτη του, να φθάνουν σε αντίθετα μεταξύ τους συμπεράσματα σε μακροσκελείς γραφολογικές εκθέσεις, στις οποίες αναφέρουν πλήθος λεπτομερειών και χαρακτηριστικών της χάραξης των γραμμάτων, των αριθμών, του τρόπου γραφής, της νευρικότητας του συντάκτη του εγγράφου, της ταχύτητας της γραφής, της πυκνότητας ή μη των λέξεων και πολλών άλλων χαρακτηριστικών του προς εξέταση εγγράφου.
Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, μήνες μετά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του και κρίνει υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης, εάν δηλ. η διαθήκη είναι γνήσια ή πλαστή. Τις περισσότερες φορές ακολουθεί και δίκη σε ανώτερο βαθμό, στο Εφετείο, το οποίο επίσης εκδίδει την απόφασή του, είτε επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση είτε κρίνοντας διαφορετικά.
Η αμφισβήτηση ωστόσο παραμένει στο βάθος του μυαλού κάθε παράγοντα της δίκης, διότι ακόμα και όταν το δικαστήριο κρίνει με τον έναν τρόπο, γνωρίζουμε ότι εκτός από την μία ή τις περισσότερες γραφολογικές εκθέσεις και την πραγματογνωμοσύνη ενδεχομένως που έκριναν υπέρ της μίας άποψης, υπήρξαν ένας ή περισσότεροι γραφολόγοι που είχαν σε μακροσκελείς εκθέσεις τους υποστηρίξει το αντίθετο συμπέρασμα.
Την σχετικά θολή αυτή κατάσταση μπορεί να φωτίσει περισσότερο η νέα τεχνολογία της ανάλυσης του γενετικού υλικού, δηλ. του DNA. Με πολύ απλά λόγια και εντελώς περιληπτικά, η νέα μέθοδος ελέγχει την γνησιότητα του εγγράφου ως εξής: υποτίθεται ότι μία συγκεκριμένη ιδιόγραφη διαθήκη έχει δημοσιευθεί από το δικαστήριο στην Ελλάδα και φέρεται να έχει συνταχθεί από τον Α, που έχει αποβιώσει. Κάποιος που έχει έννομο συμφέρον αμφισβητεί ότι το έγγραφο που εμφανίζεται ως διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον Α και υποστηρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστογραφημένο και δεν πρέπει να ισχύει ως διαθήκη. Οι ειδικοί επιστήμονες εφαρμόζοντας τις αρχές της μοριακής βιολογίες μπορούν να εξετάσουν λεπτομερώς το πρωτότυπο του εγγράφου που έχει κατατεθεί στο δικαστήριο ως διαθήκη και να προσπαθήσουν να εντοπίσουν ίχνη σ’ αυτό από το γενετικό υλικό του Α ή και άλλων προσώπων.
Κατά τον χρόνο σύνταξης του εγγράφου εκείνος που γράφει στο χαρτί, ο συντάκτης δηλ. του εγγράφου αφήνει πάνω στο χαρτί γενετικό υλικό, κυρίως από το χέρι του, όπως ιδρώτας ή και άλλα στοιχεία. Εάν έχουμε δείγμα από το γενετικό υλικό του Α σε αντικείμενα που δεν αμφισβητείται ότι ήταν δικά του, όπως π.χ. ρούχα του, μπορεί να γίνει σύγκριση του DNA που εντοπίζεται σ’ αυτά τα αντικείμενα (δειγματικό υλικό) με το DNA επί του χαρτιού της διαθήκης. Εάν συμπίπτει το DNA μεταξύ δειγμάτων και διαθήκης μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η διαθήκη γράφτηκε και υπεγράφη από τον Α, είναι δηλαδή γνήσια. Η εξέταση συνεπώς μίας διαθήκης που έχει προσβληθεί ως πλαστή, όχι μόνο από γραφολόγους, αλλά πλέον και από επιστήμονες της μοριακής βιολογίας αναφορικώς με το DNA που έχει αποτεθεί στο γραπτό, μπορεί να ανοίξει νέους ορίζοντες στην αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων και να συμβάλλει στην διαμόρφωση ακόμη μεγαλύτερης εμπιστοσύνης στην ορθότητα της τελικής κρίσεως του δικαστηρίου.

