Sunday, April 26, 2015

Κατεστραμμένη διαθήκη μπορεί να ισχύσει

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Εάν γνωρίζουμε ότι υπήρξε μία διαθήκη, την οποία όμως τώρα δεν την έχουμε πλέον στα χέρια μας, είτε διότι καταστράφηκε, είτε διότι έχει χαθεί, είτε διότι κάποιος την έχει και δεν την παραδίδει για δημοσίευση, υπάρχει τρόπος αυτή η διαθήκη να ισχύσει; Μπορεί μία διαθήκη που την έχουμε δει ότι υπήρχε, να ισχύσει όταν δεν την έχουμε πλέον στα χέρια μας; Η απάντηση είναι ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, υπό προϋποθέσεις. Ο νόμος λέει ότι αν ένα έγγραφο χαθεί ή είναι δυσανάγνωστο ή καταστραφεί, μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει ή ποιό είναι το περιεχόμενό του. Έτσι και στην περίπτωση μίας διαθήκης που γνωρίζουμε ότι υπήρξε, την είχαμε διαβάσει και γνωρίζουμε το περιεχόμενό της, αλλά σήμερα δεν την έχουμε στα χέρια μας ή έχει καταστραφεί, μπορούμε να ζητήσουμε με δικαστική απόφαση να αναγνωρισθεί το περιεχόμενό της και να ισχύσει, έστω κι αν δεν την έχουμε ως έγγραφο. Αυτό συμβαίνει διότι εάν μία διαθήκη καταστραφεί ή χαθεί από παράνομη πράξη κάποιου ή από τυχαίο γεγονός, το κύρος της διαθήκης δεν πλήττεται, εφόσον μπορούμε να αποδείξουμε τι ακριβώς έγραφε. Αν αποδείξουμε ποιές ακριβώς διατάξεις περιλάμβανε η διαθήκη, μπορεί κάποιος που βάσει αυτής κληρονομεί, να στηρίξει τα κληρονομικά του δικαιώματα στην εν λόγω διαθήκη, με την προϋπόθεση ότι μπορεί να αποδείξει τρία πράγματα: Πρώτον ότι η διαθήκη που δεν έχουμε στα χέρια μας, αλλά γνωρίζουμε ότι υπήρξε, είχε συνταχθεί νομότυπα. Είχε δηλαδή γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, εφόσον ήταν ιδιόγραφη, είχε ημερομηνία ή μπορούσε να προσδιορισθεί πότε συνετάγη, είχε στο τέλος υπογραφή του διαθέτη και αυτό που έγραφε δεν ήταν αόριστο ή ακατάληπτο, αλλά αντιθέτως είχε νομική σημασία και μπορούσε να εφαρμοσθεί. Δεύτερον, η διαθήκη έχει σήμερα χαθεί ή καταστραφεί από τυχαίο γεγονός ή από παράνομη πράξη και δεν απωλέσθηκε ή καταστράφηκε από ενέργεια του διαθέτη που μ' αυτόν τον τρόπο είχε πρόθεση να ανακαλέσει την διαθήκη. Εάν δηλαδή είχαμε διαβάσει το περιεχόμενο μίας διαθήκης, αυτή όμως σήμερα είναι κατεστραμμένη επειδή ο ίδιος ο διαθέτης την κατέστρεψε, δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε το περιεχόμενό της, διότι η καταστροφή της από τον διαθέτη είχε την έννοια την ανακλήσεώς της. Τρίτον, η διαθήκη αυτή θα πρέπει να είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο και με βάση αυτό να μπορεί κάποιος να διεκδικήσει κληρονομικά δικαιώματα. Εάν ισχύουν οι τρεις ανωτέρω προϋποθέσεις, αυτός που ενδιαφέρεται να ισχύσει η διαθήκη, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι υπάρχει ή υπήρξε διαθήκη, που είχε συνταχθεί κατά τους ορισμούς του νόμου, ότι η διαθήκη αυτή δεν είναι δυνατόν σήμερα να προσκομισθεί στο δικαστήριο, αλλά ότι παρά ταύτα, αποδεικνύεται ότι η διαθήκη αυτή είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο και ότι όριζε ποιός κληρονομεί και τι, σε τι ποσοστό κλπ. Στην υπ΄αριθ. 484/2013 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία δικηγόρος απεβίωσε και άφησε πλησιέστερους συγγενείς την μητέρα του, δύο αδελφούς και μία αδελφή. Ο θανών είχε συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη, με όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για να ισχύσει, σύμφωνα με την οποία άφηνε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του στην αδελφή του, ενώ στα άλλα δύο αδέλφια του έγραφε ρητώς ότι δεν ήθελε να αφήσει τίποτα. Την διαθήκη του αυτή παρέδωσε στην αδελφή του προς φύλαξη. Μετά