Monday, March 2, 2015

Πότε λήγει η ασφάλιση αυτοκινήτου

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Η ασφάλιση αυτοκινήτου στην Ελλάδα είναι υποχρεωτική. Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί στην Ελλάδα πρέπει να το έχει ασφαλίσει σε μία νομίμως λειτουργούσα ασφαλιστική εταιρεία. Εάν από το αυτοκίνητο προξενηθούν θανάτωση, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες, ο παθών έχει ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας για καταβολή της αποζημιώσεώς του μέχρι το ποσό που προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση και ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση κατά του ασφαλιζόμενου ή του αντισυμβαλλομένου ή του οδηγού. Μόνο όταν το αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο, ο παθών έχει αξίωση αγωγής κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή της αποζημιώσεως. Ως ανασφάλιστο θεωρείται ένα αυτοκίνητο που προκάλεσε ζημία: α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ στο παρελθόν σύμβαση ασφαλίσεως ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου, είτε με κοινή συμφωνία τους. Στη δεύτερη περίπτωση, για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ζημιογόνο αυτοκίνητο έναντι του τρίτου παθόντος, πρέπει να έχει γίνει και γνωστοποίηση στον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή της λήξεως, λύσεως, ακυρώσεως ή αναστολής της ασφαλιστικής συμβάσεως και να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, διότι μόνον εφόσον συντρέξουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις (γνωστοποίηση της λήξεως κλπ. και πάροδος 16 ημερών από αυτήν) ο ασφαλιστής μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος τη λήξη, λύση, ακύρωση ή αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως και κατά συνέπεια, αυτός (τρίτος παθών) δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή και το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο. Η γνωστοποίηση της λύσεως της ασφαλίσεως απαιτείται για να θεωρηθεί λήξασα η ασφάλιση έναντι του τρίτου παθόντος. Δεν απαιτείται όμως για τις μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή σχέσεις. Η γνωστοποίηση γίνεται με έγγραφη επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο στην κατοικία του. Ο σκοπός της εν λόγω γνωστοποιήσεως είναι να άρει κάθε αμφισβήτηση ως προς τον χρόνο παύσεως της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι να αποτρέψει τη δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου. Η γνωστοποίηση αυτή απαιτείται και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως έγινε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία ασφαλιστή και αντισυμβαλλόμενου ή ασφαλισμένου. Τέλος, κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του οχήματος επιφέρει μετά πάροδο 15 ημερών την αυτόματη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως, εκτός εάν εντός της προθεσμίας αυτής ο μέχρι τούδε αντισυμβαλλόμενος ή ο νέος κύριος ή κάτοχος ζητήσει, με έγγραφο που περιέχει τα ακριβή στοιχεία της μεταβολής, τη συνέχιση της ασφαλιστικής κάλυψης και ο ασφαλιστής δεν αποποιηθεί εγγράφως την αίτηση μέσα σε δέκα ημέρες από τη λήψη της. Επομένως, κάθε πώληση ή μεταβίβαση του ασφαλισμένου οχήματος επιφέρει την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως μετά την πάροδο δεκαπέντε ημερών από την πώληση. Η λύση της ασφαλίσεως, όμως για να ισχύσει έναντι του τρίτου ζημιωθέντος από το όχημα, πρέπει και σ' αυτήν την περίπτωση να έχει γνωστοποιηθεί στον ασφαλισμένο και να έχουν παρέλθει 16 ημέρες από την γνωστοποίηση. Διαφορετικά, δηλαδή αν δεν έχει γίνει γνωστοποίηση της λήξεως της συμβάσεως, ο τρίτος εξακολουθεί να θεωρεί την σύμβαση ασφαλίσεως ισχύουσα και μπορεί να στραφεί κατά της ασφαλιστικής εταιρείας που είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Όταν η διαθήκη δεν αναφέρει όλη την περιουσία