 *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος
 είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, 
Master of Laws.



Monday, April 17, 2017

Κληρονομιά εξωτερικού για κάτοικο Ελλάδος

Κληρονομιά εξωτερικού για κάτοικο Ελλάδος


Του Χρήστου Ηλιόπουλου*


Πολλές φορές έχουμε αναφερθεί σε υποθέσεις κληρονομίας, στις οποίες η κληρονομιαία περιουσία βρίσκεται στην Ελλάδα, αναλύοντας τι χρειάζεται να κάνει ο κληρονόμος, είτε είναι κάτοικος Ελλάδος, είτε κάτοικος εξωτερικού, ώστε να λάβει το μερίδιό του. Στο σημείωμα αυτό αναφερόμαστε στις περιπτώσεις όπου η κληρονομιά βρίσκεται στο εξωτερικό και ο κληρονόμος είναι κάτοικος Ελλάδος. Τι πρέπει να κάνει ο κάτοικος Ελλάδος που είναι κληρονόμος περιουσίας που βρίσκεται στο εξωτερικό για να κληρονομήσει; Ιδιαιτέρως δε, υποχρεούται να δηλώσει το κληρονομικό μερίδιο που έλαβε από το εξωτερικό στην εφορία στην Ελλάδα;
Ο κάτοικος Ελλάδος θα κληρονομήσει το μερίδιό του από την κληρονομιά εξωτερικού βάσει του δικαίου της χώρας όπου βρίσκεται η κληρονομιά. Δηλαδή, τα ακίνητα, οι τραπεζικοί λογαριασμοί και ό,τι άλλο στοιχείο περιλαμβάνεται στην περιουσία του προσώπου που απεβίωσε, θα διανεμηθούν στους κληρονόμους κατ’ αρχάς δυνάμει των νόμων που ισχύουν στην χώρα όπου βρίσκονται αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. Αντιστοίχως, αρμόδιοι για να συμβουλεύσουν τον κληρονόμο της Ελλάδας για το ποσοστό του μεριδίου του και για την διαδικασία είναι δικηγόροι, λογιστές και συμβολαιογράφοι της χώρας όπου βρίσκεται η κληρονομία, οι οποίοι γνωρίζουν το νόμο στην χώρα όπου ασκούν το επάγγελμά τους.
Εάν η κληρονομιά εξωτερικού έχει περίπλοκα ζητήματα και υπάρχουν αμφισβητήσεις, διαφωνίες και αντιδικίες μεταξύ των κληρονόμων, ο κληρονόμος Ελλάδος ίσως θα πρέπει να αναθέσει σε δικηγόρο της χώρας του εξωτερικού την εκπροσώπησή του, για να προστατεύσει τα δικαιώματά του και να λάβει όσα δικαιούται. Αν ωστόσο δεν υπάρχει αντιδικία, ή αν ο κληρονόμος Ελλάδος δεν έχει γνώση της κληρονομίας του εξωτερικού και ό,τι περιμένει να λάβει θα είναι απλώς ένα απρόσμενο δώρο το οποίο ποτέ δεν περίμενε και δεν είχε υπολογίσει, τις περισσότερες φορές αυτό που θα κάνει είναι να αναμένει την ολοκλήρωση της κληρονομικής διαδοχής ώστε ένας δικηγόρος από το εξωτερικό, ή ένας συγγενής που ζει εκεί και παρακολουθεί την υπόθεση, να στείλει στον κληρονόμο Ελλάδος το μερίδιό του, αν είναι χρήματα ή ρευστοποιημένα ακίνητα και ο κληρονόμος Ελλάδος να πει ένα μεγάλο “ευχαριστώ” στην καλή του τύχη.  