τον θάνατό του η διαθήκη έγινε γνωστή και στα τρία αδέλφια του, που αρχικώς παραδέχθηκαν την ύπαρξή της, προέβησαν σε διάφορες συζητήσεις μεταξύ τους, συμφώνησαν περισσότερες από μία φορά να μεταβούν στο δικαστήριο για να την δημοσιεύσουν, όμως στο τέλος, ένας από τους αδελφούς πήρε το πρωτότυπο της διαθήκης και αρνήθηκε αργότερα να το παρουσιάσει. Μετά από κάποιο διάστημα μάλιστα οι δύο αδελφοί αρνήθηκαν εντελώς την ύπαρξη της διαθήκης. Τα αδέλφια είχαν στο μεταξύ φωτοτυπικά αντίγραφα της πρωτότυπης διαθήκης και έτσι η αδελφή, που βάσει της διαθήκης κληρονομούσε τον αδελφό της, μπόρεσε να αποδείξει στο δικαστήριο ότι παρά το ότι δεν είχε στα χέρια της το πρωτότυπο της διαθήκης, το περιεχόμενο αυτής ήταν συγκεκριμένο και όριζε ότι η ίδια ήταν η μοναδική κληρονόμος. Τόσο το Πρωτοδικείο, όσο και το Εφετείο δέχθηκαν την αγωγή της αδελφής και ανεγνώρισαν ότι υπήρξε διαθήκη που όριζε ότι κληρονόμος του θανόντος ήταν εκείνη. Ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε τις δύο αποφάσεις των κατωτέρων δικαστηρίων και απέρριψε την αναίρεση των αδελφών. Κατ΄αυτόν τον τρόπο ευρέθη νομική διαδικασία ώστε να ισχύσουν οι διατάξεις μίας ιδιόγραφης διαθήκης, παρά το γεγονός ότι η διαθήκη αυτή είχε χαθεί ή καταστραφεί και δεν μπορούσε να προσκομισθεί σε πρωτότυπο στο δικαστήριο για δημοσίευση. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Έξτρα αποζημίωση για αναπηρία ή παραμόρφωση λόγω τροχαίου

Έξτρα αποζημίωση για αναπηρία ή παραμόρφωση λόγω τροχαίου Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Μετά από ένα αυτοκινητικό ατύχημα ή δυστύχημα, κάποιος που επέζησε μπορεί να έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία ή παραμόρφωση, ως αποτέλεσμα του τροχαίου. Αν αυτή η αναπηρία ή παραμόρφωση επιδρά στο μέλλον του, μπορεί το δικαστήριο να του επιδικάσει ειδική αποζημίωση, επιπλέον των λοιπών αποζημιώσεων που δικαιούται ο παθών. Μετά από ένα τροχαίο ατύχημα ο παθών δικαιούται αποζημιώσεως για απωλεσθέντα εισοδήματα, δηλ. για όσα εισοδήματα αδυνατεί να κερδίσει από την εργασία του για το χρονικό διάστημα που δεν είναι ικανός να εργασθεί. Δικαιούται επίσης να λάβει τις δαπάνες στις οποίες αναγκάσθηκε να προβεί εξ αιτίας του ατυχήματος, αλλά και τα ποσά τα οποία υποχρεώθηκε να δαπανήσει για αντικατάσταση καταστραφέντων πραγμάτων, καθώς και άλλα κονδύλια, αναλόγως της κάθε περιπτώσεως. Εκτός από τις παραπάνω αναφερόμενες ζημίες και δαπάνες που αποκαθίστανται με την δικαστική απόφαση, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ιδιαιτέρως εάν κάποιος έχει υποστεί προσβολή "της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Αν το τροχαίο προκάλεσε όχι απλώς τραυματισμό, αλλά θάνατο, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος και ονομάζετεαι ψυχική οδύνη. Πέραν των ανωτέρω αποζημιώσεων, ο νόμος προβλέπει μία ακόμα, η οποία πρέπει να καταβληθεί από τον υπαίτιο του τροχαίου, (συνήθως από την ασφαλιστική του) και η οποία προβλέπεται από το άρθρο 931 του Αστικού Κώδικα, στην περίπτωση που η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προκλήθηκε στον παθόντα επιδρά στο μέλλον του. Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου. Παραμόρφωση αποτελεί κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, όχι κατ' ανάγκην σύμφωνα με τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Σύμφωνα με τις αποφάσεις των δικαστηρίων, για να δοθεί η εύλογη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ειδικώς στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, μία αναπηρία ή παραμόρφωση, κατά το συνήθως συμβαίνον, αποτελεί αρνητικό στοιχείο εν όψει του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής ενός εργαζομένου, ελεύθερου επαγγελματία κλπ. Το ύψος του επιδικαζομένου ευλόγου χρηματικού ποσού υπολογίζεται βάσει του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, λαμβανομένων επίσης υπόψιν της ηλικίας του παθόντος αλλά και του αν αυτός είναι συνυπαίτιος του ατυχήματος. Στην υπ' αριθ. 509/2013 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία το θύμα του τροχαίου υπέστη αναπηρία σε ποσοστό 40%, λόγω παραμόρφωσης τεσσάρων δακτύλων του δεξιού ποδιού του, μαζί με μυική αδυναμία και έντονο περιορισμό κινήσεως στην ποδοκνημική άρθρωση. Αποτέλεσμα του τραυματισμού του ήταν να έχει εμφανή χωλότητα στο βάδισμά του και να καταστεί ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτρονικού μηχανικού, καθώς και για οποιοδήποτε άλλο, κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμο επάγγελμα, που απαιτεί ορθοστασία ή βάδιση. Το Εφετείο επεδίκασε για την συγκεκριμένη αιτία, δυνάμει του άρθρου 931 ΑΚ, πρόσθετη αποζημίωση ύψους 70.000 ευρώ, πέραν της αποζημίωσης για τις άλλες συνέπειες του τραυματισμού και τις δαπάνες αποκατάστασης άλλων ζημιών. Ο Άρειος Πάγος επεκύρωσε την απόφαση του Εφετείου κρίνοντας ότι είχε αιτιολογήσει ορθώς και στο θέμα αυτό το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Sunday, April 12, 2015

Μείωση ενοικίου στην εμπορική μίσθωση στην Ελλάδα

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Μετά το 2010 λόγω της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, πολλές είναι οι επιχειρήσεις που έχουν μισθώσει ακίνητα, οι οποίες ζητούν από τον ιδιοκτήτη του μισθίου μείωση μισθώματος (ενοικίου), επειδή ο κύκλος εργασιών τους έχει μειωθεί. Παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες των μισθώσεων που έχουν συναφθεί πριν το 2010, προβλέπεται αύξηση του ενοικίου σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα πληθωρισμό, μετά την επελθούσα δυσμενή οικονομική κατάσταση, οι ενοικιαστές όχι μόνο δεν δέχονται να καταβάλλουν την συμφωνηθείσα αύξηση μισθώματος, αλλά αντιθέτως ζητούν μείωσή του. Εάν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου δεχθεί την μείωση του μισθώματος, υπογράφεται νέα συμφωνία ή τροποποίηση της υπάρχουσας που αναγράφει το νέο, μειωμένο μίσθωμα. Σε μία τέτοια περίπτωση το όφελος για τον ιδιοκτήτη είναι ότι αποφεύγονται οι δικαστικές διαμάχες, αλλά και ότι κρατάει τον ενοικιαστή, εφόσον αυτός καταβάλει εμπροθέσμως τα ενοίκια, ώστε να μην μείνει άδειο το κατάστημα και απολέσει έτσι εισόδημα. Από την άλλη πλευρά ο ενοικιαστής ωφελείται από μία εξώδικη συμφωνία για μείωση μισθώματος, διότι έτσι μειώνει ένα βασικό έξοδο της επιχείρησής του, αντιμετωπίζει καλύτερα την μείωση του τζίρου και την πτώση της αγοράς, αλλά και αποφεύγει την πολυέξοδη ταλαιπωρία της μετεγκατάστασης σε άλλο μίσθιο, ή και το κλείσιμο της επιχείρησής του. Αν όμως οι δύο πλευρές, (ιδιοκτήτης και μισθωτής - ενοικιαστής), δεν συμφωνήσουν εξωδίκως, ο μισθωτής μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει με δικαστική απόφαση να μειωθεί το μηναίο ενοίκιο, λόγω της απρόβλεπτης οικονομικής κρίσης. Ο μισθωτής συνήθως επικαλείται το άρθρο 388 του Αστικού Κώδικα, που ορίζει ότι αν οι συνθήκες επί των οποίων τα δύο μέρη στήριξαν την απόφασή τους για την μίσθωση, έχουν μεταβληθεί, κατά τρόπο που δεν μπορούσε να προβλεφθεί, με αποτέλεσμα το ενοίκιο να καθίσταται πλέον υπέρμετρα επαχθές για τον ενοικιαστή, το δικαστήριο μπορεί να αναπροσαρμόσει το μίσθωμα στο μέτρο που αρμόζει. Η επελθούσα οικονομική κρίση στην Ελλάδα από το 2010 και μετά αποτελεί μεταβολή