Όταν η διαθήκη δεν αναφέρει όλη την περιουσία Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Μία διαθήκη μπορεί να μην περιλαμβάνει όλη την περιουσία του κληρονομουμενου. Είναι πιθανό δηλαδή εκείνος που συνέταξε την διαθήκη του να περιέλαβε σ’ αυτήν διατάξεις που ορίζουν την διάθεση ορισμένων μόνο από τα περιουσιακά στοιχεία που είχε στο όνομά του κατά τον χρόνο θανάτου. Για τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στον θανόντα δεν υπάρχει πρόβλεψη στην διαθήκη. Το ερώτημα που γεννάται σε μία τέτοια περίπτωση είναι με ποιόν τρόπο θα διατεθούν τα περιουσιακά στοιχεία του διαθέτη για τα οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στην διαθήκη. Οι επιλογές που παρουσιάζονται είναι βασικά δύο. Η πρώτη επιλογή είναι να θεωρήσουμε ότι για τα περιουσιακά στοιχεία που δεν υπάρχει διάταξη στην διαθήκη θα εφαρμοσθεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Η εκδοχή αυτή παρουσιάζεται στο νόμο στο άρθρο 1801 του Αστικού Κώδικα (AK). Η επιλογή αυτή σημαίνει επί παραδείγματι ότι αν ο διαθέτης όρισε ότι το ένα ακίνητο που έχει θα το πάρει ένας ανηψιός του, το δεύτερο ακίνητο που έχει και για το οποίο δεν υπάρχει πρόβλεψη στην διαθήκη, θα περιέλθει στα δύο παιδιά του διαθέτη, που είναι και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Η δεύτερη επιλογή είναι να θεωρηθεί ότι ο διαθέτης, που όρισε στην διαθήκη του ότι αφήνει ένα περιουσιακό στοιχείο του σε δύο κληρονόμους του ισομερώς, αλλά παρέλειψε να ορίσει τι θα γίνει με το άλλο περιουσιακό του στοιχείο, θέλησε και το άλλο περιουσιακό στοιχείο του να περιέλθει στους δύο κληρονόμους τους στους οποίους έδωσε το πρώτο περιουσιακό στοιχείο του, τους οποίους θέλησε ως γενικούς κληρονόμους του. Η δεύτερη αυτή ερμηνευτική εκδοχή υπάρχει στο άρθρο 1802 του Αστικού Κώδικα. Η δεύτερη εκδοχή γίνεται καλύτερα αντιληπτή με το παρακάτω παράδειγμα: Ο διαθέτης αφήνει το πρώτο και βασικό ακίνητό του σε δύο ανήψια του (διότι δεν είχε παιδιά ούτε σύζυγο), σε ποσοστό 30% στον ανηψιό του Α και σε ποσοστό 70% στην ανηψιά του Β. Ο διαθέτης όμως είχε και ένα άλλο ακίνητο, μικρότερης αξίας, για το οποίο δεν αναφέρει τίποτα στην διαθήκη. Με την δεύτερη ερμηνευτική εκδοχή (1802 ΑΚ) , το δεύτερο ακίνητό του, για το οποίο δεν προέβλεψε στην διαθήκη του, δεν θα περιέλθει στους όποιους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και μάλιστα ισομερώς, αλλά θα περιέλθει στα δύο ανήψια του που αναφέρονται στην διαθήκη και μάλιστα κατά τα ποσοστά 30% και 70% αντιστοίχως, όπως είχε ορίσει ο διαθέτης για το πρώτο και κύριο ακίνητό του, διότι με τον τρόπο αυτόν θεωρείται ότι όρισε τα δύο ανήψια του ως τους γενικούς κληρονόμους του για όλα τα περιουσιακά στοιχεία του, ακόμα και για εκείνα που δεν αναφέρονται στην διαθήκη του. Στην υπ’ αριθ. 766/2013 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε μία παρόμοια υπόθεση. Η γυναίκα διαθέτης απεβίωσε το 1999 και το 2000 δημοσιεύθηκαν δύο διαθήκες της. Με την πρώτη άφηνε ένα ακίνητο στο εγγόνι του συζύγου της από τον πρώτο γάμο του. Με την δεύτερη διαθήκη άφηνε ένα δεύτερο ακίνητο στον βαφτισιμιό της. Η διαθέτης απεδείχθη στο δικαστήριο ότι με αμφοτέρους είχε πολύ καλές σχέσεις. Ωστόσο, προέκυψε ότι η διαθέτης εκτός από τα δύο ακίνητά της, τα οποία ανέφερε στις δύο διαθήκες της, άφησε και τραπεζικούς λογαριασμούς με υπόλοιπο 150.000 ευρώ περίπου. Το ερώτημα που προέκυψε και έδωσε τροφή σε διεκδίκηση εκ μέρους του Δημοσίου ήταν ποιός κληρονομούσε τα χρήματα στην τράπεζα. Η μία άποψη ήταν ότι βάσει του 1801 ΑΚ κληρονόμοι ήταν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, αλλά επειδή δεν υπήρχαν καθόλου συγγενείς της θανούσης, κληρονόμος τελικώς ήταν το Δημόσιο. Η άλλη άποψη ήταν ότι τα χρήματα στην τράπεζα έπρεπε να κληρονομήσουν οι δύο κληρονόμοι που αναφέρονταν στις διαθήκες, (κατά το άρθρο 1802 ΑΚ), αναλόγως των μεριδίων που ελάμβαναν με τις δύο διαθήκης και της αξίας εκάστου των δύο ακινήτων. Τελικώς, τόσο στα δικαστήρια της ουσίας (δηλαδή Πρωτοδικείο και Εφετείο), όσο και στον Άρειο Πάγο, όπου πήγε την υπόθεση το Ελληνικό Δημόσιο, εκρίθη ότι εφαρμοστέα ήταν η ερμηνεία ότι τα χρήματα στην τράπεζα έπρεπε να κληρονομηθούν από τους δύο κληρονόμους που ελάμβαναν τα δύο πρώτα ακίνητα και όχι από το Δημόσιο. Το σκεπτικό των δικαστηρίων ήταν ότι για να διαπιστωθεί αν προκύπτει θέληση της διαθέτιδος να περιορίσει τους τιμηθέντες μόνο στα ρητώς μνημονευθέντα στις διαθήκες ειδικά περιουσιακά στοιχεία και να αποκλείσει έτσι αυτούς από την υπόλοιπη κληρονομιαία περιουσία, ώστε ως προς αυτήν να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου ή αν θέλησε αυτούς ως μόνους και αποκλειστικούς κληρονόμους της, έπρεπε να ληφθούν υπόψιν οι περιστάσεις, οι ειδικές συνθήκες της υποθέσεως και η πραγματική βούληση της διαθέτιδος. Διεπιστώθη επομένως ότι η διαθέτης ήθελε να αφήσει όλη την περιούσια της, ακόμα και εκείνη που δεν διέθεσε με τις δύο διαθήκες της, στους δύο κληρονόμους της που ανέφερε στις διαθήκες της και δεν ήθελε την υπόλοιπη περιουσία της να λάβει το δημόσιο. Το γεγονός ότι δεν ανέφερε τους τραπεζικούς λογαριασμούς της στις διαθήκες της οφείλεται σε παραδρομή και στο ότι η διαθέτης ήταν περιορισμένων γραμματικών γνώσεων, ενώ δεν είχε καθόλου νομικές γνώσεις. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Saturday, February 14, 2015

Νόμιμα τα βιομετρικά διαβατήρια

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε), περιλαμβανομένης της Ελλάδος, εδώ και αρκετά χρόνια τα διαβατήρια που εκδίδονται από κάθε κράτος μέλος της Ε.Ε. έχουν κοινά χαρακτηριστικά για όλες τις χώρες και περιέχουν βιομετρικά στοιχεία, δηλ. πληροφορίες που βοηθούν τις αρχές να επαληθεύουν ότι αυτός που κατέχει το συγκεκριμένο διαβατήριο είναι πράγματι ο νόμιμος κάτοχός του. Ορισμένοι υπέρμαχοι της προστασίας των προσωπικών δεδομένων έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ότι η αποθήκευση στο μικροτσίπ του διαβατηρίου πληροφοριών για το άτομο του κατόχου του διαβατηρίου παραβιάζει της προστασία της ιδιωτικής σφαίρας του προσώπου. Μία παρόμοια υπόθεση έφθασε στα δικαστήρια στην Γερμανία και κατέληξε να απασχολήσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γερμανός πολίτης υπέβαλε αίτηση στις αρχές της πόλης Μπόχουμ για έκδοση διαβατηρίου, αλλά αρνήθηκε να δώσει τα ψηφιακά δακτυλικά αποτυπώματά του για να αποθηκευθούν στο υπό έκδοση διαβατήριο. Ως αποτέλεσμα της άρνησής του ήρθε η απόρριψη του αιτήματός του για διαβατήριο από τις γερμανικές αρχές. Ο γερμανός πολίτης άσκησε προσφυγή αιτούμενος το γερμανικό δικαστήριο να υποχρεώσει τον Δήμο του Μπόχουμ να εκδώσει το διαβατήριό του χωρίς ψηφιακά δακτυλικά αποτυπώματα. Το δικαστήριο υπέβαλε ερώτημα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το αν ο Κανονισμός της Ε.Ε. που προβλέπει την αποτύπωση βιομετρικών δεδομένων στα διαβατήρια είναι συμβατός με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. που μεταξύ άλλων προστατεύει την ιδιωτική ζωή. Το Δικαστήριο της Ε.