Το επόμενο ερώτημα όμως για τον κληρονόμο που κατοικεί στην Ελλάδα είναι εάν πρέπει να δηλώσει στην εφορία το κληρονομικό μερίδιο που έλαβε από το εξωτερικό. Εάν μάλιστα έχουν κατατεθεί χρήματα στον τραπεζικό του λογαριασμό στην Ελλάδα από το εξωτερικό, ειδικώς αν το ποσό δεν είναι μικρό, πρέπει να είναι προετοιμασμένος για ερωτήσεις ή και για έλεγχο από την εφορία για την προέλευση των χρημάτων. Ο βασικός νόμος στην Ελλάδα για την φορολόγηση κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών ορίζει ότι ο κάτοικος Ελλάδος, ανεξαρτήτως της υπηκοότητός του, αν δηλαδή είναι Έλληνας ή όχι, πρέπει να δηλώσει το κληρονομικό μερίδιο που έλαβε από το εξωτερικό αν ο κληρονομούμενος (αυτός που απεβίωσε) είχε την ελληνική υπηκοότητα και είχε κινητή περιουσία (τραπεζικές καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα κλπ., έργα τέχνης ή άλλα κινητά αξίας) στο εξωτερικό, από την οποία προήλθε η κληρονομιά.
Σε φόρο κληρονομίας υποβάλλεται και η κινητή περιουσία που ήταν στο εξωτερικό ενός αλλοδαπού υπηκόου, που είχε όμως την κατοικία του στην Ελλάδα. Όμως, αν ο κληρονομούμενος (Έλλην υπήκοος) που άφησε περιουσία (κινητά και χρήματα κλπ.) στο εξωτερικό ήταν κάτοικος εξωτερικού για τουλάχιστον δέκα χρόνια, τότε ο κληρονόμος στην Ελλάδα δεν υποχρεούται να πληρώσει φόρο στην Ελλάδα για την κληρονομιά που έλαβε από το εξωτερικό. Στην απαλλαγή δεν περιλαμβάνονται περιουσίες δημοσίων υπαλλήλων, στρατιωτικών και υπαλλήλων επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Ελλάδα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά εγκαταστάθηκαν στην αλλοδαπή λόγω της ιδιότητός τους αυτής.
Επομένως, αν η κληρονομιά στο εξωτερικό αποτελείτο από ακίνητα, το κληρονομικό μερίδιο του κατοίκου Ελλάδος δεν φορολογείται στην Ελλάδα. Αν το μερίδιο του κατοίκου Ελλάδος φορολογηθεί στην Ελλάδα, σημασία έχει και το αν καταβλήθηκε φόρος στο εξωτερικό και πόσος ήταν αυτός. Επίσης, πάντοτε πρέπει να ερευνούμε τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες κάθε υποθέσεως ξεχωριστά, διότι ακόμα και μία μικρή διαφορά στα πραγματικά περιστατικά μπορεί να δίνει διαφορετικό νομικό αποτέλεσμα από τη μία υπόθεση στην άλλη.
 *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος
 είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, 
Master of Laws.





Στο Δικαστήριο Για Τον Κανονισμό Της Πολυκατοικίας

Στο Δικαστήριο Για Τον Κανονισμό Της Πολυκατοικίας

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*

Αθήνα, 8 Απριλίου 2017. 
Στα αστικά κέντρα της Ελλάδας εδώ και πολλές δεκαετίες έχουν ανεγερθεί εκατοντάδες χιλιάδες κτήρια, οι περίφημες πολυκατοικίες, οι περισσότερες με το σύστημα της αντιπαροχής. Κάθε πολυκατοικία αποτελείται από διαμερίσματα, που νομικώς ονομάζονται οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι οποίες συνήθως ανήκουν σε διαφορετικούς ιδιοκτήτες και μπορεί καθεμία να μεταβιβάζεται ξεχωριστά από τις άλλες οριζόντιες ιδιοκτησίες της ίδιας πολυκατοικίας.
Το βασικό νομικό έγγραφο της κάθε πολυκατοικίας είναι η σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, που συντάσσεται σε συμβολαιογράφο. Σημαντικό έγγραφο είναι επίσης και ο κανονισμός, που συνήθως συντάσσεται μαζί με την σύσταση, όχι όμως πάντοτε. Στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει σύσταση αλλά όχι κανονισμός, το σύνολο των συνιδιοκτητών των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας μπορούν να υπογράψουν σε συμβολαιογράφο τον κανονισμό. Πρέπει όμως να συμφωνεί το 100% των συνιδιοκτητών.
Τι γίνεται όμως όταν υπάρχει ανάγκη να καταρτισθεί κανονισμός, προκειμένου να ρυθμισθούν σημαντικά ζητήματα της πολυκατοικίας, όπως η αναλογία εκάστου διαμερίσματος στις κοινές δαπάνες, αλλά και η χρήση κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής και του οικοπέδου αυτής; Το άρθρο 9 του Νόμου 1562/1985 ορίζει ότι το 60% των συγκυρίων, ήτοι συνιδιοκτήτες που έχουν το 60% των χιλιοστών της πολυκατοικίας, μπορούν να ασκήσουν αγωγή στο δικαστήριο και να ζητήσουν να εκδοθεί απόφαση που να δεσμεύει το σύνολο των συνιδιοκτητών, δηλ. και εκείνους που δεν συναινούσαν περί της καταρτίσεως κανονισμού.
Πριν από την άσκηση της αγωγής οι ενάγοντες, δηλ. οι συνιδιοκτήτες που επιθυμούν την κατάρτιση κανονισμού, πρέπει να καταθέσουν σε συμβολαιογράφο 1) σχέδιο κανονισμού και 2) σχέδιο του πίνακα κατανομής ποσοστών εξ αδιαιρέτου του κοινού ακινήτου στις χωριστές ιδιοκτησίες με μνεία της αναλογίας κοινοχρήστων δαπανών που θα βαρύνει κάθε χωριστή ιδιοκτησία. Αυτά τα έγγραφα πρέπει να είναι υπογεγραμμένα από όλους τους συγκυρίους, που ζητούν την σύνταξη κανονισμού ή από πληρεξούσιο τους διορισμένο με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Το δεύτερο μάλιστα εξ αυτών (το σχέδιο πίνακα κατανομής ποσοστών) πρέπει επί πλέον να είναι υπογεγραμμένο από πολιτικό μηχανικό ή αρχιτέκτονα. Η αγωγή, με την οποία ζητείται η κατάρτιση κανονισμού, πρέπει επίσης να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν το δικαίωμα των διαδίκων ως συγκυριών της οικοδομής (κυρίως δηλ. τα συμβόλαια με τα οποία έγιναν κύριοι καθε διαμερίσματος) καθώς και την αξία κάθε επιμέρους διαμερίσματος, αφού έκαστος των συνιδιοκτητών υποχρεούται να συνεισφέρει στα κοινά βάρη με βάση την αξία του διαμερίσματος του οποίου είναι κύριος, οπότε η αξία αυτή αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο για να προσδιορισθεί το ποσοστό συμμετοχής κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας στις δαπάνες κοινοχρήστων.
Στην υπ’ αριθ. 6240/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επικυρώθηκε ως ορθή η απόφαση του Πρωτοδικείου που απέρριψε την αγωγή της πλειοψηφίας των συγκυρίων για δημιουργία κανονισμου, διότι δεν είχε κατατεθεί προηγουμένως σε συμβολαιογράφο σχέδιο κατανομής ποσοστών επί των κοινοχρήστων δαπανών, ενώ στην αγωγή δεν αναφερόταν ούτε και η αξία εκάστού διαμερίσματος.

 *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος
 είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, 
Master of Laws.