των συνθηκών που δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Δεν αποτελεί δηλαδή απλή εξέλιξη εντός των κινδύνων της επιχειρηματικής δραστηριότητας που οφείλει ο επιχειρηματίας να λαμβάνει υπόψιν του όταν αναλαμβάνει μία συναλλαγή και μία εμπορική δραστηριότητα, αλλά κάτι μεγαλύτερο, πολύ πιο σημαντικό, το οποίο δεν ανήκει στους συνήθεις επιχειρηματικούς κινδύνους, αλλά είναι μία εντελώς απρόβλεπτη εξέλιξη που επηρεάζει δυσμενώς όλη την αλυσίδα της αγοράς, με την αρχική δραστική μείωση εισοδημάτων των πολιτών που έχει ως συνέπεια την μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, που οδηγεί στην μείωση της εμπορικής κίνησης και άρα στον περιορισμό των πωλήσεων και των κερδών των επιχειρήσεων, που μισθώνουν ακίνητα και οι οποίες αδυνατούν έτσι να πληρώνουν το υψηλό ενοίκιο, που είχε συμφωνηθεί πριν επέλθει η κρίση. Στην υπ΄αριθ. 998/2014 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία επιχείρηση σε μεγάλη πόλη της Θεσσαλίας είχε μισθώσει προ του 2010 κεντρικό κατάστημα έναντι μισθώματος 8.000 ευρώ μηνιαίως και με πρόβλεψη αυξήσεως 1% πάνω από τον πληθωρισμό κάθε χρόνο. Μετά την κρίση προσέφυγε στο δικαστήριο βάσει του άρθρου 388 ΑΚ, επικουρικώς δε με το 288 ΑΚ, ζητώντας μείωση μισθώματος στο ποσό των 4.950 ευρώ το μήνα, από 8.700 ευρώ που είχε ανέλθει με τις ετήσεις αυξήσεις. Το Πρωτοδικείο μείωσε το μίσθωμα στο ποσό των 7.149 ευρώ. Αμφότεροι οι διάδικοι (ενοικιαστής και ιδιοκτήτης) άσκησαν έφεση και το Εφετείο μείωσε, με διαφορετική νομική αιτιολογία, το μίσθωμα στο ποσό των 6.720 ευρώ. Ο ιδιοκτήτης προσέφυγε στον Άρειο Πάγο, ο οποίος έκρινε ότι η απόφαση του Εφετείου έπρεπε να αναιρεθεί, εξαιτίας του μέρους αυτής που όριζε την ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος και τελικώς η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Εφετείο, για να ξαναδικασθεί σύμφωνα με τους όρους που έθεσε ο Άρειος Πάγος. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Saturday, March 28, 2015

Πώς περιγράφουμε του ακίνητο που διεκδικούμε στο Δικαστήριο

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Εκείνος που είναι κύριος, δηλ. ιδιοκτήτης ενός ακινήτου, δικαιούται να το χρησιμοποιεί με κάθε νόμιμο τρόπο, να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα και τις ιδιότητές του, αλλά και να το προστατεύει από κάθε μη δικαιούχο που είτε αμφισβητεί την κυριότητα του ιδιοκτήτη, είτε το καταπατά, ολόκληρο ή τμήμα του. Ειδικώς όταν πρόκειται για καταπάτηση τμήματος ενός ακινήτου, η περιγραφή στο δικαστήριο του τμήματος, που είναι μέρος του μεγαλυτέρου ακινήτου, πρέπει να είναι λεπτομερής και ακριβής, ώστε να το εξατομικεύει. Ο κύριος επομένως του ακινήτου, μέρος του οποίου έχει καταπατηθεί, προσφεύγει στο δικαστήριο ασκώντας συνήθως την διεκδικητική αγωγή, στην οποία εκτός του ότι πρέπει να περιγράφει πόση είναι η έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, πρέπει επίσης να προσδιορίσει τη θέση του διεκδικουμένου τμήματος μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο. Εάν δεν υπάρχουν σταθερά όρια, θα πρέπει στην αγωγή να αναφέρονται και οι πλευρικές διαστάσεις του καταπατημένου τμήματος, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, για να μπορεί ο εναγόμενος να αντιτάξει την άμυνά του και το δικαστήριο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να εκδώσει απόφαση που να μπορεί να εφαρμοσθεί. Εάν δεν περιγράφεται με επαρκή λεπτομέρεια η θέση του τμήματος που καταπατήθηκε, εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου, που δεν έχει καταπατηθεί ολόκληρο, μπορεί να προκύπτουν αμφιβολίες ως προς