Ε. μελέτησε τα δύο βασικά αντικρουόμενα δικαιώματα που ενεπλέκοντο στην υπόθεση. Από την μία πλευρά υπάρχει η αναμφισβήτητη ανάγκη για ασφάλεια στην χρήση των διαβατηρίων και για την καταπολέμηση της πλαστογράφησης και παραποίησής τους, με αξιοπιστία στην ταυτοποίηση του πραγματικού κατόχου και του διαβατηρίου και αποφυγή δόλιας χρήσης του. Από την άλλη, πρέπει πάντοτε να διασφαλίζεται η προστασία της ιδιωτικής ζωής κάθε πολίτη, αλλά και των προσωπικών δεδομένων του από μη αρμόζουσα χρήση. Τα βιομετρικά διαβατήρια αποθηκεύουν τόσο την εικόνα του κατόχου τους, όσο και δύο επίπεδα δακτυλικών αποτυπωμάτων, αλλά και άλλα στοιχεία που επιτρέπουν μόνο σε όποιον ελέγχει το διαβατήριο την επαλήθευση της γνησιότητάς του, αλλά και της ταυτοποίησης των στοιχείων του διαβατηρίου με το πρόσωπο που το φέρει. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (υπόθεση Schwarz v. Stadt Bochum, 2013) κατέληξε τελικώς στο συμπέρασμα ότι ο Κανονισμός της Ε.Ε. που προβλέπει τον τρόπο εκδόσεως των βιομετρικών διαβατηρίων δεν παραβιάζει τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου. Αν και η λήψη ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων και η διατήρησή τους στο διαβατήριο αποτελεί προσβολή των δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα μέτρα αυτά δικαιολογούνται από τον σκοπό προστασίας από την δόλια χρήση των διαβατηρίων. Σε κάθε περίπτωση τα ψηφιακά δακτυλικά αποτυπώματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν με μοναδικό σκοπό την εξακρίβωση της γνησιότητας του διαβατηρίου και της ταυτότητος του κατόχου του, ενώ η διατήρησή τους προβλέπεται μόνο εντός του διαβατηρίου, την αποκλειστική κατοχή του οποίου εξακολουθεί να έχει ο κάτοχός του. Επομένως, ο γερμανός πολίτης που ξεκίνησε την δίκη άκουσε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που εν ολίγοις του είπε ότι αν θέλει να λάβει διαβατήριο πρέπει να δώσει στις αρχές τα δακτυλικά αποτυπώματά του και ότι αυτό δικαιολογείται από το ότι η ανάγκη για ασφάλεια στην χρήση των διαβατηρίων και κατ’ επέκταση για ασφάλεια από παράνομες πράξεις υπερισχύει της σαφώς μικρότερης εμβέλειας εν προκειμένω προσβολής του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Tuesday, February 3, 2015

Επίδοση δικαστικών εγγράφων εκτός Ελλάδος

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Κατά τον ελληνικό νόμο, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Ωστόσο, μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με το νόμο 1334/1983 αποκλείεται να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου δικογράφου στον Εισαγγελέα. Η επίδοση έχει ισχύ μόνο αν το δικόγραγο για το δικαστήριο στην Ελλάδα πράγματι παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται και κατοικεί εκτός Ελλάδος. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 5 και 6 της εν λόγω συμβάσεως, όταν πρόκειται να γίνει επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει σε συμβαλλόμενο κράτος, η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται είτε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται σύμφωνα με τον τύπο ή σύμφωνα με την διαδικασία που επιθυμεί ο επισπεύδων αρκεί να μην αντιβαίνει στη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται η επίδοση και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια αρχή του κράτους όπου έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο. Επομένως κατά τις διατάξεις της διεθνούς συμβάσεως της Χάγης, η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στην επικράτεια ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, που γίνεται με επίσπευση υπηκόου