A Foreign Will Drafted For Assets in Greece

A Foreign Will Drafted For Assets in Greece  
By Christos ILIOPOULOS*

Clients very often have Wills drafted and probated in other countries and wish to apply them in Greece. They are perfectly valid Wills done abroad, under the law of the country where they were executed, which makes sense according to the legal practice of that country. However, several of those Wills do not always make sense in Greece. In other words, the terms and legal phrases in their content sometimes are not clear enough for the legal practitioner and the authorities in Greece (courts, tax authority, notaries) in order to implement them into the Greek legal order.
So, when the deceased left money at the bank, which will be distributed to the heirs, or assets in Greece, which must be sold by the heirs or the beneficiaries to third parties and a court decision, called Klironomitirio must be issued, the deceased’s Will, which was drafted in the USA, Canada, Australia, the UK or any other country in the world, must have a wording which, when translated in Greek, must by understood in terms of Greek law, since the assets are located in Greece. This is not always the case with foreign Wills. Very often they have a wording which takes for granted legal notions and practices of the country where it is being executed by the testator, but leaves gaps in its interpretation, when the time comes to be probated and implemented in Greece.
An example is when the foreign Will refers to the Executor/Executrix, giving him/her power to sell or dispose of assets, and then distribute the proceeds to the beneficiaries. In Greek law, although the notion of the executor of a Will does exist, in reality it has reduced legal validity. In Greece, those who run the whole process of Will probation and transfer of assets of the deceased are the heirs and beneficiaries themselves. They act on their own and usually do not need the participation of an executor, whose actions in most cases complicate matters at the Greek tax office, the court, or the notary. Another example is when the foreign Will does not clearly provide for the 100% of the deceased’s assets. When the last will and testament says that certain assets go to certain beneficiaries, but other assets of the deceased are left without any indication where the testator wanted them to go, there are more than one interpretations possible for the Will. Especially, in cases where the Will states that the executor is vested with authority to use the assets and dispose of them at will, it may not be clear if the executor will pay the inheritance taxes (if there are any), and then sell the assets, or who else is entitled to do so.
Another example of a Will with ambiguous meaning is the case where the testator leaves an asset to a person, but indicates that after a certain point in time (a specific date) or after an event happens, (the coming of age of a child) the asset must go to another person. If the testator wishes to include in the Will such a provision, the text must be drafted meticulously, so that the Will, when probated in Greece, is possible to be understood and applied.
Finally, perhaps the most common cause for legal ambiguities in Greece with foreign Wills is when the last will and testament provides for the creation of a Trust. The notion of the trust is understood and used in legal texts in common law countries, but very often creates havoc among lawyers and administrative authorities in Greece. For this reason it should either be avoided, when it comes to assets located in Greece, or at least included in the Will only after a lawyer practicing in Greece has been consulted. In some cases it may be wise to make two Wills. One according to the law of the country where the testator has his/her main residence and properties, and another Will, meant for Greece, drafted in such a way that makes it more clear for attorneys and others involved in the probation and implementation of the Will in the Hellenic Republic.
    *Christos ILIOPOULOS, attorney at
the Supreme Court of Greece , LL.M.



Sunday, March 12, 2017

Διανομή ακινήτου και πρόσκληση δανειστών

Διανομή ακινήτου και πρόσκληση δανειστών 

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*

Αθήνα, 4 Μαρτίου 2017.