το ποιό ακριβώς τμήμα υποστηρίζει ο κύριος του ακινήτου ότι έχει καταπατηθεί και η αγωγή να απορριφθεί από το δικαστήριο ως αόριστη. Στην πλήρη εξατομίκευση και ταυτοποίηση του καταπατημένου τμήματος μέσα στον χώρο και στο μεγαλύτερο ακίνητο συμβάλλει συνήθως η ενσωμάτωση στο κείμενο της αγωγής και προσφάτου τοπογραφικού, που αποτυπώνει τόσο το μεγαλύτερο ακίνητο, όσο και το μικρότερο τμήμα αυτού που έχει καταπατηθεί. Όταν ένα τέτοιο λεπτομερές τοπογραφικό περιλαμβάνεται στην αγωγή, διασφαλίζεται ότι ο εναγόμενος, που κατηγορείται ότι έχει διαπράξει την καταπάτηση, δεν θα μπορεί να προφασισθεί ότι δεν μπορεί να καταλάβει ποιό τμήμα τον κατηγορούν ότι έχει καταπατήσει, αλλά και το δικαστήριο θα μπορεί να διαμορφώσει πλήρη κρίση για την θέση και τις διαστάσεις του καταπατημένου τμήματος. Στην υπ' αριθ. 1116/2014 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση στην οποία οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν στην αγωγή τους ότι έχουν στην κυριότητά τους έναν παραλιακό αγρό εκτάσεως δεκαπέντε περίπου στρεμμάτων, περιγράφοντας πλήρως την θέση του αγρού αυτού. Ακολούθως, ισχυρίσθηκαν ότι ο εναγόμενος είχε καταπατήσει τμήμα του εν λόγω παραλιακού αγρού, επιφανείας περίπου επτά στρεμμάτων. Στην αγωγή όμως δεν προσδιοριζόταν με ακρίβεια η θέση του καταπατημένου τμήματος. Υπήρχε μάλιστα μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στον ισχυρισμό της αγωγής ότι το καταπατημένο τμήμα είναι επτά στρέμματα (από τον συνολικό αγρό των δεκαπέντε στρεμμάτων) και στην έκθεση του πραγματογνώμονος, που βρήκε το επίδικο τμήμα δεκατέσσερα στρέμματα και όχι επτά. Μία ακόμα έλλειψη της αγωγής ήταν ότι δεν ανέφερε τις πλευρικές διαστάσεις του καταπατημένου τμήματος, ούτε προφανώς ήταν ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό που να απεικονίζει με τεχνική λεπτομέρεια τόσο το όλο ακίνητο, όσο και το καταπατημένο τμήμα του. Παρά ταύτα, το Πρωτοδικείο έκρινε την αγωγή ορισμένη και την εδέχθη ως βάσιμη. Ακολούθως, ο ηττηθείς διάδικος άσκησε έφεση και το Εφετείο έκρινε αντίθετα από το Πρωτοδικείο, ότι δηλ. η αγωγή δεν ήταν ορισμένη λόγω μη επαρκούς περιγραφής του καταπατημένου τμήματος και συνακόλουθης αδυναμίας εξατομικεύσεως και ταυτοποιήσεώς του μέσα στον χώρο και εντός του μεγαλυτέρου ακινήτου και γι' αυτό την απέρριψε ως αόριστη. Ο Άρειος Πάγος στον οποίο έφθασε τελικώς η υπόθεση, δικαίωσε την απόφαση των εφετών, κρίνοντας (όπως και το Εφετείο) ότι η αγωγή ήταν αόριστη, διότι δεν προσδιόριζε με τέτοια ακρίβεια ποιό ακριβώς ήταν το τμήμα του μεγαλυτέρου ακινήτου για το οποίο υπήρχε ισχυρισμός καταπάτησης και ποιά η ακριβής θέση του, ώστε να μπορεί να εκδώσει απόφαση που να μπορεί να εφαρμοσθεί επί τόπου, δηλ. να μπορεί δικαστικός επιμελητής σε συνεργασία με μηχανικό να προσδιορίσουν την ακριβή θέση του επιδίκου τμήματος και να εφαρμόσουν ό,τι θα έχει αποφασίσει το δικαστήριο. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Saturday, March 21, 2015

Πληρεξούσιο αποδοχής κληρονομίας ή και πωλήσεως;

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Ο κληρονομούμενος ζούσε στο εξωτερικό και άφησε περιουσία στην Ελλάδα. Οι κληρονόμοι του βρίσκονται κι αυτοί στο εξωτερικό και αρχίζουν την διαδικασία αποδοχής των περιουσιακών στοιχείων που είχε ο θανών, ώστε αυτά να περιέλθουν στην κυριότητά τους, αναλόγως των ποσοστών που κληρονομεί έκαστος εξ αυτών. Ο δικηγόρος στην Ελλάδα, στον οποίον αναθέτουν την υπόθεση, τους ενημερώνει ότι είναι αυπρόσδεκτοι να έρθουν στην Ελλάδα και να κάνουν ενέργειες για την αποδοχή της κληρονομίας. Στην πράξη όμως για την ολοκλήρωση της