του άλλου κράτους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελέστηκε από την παράδοση στον Εισαγγελέα του επιδοτέου εγγράφου, αλλά απαιτείται και η κατά τον παραπάνω τρόπο απόδειξη ότι πράγματι η επίδοση έγινε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν. Επομένως, η επίδοση για κάθε δικαστήριο που γίνεται στην Ελλάδα και αφορά κάποιον που κατοικεί σε χώρα του εξωτερικού, πρέπει να γίνεται πραγματικά και όχι απλώς πλασματικά, με απλή επίδοση στον Εισαγγελέα στην Ελλάδα. Πραγματική επίδοση σημαίνει ότι το δικόγραφο παρελήφθη από τον διάδικο προς τον οποίο απευθύνεται, στην κατοικία ή στην διαμονή του στο εξωτερικό και μάλιστα η επίδοση πρέπει να γίνεται κατά τρόπον που ο διάδικος αντιλαμβάνεται για ποιό δικαστήριο πρόκειται, τον τόπο και χρόνο της δίκης και ποιοί είναι οι αντίδικοι. (Άρειος Πάγος 501/2014). Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Saturday, January 31, 2015

Έλληνες ομογενείς, πολίτες ενός κατώτερου Θεού

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Βουλευτικές εκλογές. Η γιορτή της δημοκρατίας. Η ώρα που μιλάει ο λαός. Στο πρώτο του άρθρο το Σύνταγμα της Ελλάδος ορίζει: Tο πολίτευμα της Eλλάδας είναι Προεδρευόμενη Kοινοβουλευτική Δημοκρατία. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα. Όλοι οι Έλληνες πολίτες που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους έχουν δικαίωμα ψήφου. Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν εγγραφεί στο δημοτολόγιο σε κάποιον Δήμο στην ελληνική επικράτεια. Κι όμως, υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων πολιτών, που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος και είναι εγγεγραμμένοι στα δημοτολόγια, οι οποίοι εμποδίζονται να ψηφίσουν στις βουλευτικές εκλογές. Είναι οι Έλληνες ομογενείς που έχουν ελληνικό διαβατήριο, την ημέρα όμως των εκλογών δεν βρίσκονται στην Ελλάδα, αλλά σε μία χώρα του εξωτερικού, όπου ζουν μονίμως, ή διαμένουν ένα μέρος του έτους. Είναι οι Έλληνες της Μελβούρνης, του Σύδνεϋ και των άλλων περιοχών της Αυστραλίας. Οι Έλληνες του Μόντρεαλ, του Τορόντο και των άλλων πόλεων του Καναδά. Οι ομογενείς της Νέας Υόρκης, του Σικάγου και των άλλων πολιτειών των ΗΠΑ. Είναι οι συμπατριώτες μας της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης, οι Έλληνες που ζουν σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, οι οποίοι παρά το ότι διαθέτουν ελληνική υπηκοότητα και διαβατήριο, δεν μπορούν να ψηφίσουν. Η ελληνική νομοθεσία δεν προβλέπει την δυνατότητα των Ελλήνων πολιτών που βρίσκονται εκτός Ελλάδος να ασκήσουν το εκλογικό δικαίωμά τους στο πλησιέστερο Προξενείο στο εξωτερικό. Ενώ οι πολίτες πολλών άλλων κρατών έχουν αυτό το δικαίωμα, οι Έλληνες του εξωτερικού στερούνται του θεμελιώδους δημοκρατικού δικαιώματος να ψηφίσουν, δηλ. να επιλέξουν ποιοί θα είναι οι εκλεγμένοι βουλευτές της πατρίδας τους. Κάποιοι ψυθιρίζουν την αντίθεσή τους στο να ψηφίζουν οι ομογενείς στην χώρα κατοικίας τους. Δεν πρέπει, λένε, να ψηφίζουν άνθρωποι που έχουν φύγει από την Ελλάδα εδώ και σαράντα και πενήντα χρόνια. Δεν ζούνε στην Ελλάδα, δεν γνωρίζουν την καθημερινή ζωή, έχουν αλλοτριωθεί από τις νέες πατρίδες τους και δεν μπορούν να αποφασίζουν για το μέλλον των νέων στην Ελλάδα. Η μομφή αυτή κατά των ομογενών είναι το λιγότερο αβάσιμη και άδικη. Οι περισσότεροι ομογενείς διατηρούν στενούς δεσμούς με την Πατρίδα, έχουν μικρότερες ή μεγαλύτερες περιουσίες στην Ελλάδα, την επισκέπονται πολύ συχνά και μπορεί να περνούν το μισό έτος στην χώρα, πληρώνουν αμέσους και εμμέσους φόρους, ενώ συμβάλλουν από τις χώρες μονίμου κατοικίας τους στην οικονομική