Πολύ συχνά η κυριότητα ενός ακινήτου δεν ανήκει σε ένα μόνο πρόσωπο, αλλά σε περισσοτέρους. Σ’ αυτή την περίπτωση πρόκειται για συγκυριότητα περισσοτέρων συγκυρίων επί του ιδίου, κοινού όπως λέγεται ακινήτου. Έκαστος των συγκυρίων έχει ένα ποσοστό, δηλ. ένα εξ αδιαιρέτου μερίδιο επί του ιδίου ακινήτου. Ο κάθε ιδιοκτήτης έχει δικαίωμα να απολαμβάνει το ακίνητό του όπως ο ίδιος επιθυμεί, (εντός των πλαισίων του νόμου) και να το διαθέτει κατά βούλησιν. Όταν όμως το ίδιο ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους του ενός συγκυρίους, ανακύπτει το πρόβλημα της από κοινού απόλαυσης, χρήσης ή και διάθεσής του, ιδιαιτέρως όταν οι επιθυμίες των διαφόρων συγκυρίων δεν συμπίπτουν μεταξύ τους.
Την λύση δίνει ο νόμος στην Ελλάδα με την παροχή δικαιώματος σε κάθε συγκύριο, ανεξαρτήτως του αν έχει την πλειοψηφία στο ακίνητο, δηλ. ακόμα και αν έχει ένα μειοψηφικό ποσοστό της τάξεως του 30% ή του 20%, να ασκήσει στο δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται το ακίνητο, την αγωγή διανομής, με την οποία δικαιούται να αιτηθεί την λύση της διανομής, είτε με φυσική διανομή, οπότε ο κάθε συγκύριος λαμβάνει στην αποκλειστική κυριότητά του ένα τμήμα του πρώην κοινού ακινήτου, αν οι πολεοδομικές διατάξεις το επιτρέπουν, είτε, στην εσχάτη των περιπτώσεων, με πώληση του κοινού σε πλειστηριασμό, οπότε οι συγκύριοι μοιράζονται τα χρήματα της πωλήσεως, αναλόγως του μεριδίου εκάστου.
Για να ασκηθεί σωστά η αγωγή διανομής στο δικαστήριο πρέπει να τηρηθούν ορισμένες δικονομικές προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι και η κοινοποίηση της αγωγής όχι μόνο σε όλους τους λοιπούς συγκυρίους, αλλά και σε όσους έχουν επικαρπία, υποθήκη ή ενέχυρο επ’ αυτού, αλλά και σε εκείνους που έχουν επιβάλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αν το ακίνητο ανήκει σε τέσσερις συγκυρίους, (π.χ. τα τέσσερα παιδιά του θανόντος πρώην κυρίου του ακινήτου) και σ’ αυτό είχε επιβληθεί εμπράγματο βάρος από τράπεζα που είχε δανείσει τον πατέρα τους με στεγαστικό δάνειο που δεν έχει ακόμα αποπληρωθεί, όταν το ένα εκ των τεσσάρων παιδιών ασκήσει αγωγή διανομής, πρέπει να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή την αγωγή όχι μόνο στους λοιπούς τρεις συγκυρίους, αλλά και στην τράπεζα, προσεπικαλώντας την να παρέμβει στην δίκη της διανομής, διότι και ο ενυπόθηκος δανειστής (τράπεζα) έχει συμφέρον από την έκβαση της δίκης αυτής.
Το σημείο που φωτίζεται από την υπ’ αριθ. 33/2017 απόφαση του Εφετείου Πατρών είναι ότι κάθε ενυπόθηκος δανειστής του κοινού ακινήτου πρέπει να κλητεύεται για να παραστεί και στην συζήτηση που θα γίνει μετά την άσκηση ενδίκου μέσου, δηλ. εφέσεως ή αναιρέσεως κατά της πρωτοδίκως εκδοθείσας αποφάσεως επί της αγωγής διανομής. Αν μάλιστα δεν κλητευθεί, ανεξαρτήτως του αν είχε παραστεί πρωτοδίκως ή όχι, η συζήτηση του ενδίκου μέσου κηρύσσεται απαράδεκτη από το δικαστήριο και διατάσσεται η κλήτευση του δανειστή. Τότε ο ενδιαφερόμενος για να προχωρήσει η διαδικασία της εφέσεως ή της αναιρέσεως κλητεύει τον ενυπόθηκο δανειστή και μετά με κλήση του προσδιορίζει νέα δικάσιμο για την πρόοδο της δίκης.
Στην συγκεκριμένη υπόθεση, επί πρωτοδίκου αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, ασκήθηκε έφεση από τους εναγομένους, η επισπεύδουσα όμως ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν μερίμνησε για την κλήτευση στο Εφετείο της τράπεζας που είχε ενυπόθηκο δάνειο επί του κοινού ακινήτου, ούτε κάτι τέτοιο έπραξαν και οι εκκαλούντες, οπότε το Εφετείο Πατρών, ενώπιον του οποίου ήρθε να δικασθεί η έφεση, κήρυξε την συζήτηση της εφέσεως απαράδεκτη, μέχρι να κλητευθεί η τράπεζα που έχει το ενυπόθηκο δάνειο και ακολούθως να ορισθεί νέα δικάσιμος για την συζήτηση της εφέσεως.
.
 *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος
 είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, 
Master of Laws.