αποδοχής συχνά απαιτείται χρονικό διάστημα μηνών, καθώς και νομικές καιι άλλες ενέργειες σε δικαστήρια, δημόσιες υπηρεσίες, συμβολαιογράφο, μηχανικό, δήμους, τράπεζες, κλπ., πράγμα που σημαίνει ότι ούτε οι κληρονόμοι μπορούν να μείνουν στην Ελλάδα για τόσο χρονικό διάστημα, ούτε είναι εφικτό να πηγαίνουν μαζί με τον δικηγόρο σε κάθε υπηρεσία και σε κάθε δικαστήριο που χρειάζεται για την δήλωση της κληρονομίας, την καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων, την αποδοχή, το κληρονομητήριο, την αίτηση και την λήψη διαφόρων πιστοποιητικών κλπ. Η λύση στο θέμα αυτό ονομάζεται πληρεξούσιο, έγγραφο δηλαδή που υπογράφει ο κληρονόμος είτε στο Προξενείο της Ελλάδος, ή σε συμβολαιογράφο στο εξωτερικό, ή σε συμβολαιογράφο στην Ελλάδα, που παρέχει την δυνατότητα στον πληρεξούσιο δικηγόρο να ενεργήσει όλες τις πράξεις στο όνομα του κληρονόμου και πάντοτε προς το συμφέρον του, ώστε να δηλωθεί η κληρονομία και να λάβει ο κληρονόμος στο όνομά του ό,τι του αναλογεί. Ωστόσο, εκτός από το πληρεξούσιο για αποδοχή κληρονομίας και τις συναφείς πράξεις, δηλ. ενέργειες στην εφορία, περιλαμβανομένων δηλώσεων Ε1 και Ε9, στο Κτηματολόγιο, ενδεχομένως σε τράπεζες, σε οργανισμούς κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ), προκύπτει και το ερώτημα εάν στο πληρεξούσιο θα προστεθεί εντολή για πώληση των περιουσιακών στοιχείων που θα περιέλθουν στον κληρονόμο, ή για δωρεά αυτών, ή για γονική παροχή, ή όχι. Το ερώτημα τίθεται διότι πολλές φορές συμβαίνει ο κληρονόμος που ζει στο εξωτερικό να θέλει να πωλήσει το περιουσιακό στοιχείο που κληρονόμησε. Αφού τελειώσει η αποδοχή κληρονομίας και ο κληρονόμος είναι πλέον κύριος του ακινήτου, ο δικηγόρος από την Ελλάδα πληροφορεί τον κάτοικο εξωτερικού ότι χρειάζεται τώρα ένα νέο πληρεξούσιο, αυτή τη φορά για πώληση, ή για δωρεά, ή για γονική παροχή κλπ. Ο κάτοικος εξωτερικού μπορεί τότε να δυσφορήσει, διότι πρέπει να πάει εκ νέου στο Προξενείο ή στον συμβολαιογράφο για να κάνει δεύτερο πληρεξούσιο, ενώ ο δικηγόρος θα μπορούσε από την αρχή να είχε εντάξει εντολές πωλήσεως, δωρεάς ή γονικής παροχής στο αρχικό πληρεξούσιο της αποδοχής, ώστε να μην χρειάζεται τώρα δεύτερο πληρεξούσιο. Αυτό ασφαλώς και μπορεί να γίνει από το αρχικό πληρεξούσιο. Ωστόσο, όταν αρχίζει η αποδοχή κληρονομίας συχνά οι κληρονόμοι δεν έχουν ακόμα αποφασίσει εάν θα πωλήσουν το κοινό ακίνητο σε τρίτον, ή ο ένας εξ αυτών θα αγοράσει τα μερίδια των λοιπών, ή αν θα γίνουν δωρεές μεταξύ τους, ή αν κάποιος εξ αυτών θα κάνει γονική παροχή σε τέκνο του. Επιπροσθέτως, μπορεί ο κληρονόμος από το εξωτερικό να μην θέλει από την αρχή να παράσχει τόσο ευρεία εντολή στον δικηγόρο στην Ελλάδα, που να περιλαμβάνει εκτός από την αποδοχή και την πώληση του ακινήτου. Γι' αυτό όταν πρόκειται να συνταχθεί το πληρεξούσιο της αποδοχής ο κληρονόμος από το εξωτερικό πρέπει να κρίνει εάν επιθυμεί να δώσει εξ αρχής πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο στην Ελλάδα όχι μόνο για αποδοχή, αλλά και για μετέπειτα πώληση του ακινήτου, ώστε να γλυτώσει την ταλαιπωρία του δευτέρου πληρεξουσίου, ή αν επιθυμεί να δώσει αρχικώς πληρεξουσιότητα μόνο για αποδοχή κληρονομίας και να αποφασίσει αργότερα τι θα κάνει με το ακίνητο που κληρονομεί και τότε να στείλει νέο πληρεξούσιο με εντολή για πώληση, δωρεά, γονική παροχή ή κάτι άλλο. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Friday, March 13, 2015

Στα ελληνικά δικαστήρια για κληρονομιές ομογενών