και πολιτική ενίσχυση της Ελλάδος. Το ελληνικό "λόμπι" σε πολλές χώρες του εξωτερικού χρηματοδοτείται από χιλιάδες ομογενείς που ξοδεύουν χρόνο και χρήμα για την προβολή των ελληνικών θέσεων σε fora του εξωτερικού και παλεύουν για τα δίκαια αιτήματα της Ελλάδος, είτε πρόκεται για την απελευθέρωση της μισής Κύπρου, είτε για την κατοχύρωση της ελληνικότητας της Μακεδονίας, είτε για τις σχέσεις με την Τουρκία, που αποτελεί μόνιμη απειλή. Πολλοί από τους ομογενείς έχουν δώσει αγώνα για να αποκτήσουν το πολυπόθητο ελληνικό διαβατήριο, έχουν ξοδεύσει χρήματα και χρόνο για να εντοπίσουν έγγραφα και πιστοποιητικά προγόνων στην Ελλάδα, έχουν παλέψει με την ελληνική γραφειοκρατία για να αποκτήσουν την ελληνική ταυτότητα. Συχνά, οι περισσότεροι εξ αυτών δεν έχουν κανένα οικονομικό όφελος από την κτήση του ελληνικού διαβατηρίου παρά μόνον την ηθική και συναισθηματική ικανοποίηση ότι εκτός του αυστραλιανού, καναδικού ή αμερικανικού διαβατηρίου τους, αποκτούν και το διαβατήριο της αγαπημένης τους Ελλάδας που αρνούνται να βγάλουν από την καρδιά τους. Πολλά ελληνόπουλα που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό ποθούν να αποκτήσουν το ελληνικό διαβατήριο ως έναν δεσμό με την χώρα των γονέων ή των παππούδων τους. Συρρέουν κατά χιλιάδες στις συναυλίες ελλήνων καλλιτεχνών στο εξωτερικό, ακούνε ελληνική μουσική, πληρώνουν αδρά για να βλέπουν τα ελληνικά κανάλια στην τηλεόραση, παρακολουθούν εκπομπές, σήριαλ και ειδήσεις και ενημερώνονται σα να ζουν στην Ελλάδα, έστω κι αν βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Οι Έλληνες του εξωτερικού πάνω από όλα διατηρούν τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις της Πατρίδας, συμμετέχουν ενεργώς στις Ορθόδοξες ενορίες χιλιάδων εκκλησιών, χρηματοδοτούν ακμάζουσες Ελληνικές Κοινότητες του εξωτερικού και διαφημίζουν την Ελλάδα ανάμεσα σε τόσες άλλες εθνικότητες. Οι ομογενείς περηφανεύονται για το μεγαλύτερο ίσως ποσοστό ανάμεσα στις άλλες εθνικότητες επιστημόνων και πολιτικών, διαμορφώνουν τις τεχνολογικές εξελίξεις, προάγουν τον πολιτισμό στις χώρες όπου διαβιούν, ενώ διατηρούν το καλό όνομα της Ελλάδος. Είναι άδικο όλοι αυτοί οι Έλληνες, πιο Έλληνες ίσως και από εκείνους που ζουν στην Ελλάδα, να στερούνται του δικαιώματος της ψήφου στις εκλογές. Το ισχύον απαγορευτικό για την ψήφο καθεστώς ουσιαστικώς προάγει την οικονομική ανισότητα, αφού όσοι έχουν χρήματα μπορούν να ταξειδεύσουν στην Ελλάδα και να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα, ενώ οι υπόλοιποι αδυνατούν να ψηφίσουν. Επομένως, παραβιάζεται το Σύνταγμα που λέει ότι όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι έναντι του νόμου. Κάποιων η ψήφος φαίνεται ότι έχει μεγαλύτερη αξία από την ψήφο των υπολοίπων. Το ελληνικό κράτος έχει προσπαθήσει να ψηφίσει νόμο που θα προβλέπει την δυνατότητα των Ελλήνων πολιτών να ψηφίζουν στις χώρες κατοικίας τους στο εξωτερικό, αλλά μέχρι τώρα τα κόμματα δεν έχουν κατορθώσει να συμφωνήσουν ώστε να επιτευχθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία των δύο τρίτων στην Βουλή. Ας ελπίσουμε ότι σύντομα οι πολιτικές δυνάμεις θα καταφέρουν να καταλήξουν σε μία κοινή συνισταμένη που θα παρέχει στους ομογενείς που έχουν ελληνική υπηκοότητα το δικαίωμα του εκλέγειν στις βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα. Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr

Monday, January 19, 2015

Προθεσμία 15 ημερών για αναίρεση στις μισθώσεις

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Στην Ελλάδα, όπως και σε κάθε άλλη ελεύθερη χώρα, όπου οι πολίτες απολαμβάνουν των πλεονεκτημάτων που τους παρέχει το κράτος δικαίου, δηλαδή το κράτος όπου ισχύουν νόμοι, παρέχεται η δυνατότητα σ' εκείνον που πιστεύει ότι δεν τον ικανοποιεί μία δικαστική απόφαση, να ασκήσει έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Η προθεσμία για έφεση είναι στις περισσότερες διαδικασίες στις αστικές δίκες τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επομένη της ημέρας που επεδόθη η πρωτόδικη δικαστική απόφαση στον ηττηθέντα διάδικο. Αν ο διάδικος που ασκεί έφεση διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία για την έφεση είναι εξήντα ημέρες. Η έφεση δικάζεται από το Εφετείο και αν η απόφαση που εκδοθεί δεν ικανοποιεί έναν από τους διαδίκους, μπορεί να ασκηθεί αναίρεση στον Άρειο Πάγο, εφόσον βεβαίως μπορεί να εντοπισθεί νομικό σφάλμα στην εφετειακή απόφαση. Η προθεσμία της αναιρέσεως είναι στις περισσότερες διαδικασίες τριάντα ημέρες από την επίδοση της εφετειακής αποφάσεως. Αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία είναι ενενήντα ημέρες. Στις διαφορές όμως που αφορούν μισθώσεις, οι ανωτέρω προθεσμίες είναι μικρότερες. Συγκεκριμένα, η προθεσμία της εφέσεως είναι δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της πρωτοδίκου δικαστικής αποφάσεως. Αν ο εκκαλών, δηλ. εκείνος που κάνει την έφεση, διαμένει εκτός Ελλάδος, η προθεσμία για έφεση είναι τριάντα ημέρες στις μισθωτικές διαφορές. Αντιστοίχως, η προθεσμία της αναιρέσεως στις μισθώσεις είναι επίσης δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της αποφάσεως του εφετείου, ενώ αν ο αναιρεσείων, δηλ. εκείνος που ασκεί την αναίρεση, διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία για την αναίρεση επί μισθωτικών διαφορών είναι τριάντα ημέρες. Στην υπ' αριθ. 330/2014 απόφασή του ο Άρειος Πάγος έκρινε υπόθεση αναιρέσεως κατά εφετειακής αποφάσεως επί μισθωτικής διαφοράς. Η απόφαση του Εφετείου είχε επιδοθεί στις 3 Απριλίου 2013 σε διάδικο που διέμενε στην Ελλάδα. Εκείνος, μη ικανοποιημένος από την απόφαση του Εφετείου, άσκησε αναίρεση στον Άρειο Πάγο. Η αναίρεση κατατέθηκε στην Γραμματεία του Εφετείου στις 29 Απριλίου 2013, πράγμα που σημαίνει ότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας από την επίδοση. Το δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως, δηλαδή ανεξαρτήτως εάν υποβληθεί αντίρρηση από την άλλη πλευρά ή όχι, την τήρηση της προθεσμίας ασκήσεως των ενδίκων μέσων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο Άρειος Πάγος διέγνωσε ότι η αναίρεση είχε ασκηθεί μετά την πάροδο δεκαπέντε ημερών από την επίδοση της εφετειακής αποφάσεως σε μισθωτική υπόθεση, ήταν συνεπώς εκπρόθεσμη και ως τέτοια την απέρριψε. Οι Έλληνες ομογενείς πρέπει να παρακολουθούν τις υποθέσεις τους στην Ελλάδα και να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικοί όταν ο αντίδικος τους επιδίδει μία δικαστική απόφαση (στην δική τους διεύθυνση ή στον δικηγόρο τους στην Ελλάδα που παραστάθηκε στο δικαστήριο), ώστε να λαμβάνουν εγκαίρως νομική συμβουλή από τον συνήγορό τους για το αν έχουν δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου μέσου και εντός ποίας προθεσμίας.                                                                          *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr  

Αντισυνταγματικό το παράβολο για έφεση

Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Με νόμο του 2012, προφανώς υπό τις οδηγίες της τριμερούς (τρόικας), θεσπίσθηκε στην Ελλάδα υποχρεωτική καταβολή παραβόλου 200 ευρώ για όποιον θέλει να δικασθεί η υπόθεσή του σε δεύτερο βαθμό από το Εφετείο. Για τους χιλιάδες δηλαδή πολίτες που κάθε χρόνο πιστεύουν ότι το πρωτοδικείο δεν δίκασε σωστά την υπόθεσή τους και θέλουν να ασκήσουν έφεση, όπως τους επιτρέπουν το Σύνταγμα και οι διεθνείς συνθήκες για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προστέθηκε ένα εμπόδιο. Η προκαταβολή του παραβόλου, πριν καν αρχίσει να μελετά την υπόθεσή τους το δικαστήριο. Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 20 ότι καθένας δικαιούται προσβάσεως στα δικαστήρια. "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Αν όμως ορισθεί ότι για να ακούσει το δικαστήριο (Εφετείο) τα παράπονά σου για την πρωτόδικη απόφαση, πρέπει πρώτα να καταβάλεις παράβολο 200 ευρώ, μήπως μ' αυτόν τον τρόπο σου στερεί την δικαστική προστασία, εάν π.χ. αδυνατείς να εξεύρεις τα 200 ευρώ; Το ερώτημα αυτό αντιμετώπισε με τολμηρό και πρωτοποριακό τρόπο ο δικαστής του Εφετείου Ιωαννίνων στην υπ΄αριθ. 108/2014 απόφασή του, κρίνοντας τελικώς ότι το παράβολο είναι μη εφαρμοστέο, ως αντικείμενο στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Το Εφετείο Ιωαννίνων έκρινε δηλαδή ότι δεν είναι υποχρεωτικό να πρέπει να καταβάλεις πρώτα 200 ευρώ και μετά να ανοίγει τον φάκελλό σου το Εφετείο για να δικάσει την υπόθεσή σου. Η αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως είναι περισσότερο από πλήρης και λεπτομερής. Ακροθιγώς, παραθέτουμε τμήματα αυτής. Το δικαστήριο έκρινε ότι για την άσκηση ενδίκων μέσων (όταν δηλ. ο διάδικος πιστεύει ότι το πρώτο δικαστήριο έκανε λάθος και θέλει η υπόθεση να επαναξετασθεί από ανώτερο δικαστήριο), επιτρέπονται μεν δικονομικές προϋποθέσεις, οι οποίες όμως πρέπει να είναι συναφείς με την λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και περαιτέρω να μη υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύεται από τις παραπάνω διατάξεις. Η διάταξη περί του παραβόλου ουδεμία των προϋποθέσεων αυτών πληροί, όπως θα έπρεπε, για να είναι ανεκτή. Το δικαστήριο συνεχίζει: Το ποσό των διακοσίων ευρώ της αξίας του παραβόλου, που αξιώνει, για να μην απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση, συνιστά, με τις σημερινές οικονομικές συνθήκες της Χώρας, οικονομικό βάρος, στο οποίο αδυνατεί να ανταποκριθεί σημαντικό μέρος των Ελλήνων, με συνέπεια να αποκλείονται αυτοί από τη δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη. Ο αριθμός αυτός συνεχώς αυξάνεται, λόγω της συνεχώς επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασης της Χώρας. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει της ιερότητας του θεσμού της απονομής της δικαιοσύνης, της κεφαλαιώδους σημασίας της για την ειρηνική κοινωνική συμβίωση και της πρωταρχικής υποχρέωσης της πολιτείας για την απονομή της, το μέτρο θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί, έστω και ενός μόνο πολίτη την παραπάνω δυνατότητα να στερούσε και, όχι, όπως εν προκειμένω, που τη στερεί από σημαντικό και συνεχώς αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού. Εκτός τούτων, πρόκειται για καθαρά εισπρακτικό μέτρο, με το οποίο επιδιώκεται, μέσω του θεσμού της απονομής της δικαιοσύνης, αύξηση των δημοσίων εσόδων και, συνεπώς, για μέτρο, το οποίο ούτε στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων αποσκοπεί, ούτε την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης υπηρετεί. Αναμένουμε να δούμε αν η απόφαση αυτή θα αποτελέσει απλώς μία εξαίρεση, ή θα ακολουθηθεί και από άλλα δικαστήρια της Ελλάδος, ώστε να εξαλειφθεί τελικώς το παράβολο και να αρθεί ένα εμπόδιο για την εκδίκαση της υποθέσεως του κάθε διαδίκου στο Εφετείο.                                                                          *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr ktimatologiolaw@yahoo.gr