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Κατά τον 20ο αιώνα σημειώθηκε εκτεταμένη μετανάστευση από την Ελλάδα προς χώρες του εξωτερικού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι μεγάλες ή μικρότερες κοινότητες ομογενών σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο. Όταν πολλοί από τους ομογενείς που ζουν στο εξωτερικό αφήνουν κληρονομιές με ακίνητα στην Ελλάδα, συμβαίνει κάποιες φορές να ανακύπτουν αντιδικίες και διαφορές σχετικές με την κληρονομική διαδοχή, τα ποσοστά των κληρονόμων, την ισχύ μίας διαθήκης ή όχι και για πολλά άλλα νομικά ζητήματα. Εφόσον η κληρονομία περιλαμβάνει και ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία για να δικάσουν την υπόθεση. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 29 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που ορίζει ότι διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επάνω σε ακίνητα, τη νομή ή την κατοχή τους, διαίρεση κοινού, κανονισμό ορίων, απαιτήσεις κατά οποιουδήποτε διακατόχου, αποζημίωση για αναγκαστική απαλλοτρίωση, καθώς και διαφορές από μίσθωση ακινήτου … υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο. Το άρθρο αυτό σημαίνει ότι επί δικαστικής διαμάχης για κληρονομιαία ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα, αρμόδια είναι τα ελληνικά δικαστήρια, ακόμα κι αν ο κληρονομούμενος ήταν κάτοικος εξωτερικού. Σύγχυση μπορεί να προκαλέσει το άρθρο 30 του ιδίου Κώδικα που ορίζει ότι διαφορές που αφορούν την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος ή διανομή κληρονομίας, απαιτήσεις του κληρονόμου εναντίον του νομέα ή του κατόχου της κληρονομίας … απαιτήσεις από νόμιμη μοίρα ή απαιτήσεις εναντίον εκτελεστών διαθήκης για την εκτέλεση των διατάξεών της, υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος, όταν πέθανε, είχε την κατοικία του και, αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του. Με το άρθρο 30 μπορεί να θεωρηθεί ότι σε κληρονομικές διαφορές αρμόδια είναι τα δικαστήρια της χώρας όπου ζούσε ο κληρονομούμενος, ακόμα κι αν αφορούν ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα. Δηλαδή για κληρονομιαία ακίνητα που βρίσκονται στην Τρίπολη ή στην Καλαμάτα, αρμόδια μπορεί να είναι τα δικαστήρια του Μόντρεαλ, ή της Νέας Υόρκης, ή της Μελβούρνης, επειδή ο θανών ήταν κάτοικος σε μία από αυτές τις πόλεις του εξωτερικού. Ο Άρειος Πάγος στην υπ΄αριθ. 775/2013 απόφασή του έκρινε ότι για ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα, οι κληρονομικές διαμάχες μπορούν να εκδικασθούν από τα δικαστήρια της Ελλάδος, δυνάμει του άρθρου 29 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικώς, η απόφαση ορίζει ότι αν ο κληρονομούμενος κατά τον χρόνο θανάτου του είχε κατοικία και διαμονή στην αλλοδαπή δεν συντρέχει μεν διεθνής δικαιοδοσία των ημεδαπών δικαστηρίων για την εκδίκαση των κληρονομικών διαφορών, συνεπεία συνδρομής της αποκλειστικής δωσιδικίας του άρθρου 30 του ΚΠολΔ, δύναται όμως να υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, συνεπεία συνδρομής της αποκλειστικής δωσιδικίας των ακινήτων (άρθρο 29 ΚΠολΔ). Επομένως, κάθε κληρονόμος Έλληνα ομογενούς, που κατοικούσε στο εξωτερικό, μπορεί να φέρει την δικαστική υπόθεση για την κληρονομιά ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα, ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα, εκείνων που είναι αρμόδια, πλησιέστερα στον τόπο που βρίσκονται τα ακίνητα. . Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Monday, March 2, 2015

Πότε λήγει η ασφάλιση αυτοκινήτου

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Η ασφάλιση αυτοκινήτου στην Ελλάδα είναι υποχρεωτική. Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί στην Ελλάδα πρέπει να το έχει ασφαλίσει σε μία νομίμως λειτουργούσα ασφαλιστική εταιρεία. Εάν από το αυτοκίνητο προξενηθούν θανάτωση, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες, ο παθών έχει ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας για καταβολή της αποζημιώσεώς του μέχρι το ποσό που προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση και ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση κατά του ασφαλιζόμενου ή του αντισυμβαλλομένου ή του οδηγού. Μόνο όταν το αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο, ο παθών έχει αξίωση αγωγής κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή της αποζημιώσεως. Ως ανασφάλιστο θεωρείται ένα αυτοκίνητο που προκάλεσε ζημία: α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ στο παρελθόν σύμβαση ασφαλίσεως ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου, είτε με κοινή συμφωνία τους. Στη δεύτερη περίπτωση, για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ζημιογόνο αυτοκίνητο έναντι του τρίτου παθόντος, πρέπει να έχει γίνει και γνωστοποίηση στον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή της λήξεως, λύσεως, ακυρώσεως ή αναστολής της ασφαλιστικής συμβάσεως και να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, διότι μόνον εφόσον συντρέξουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις (γνωστοποίηση της λήξεως κλπ. και πάροδος 16 ημερών από αυτήν) ο ασφαλιστής μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος τη λήξη, λύση, ακύρωση ή αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως και κατά συνέπεια, αυτός (τρίτος παθών) δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή και το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο. Η γνωστοποίηση της λύσεως της ασφαλίσεως απαιτείται για να θεωρηθεί λήξασα η ασφάλιση έναντι του τρίτου παθόντος. Δεν απαιτείται όμως για τις μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή σχέσεις. Η γνωστοποίηση γίνεται με έγγραφη επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο στην κατοικία του. Ο σκοπός της εν λόγω γνωστοποιήσεως είναι να άρει κάθε αμφισβήτηση ως προς τον χρόνο παύσεως της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι να αποτρέψει τη δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου. Η γνωστοποίηση αυτή απαιτείται και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως έγινε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία ασφαλιστή και αντισυμβαλλόμενου ή ασφαλισμένου. Τέλος, κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του οχήματος επιφέρει μετά πάροδο 15 ημερών την αυτόματη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως, εκτός εάν εντός της προθεσμίας αυτής ο μέχρι τούδε αντισυμβαλλόμενος ή ο νέος κύριος ή κάτοχος ζητήσει, με έγγραφο που περιέχει τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής, τη συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης και ο ασφαλιστής δεν αποποιηθεί εγγράφως την αίτηση μέσα σε δέκα ημέρες από τη λήψη της. Επομένως, κάθε πώληση ή μεταβίβαση του ασφαλισμένου οχήματος επιφέρει την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως μετά την πάροδο δεκαπέντε ημερών από την πώληση. Η λύση της ασφαλίσεως, όμως για να ισχύσει έναντι του τρίτου ζημιωθέντος από το όχημα, πρέπει και σ' αυτήν την περίπτωση να έχει γνωστοποιηθεί στον ασφαλισμένο και να έχουν παρέλθει 16 ημέρες από την γνωστοποίηση. Διαφορετικά, δηλαδή αν δεν έχει γίνει γνωστοποίηση της λήξεως της συμβάσεως, ο τρίτος εξακολουθεί να θεωρεί την σύμβαση ασφαλίσεως ισχύουσα και μπορεί να στραφεί κατά της ασφαλιστικής εταιρείας που είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr