Thursday, May 12, 2016

Ο χρηματιστής συνήθως δεν έχει ευθύνη για την απώλεια του κεφαλαίου

Ο χρηματιστής συνήθως δεν έχει ευθύνη για την απώλεια του κεφαλαίου Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Πολλοί είναι οι αποταμιευτές που επενδύουν το μικρό ή μεγάλο κεφάλαιό τους στο χρηματιστήριο και στις πολλών μορφών επενδύσεις μετοχών, ομολόγων, παραγώγων, ισοτιμιών συναλλάγματος κλπ. Στις περισσότερες των περιπτώσεων ο επενδυτής δεν έχει επαγγελματικές γνώσεις περί της λειτουργίας του χρηματιστηρίου. Κάποιες φορές επενδυτές παρακολουθούν στενά τις αγορές και διαμορφώνουν δική τους άποψη, την οποία μετατρέπουν σε κινήσεις στην χρηματιστηριακή σκακιέρα. Πολλές άλλες φορές, όμως, άνθρωποι εμπιστεύονται σχεδόν εν λευκώ το σεβαστό κεφάλαιο που διαθέτουν σε εταιρείες, ή και σε μεμονωμένους χρηματιστές, με ή και χωρίς καν άδεια ή πραγματική εμπειρία, που τους υπόσχονται μεγάλη απόδοση των χρημάτων τους. Όταν η υποσχεθείσα ελκυστική απόδοση δεν πραγματοποιείται ο δικαιούχος των χρημάτων εκφράζει απλώς την δυσαρέσκειά του. Εάν όμως το αποτέλεσμα είναι όχι απλώς η διάψευση των προσδοκιών για μεγάλη ποσοστιαία απόδοση, αλλά η σημαντική ή και ολοκληρωτική απώλεια του κεφαλαίου, ο επενδυτής εξ αιτίας της μικρής ή μεγάλης οικονομικής καταστροφής του, επιχειρεί να στραφεί κατά του χρηματιστή του για να διαπιστώσει εάν εκείνος έχει νομική ευθύνη. Οι επενδυτές θα πρέπει να γνωρίζουν ότι στις πλείστες των περιπτώσεων φέρουν οι ίδιοι την ευθύνη για τις κινήσεις που γίνονται στην χρηματιστηριακή αγορά στο όνομα τους και με δικά τους χρήματα. Μπορεί στην πράξη ο χρηματιστής τους να έχει μικρή ή και μεγαλύτερη συμμετοχή στην λήψη των αποφάσεων για την αγορά ή την πώληση αυτής ή της άλλης μετοχής, όμως στο τέλος την ευθύνη έχει συνήθως μόνο ο επενδυτής και δύσκολα μπορεί να κερδίσει στα δικαστήρια αποζημίωση για απώλεια κεφαλαίου επενδεδυμένου στο χρηματιστήριο. Η βασική αιτία της αδυναμίας του επενδυτή, που έχει απωλέσει μεγάλο μέρος του κεφαλαίου του στο χρηματιστήριο, να στραφεί νομικά κατά του χρηματιστή του (φυσικού προσώπου ή εταιρείας) είναι το ότι συνήθως στις συμβάσεις που υπογράφονται μεταξύ επενδυτή και χρηματιστηριακής εταιρείας υπάρχουν σαφείς και επανειλημμένως αναγραφόμενοι όροι που διαλαμβάνουν ότι η χρηματιστηριακή εταιρεία εκτελεί απλώς τις εντολές του πελάτη / επενδυτή και σε καμία περίπτωση δεν τον συμβουλεύει ούτε αναλαμβάνει επισήμως την ευθύνη για την διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και στις περιπτώσεις όπου στην πραγματικότητα ο χρηματιστής είναι αυτός που συμμετέχει ενεργώς στην διαχείριση του κεφαλαίου, ενώ ο επενδυτής γνωρίζει λίγα ή και τίποτα από τις κινήσεις που γίνονται στο όνομα του και με τα λεφτά του, προσδοκώντας μόνο την προσαύξηση του κεφαλαίου του στις περιοδικές ενημερώσεις από τον χρηματιστή, εάν τα πράγματα δεν πάνε καλά και το κεφάλαιο χαθεί, η σύμβαση γράφει ότι τις κινήσεις τις έχει κάνει ο επενδυτής και ο χρηματιστής ήταν μόνο το όργανο που εκτέλεσε τις εντολές του πελάτη / επενδυτή. Για τον λόγο αυτόν όταν ο κάθε επίδοξος επενδυτής επιθυμεί να ρισκάρει τα χρήματά του στο χρηματιστήριο ή σε αγορές συναλλάγματος, σε ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια, παράγωγα κλπ., που είναι καθόλα νόμιμες δραστηριότητες και συχνά μάλιστα αποφέρουν κέρδη, θα πρέπει να παρακολουθεί στενά την πορεία των επενδύσεών του και να ενημερώνεται συχνά και λεπτομερώς από την χρηματιστηριακή εταιρεία του. Το να αφήνει το κεφάλαιό του στα χέρια του χρηματιστή του ως λευκή επιταγή, χωρίς να παρακολουθεί την πορεία του χαρτοφυλακίου του από το διαδίκτυο, αλλά και εγγράφως με τις ενημερωτικές επιστολές που δικαιούται να λαμβάνει, δημιουργεί κίνδυνο παρεξηγήσεως με τον χρηματιστή στην περίπτωση μειώσεως ή και ολοκληρωτικής απωλείας του κεφαλαίου. Πρέπει συνεπώς ο επενδυτής να διαβάζει καλά τις συμβάσεις που υπογράφει όταν εγκαινιάζει την χρηματιστηριακή του δραστηριότητα και να εστιάζει ειδικώς στο αν ο χρηματιστής του θα εκτελεί απλώς τις εντολές του πελάτη του, ή αν θα του παρέχει επιπλέον και επενδυτικές συμβουλές και αν θα προβαίνει και σε διαχείριση του κεφαλαίου του. Τέλος, πρέπει ο επενδυτής “δια ροπάλου” να αποφεύγει να εμπιστεύεται το κεφάλαιό του σε χρηματιστή ή “χρηματιστή” έχοντάς του τυφλή εμπιστοσύνη, χωρίς να ενημερώνεται με ηλεκτρονικά μηνύματα, έγγραφες αναλύσεις, επιστολές με σαφές και κατανοητό περιεχόμενο και επί του διαδικτύου παρακολούθηση επισήμων ιστοσελίδων για την ακριβή κατάσταση των χρημάτων του. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Πόσο κάνει ένα εξώδικο;

Πόσο κάνει ένα εξώδικο; Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Πόσο κοστίζει ένα εξώδικο; Αυτή ήταν η ερώτηση που δέχθηκα ευγενικά, χωρίς καμία άλλη περιγραφή της υποθέσεως, από μία κυρία που μου τηλεφωνούσε για πρώτη φορά, η οποία μου είπε ότι το όνομα και το τηλέφωνό μου της το είχε δώσει μία εντολέας μου, της οποίας τις νομικές υποθέσεις χειρίζομαι από ετών. Προ στιγμήν σκέφθηκα να απαντήσω με ένα δικό μου ερώτημα, του τύπου “πόσα γραμμάρια ή κιλά θα είναι το εξώδικο;”, ή έστω “πόσες σελίδες θα θέλατε να είναι το εξώδικο που θα στείλουμε;”, για να διαμορφώσω την αμοιβή μου αναλόγως! Ωστόσο, ωριμώτερες σκέψεις επικράτησαν στο μυαλό μου και στο ερώτημα της κυρίας περί του κόστους του εξωδίκου, απάντησα με σειρά ερωτήσεων. Τι αφορά η υπόθεση; Είναι σίγουρο ότι πρέπει να στείλουμε εξώδικο ή μήπως μπορούμε για το δικό σας συμφέρον να κάνουμε μία άλλη ενέργεια; Πότε δόθηκε το χρηματικό ποσό το οποίο μας χρωστάει το πρόσωπο στο οποίο θέλετε να στείλουμε εξώδικο; Υπάρχει κάποιο έγγραφο στο οποίο να έχει αποτυπωθεί το είδος της συμφωνίας σας, δηλαδή για ποιόν λόγο δόθηκαν τα χρήματα, π.χ. ως δάνειο από εσάς προς εκείνη ή μήπως ως επιστροφή δικής σας υποχρεώσεως προς εκείνην; Το πρόσωπο που έλαβε τα χρήματα αναγνωρίζει την οφειλή του, ή όχι; Μήπως υποστηρίζει ότι κάτι άλλο έχει συμβεί, ότι η μεταξύ σας συμφωνία είχε άλλους όρους και δεδομένα; Πότε του μιλήσατε τελευταία φορά, προσφάτως ή έχει περάσει πολύς καιρός; Και τέλος: έχει περιουσιακά στοιχεία το πρόσωπο στο οποίο καταβάλατε τα χρήματα, έχει στο όνομα του (όχι στο όνομα της συζύγου του ή των γονέων του) ακίνητα, τραπεζικούς λογαριασμούς, αυτοκίνητο; Τα ερωτήματα που πρέπει να υποβάλει ο δικηγόρος στον εν δυνάμει πελάτη του είναι πολλά και από τις απαντήσεις του ενδιαφερομένου πολλαπλασιάζονται, ώστε να μπορεί να φθάσει σε κάποιο σημείο στο να αντιληφθεί επαρκώς τι έχει συμβεί. Επομένως, το εναγώνιο ερώτημα πολλών πελατών προς έναν δικηγόρο στον οποίο απευθύνονται για πρώτη φορά, πόσο κοστίζει μία αγωγή, πόσο χρεώνετε για να ελέγξετε στο υποθηκοφυλακείο τους τίτλους του ακινήτου που πρόκειται να αγοράσω, πόσο κοστίζει μία μήνυση, ποιά είναι η αμοιβή σας για ένα κληρονομητήριο ή για μία αποδοχή κληρονομίας, η απάντηση του δικηγόρου που θέλει να είναι ειλικρινής είναι “δεν γνωρίζω”. Πρέπει πρώτα να σας ακούσω για δεκαπέντε λεπτά ή για μία ώρα, να διαβάσω τα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση, να δω τα πραγματικά περιστατικά και μετά, εφόσον από τις ερωταπαντήσεις μεταξύ μας θα προκύψει τι είδους νομική εργασία χρειάζεται να γίνει ή ποιές είναι οι περισσότερες από μία εναλλακτικές επιλογές που υπάρχουν, σύμφωνα και με τις επιθυμίες σας, ασφαλώς και θα σας ενημερώσω για το κόστος, που περιλαμβάνει την δική μου αμοιβή, αλλά και τα έξοδα που πληρώνουμε σε τρίτους, στο κράτος κλπ. Όταν συνεπώς κάποιος απευθύνεται σε δικηγόρο για μία υπόθεσή του, πρέπει πρώτα να του αναλύει όλα τα δεδομένα της υποθέσεως και να συμμετέχει στις ερωταπαντήσεις μεταξύ του ιδίου και του δικηγόρου, εάν θέλει να λάβει σωστή νομική συμβουλή και μία ειλικρινή εκτίμηση περί του αναμενομένου κόστους των νομικών ενεργειών που πρέπει να γίνουν στο όνομά του. Και επειδή κατά την διάρκεια των ερωταπαντήσεων μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, ο δικηγόρος τις περισσότερες φορές δίνει ήδη πολλές νομικές συμβουλές και αναλώνει χρόνο και διανοητική εργασία, πρέπει να αμειφθεί και συνεπώς ο συνομιλητής του δικηγόρου που έχει έρθει στο γραφείο του και συνδιαλέγεται μαζί του για μισή ή μία ώρα ή και περισσότερο επί δυσνόητων συχνά εγγράφων, τοπογραφικών, φωτογραφιών, επιστολών κλπ. πρέπει να αναμένει ότι ήδη χρεώνεται για την επίσκεψη και τις νομικές συμβουλές που λαμβάνει, εκτός εάν άλλως έχει συμφωνηθεί με τον δικηγόρο. Άλλωστε, όλοι πρέπει να γνωρίζουν ότι όταν λαμβάνουν νομικές συμβουλές από έναν δικηγόρο, αμφότεροι, δικηγόρος και πελάτης, επενδύουν, ο ένας τον χρόνο του και ο άλλος τα χρήματα που καταβάλει για την επίσκεψη. Όσο πιο χρήσιμες θα αποδειχθούν οι συμβουλές στον πελάτη, ως προς τις οικονομικές ή άλλες επιδιώξεις του, τόσο πιο επιτυχής θα θεωρηθεί η επένδυση της καταβολής αμοιβής για την λήψη των νομικών συμβουλών. Διότι είναι γνωστό ότι, όπως άλλωστε ισχύει και με άλλους ελεύθερους επαγγελματίες, ο φθηνός δικηγόρος συχνά κοστίζει πολύ ακριβά. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Εμπορικές συμφωνίες Ελλήνων με ξένους που κρίνονται από δικαστήρια εξωτερικού

Εμπορικές συμφωνίες Ελλήνων με ξένους που κρίνονται από δικαστήρια εξωτερικού Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Πολλές είναι οι εμπορικές συμφωνίες που συνάπτουν επιχειρηματίες στην Ελλάδα με αλλοδαπές επιχειρήσεις για την εισαγωγή και προώθηση προϊόντων από το εξωτερικό. Πολύ συχνά οι συμφωνίες αυτές αφορούν είδη ένδυσης, αξεσουάρ, αλλά και ένα μεγάλο αριθμό άλλων προϊόντων πάσης φύσεως που αγοράζουν οι Έλληνες καταναλωτές, συνήθως γνωστές μάρκες (διακριτικά σήματα) που έχουν εμπορικό ενδιαφέρον για να εισαχθούν στην ελληνική αγορά και να αποφέρουν κέρδη σ’ αυτόν που θα έχει “την αντιπροσωπεία”, όπως λέγαμε παλιά, δηλαδή σ’ αυτόν που θα έχει την αποκλειστική διανομή ή θα είναι ο επίσημος έμπορος στην Ελλάδα. Στις περισσότερες των περιπτώσεων οι ξένες εταιρείες έχουν την οικονομική ισχύ να επιβάλουν τους όρους της συμβάσεως που θα διέπει την συνεργασία τους με τον Έλληνα αποκλειστικό διανομέα. Κατά συνέπεια, η έγγραφη σύμβαση μεταξύ της αλλοδαπής εταιρείας που παράγει το προϊόν και του Έλληνα εμπόρου που θα το διακινήσει στην Ελλάδα συντάσσεται με όρους που εξυπηρετούν πρωτίστως τα συμφέροντα της ξένης επιχείρησης και τους οποίους συχνά ο Έλληνας έμπορος δεν μπορεί να διαπραγματευτεί ουσιαστικά και να τους αλλάξει, εάν κρίνει με τον νομικό του σύμβουλο ότι δεν τον συμφέρουν ή ότι κρύβουν κινδύνους για τα συμφέροντά του. Ένας από τους όρους αυτούς είναι ότι σε περίπτωση που προκύψουν διαφορές κατά την εκτέλεση της σύμβασης, αυτές θα επιλύονται από τα δικαστήρια μίας ξένης χώρας, συνήθως εκείνης στην οποία έχει την έδρα της η ξένη επιχείρηση και όχι από τα δικαστήρια της Ελλάδας. Αυτό νομικά λέγεται παρέκταση της αρμοδιότητας, που σημαίνει ότι παρά το γεγονός ότι η σύμβαση αφορά την διακίνηση και πώληση προϊόντων στην ελληνική αγορά, εάν δημιουργηθούν αντιδικίες μεταξύ του ξένου εμπόρου και του Έλληνα αποκλειστικού διανομέα, ο Έλληνας διανομέας δεν θα μπορεί να προσφύγει στα δικαστήρια της Ελλάδας, αλλά θα πρέπει να απευθυνθεί στα δικαστήρια μίας ξένης χώρας, όπως οι ΗΠΑ, η Αγγλία, η Γαλλία ή η Σουηδία κλπ. όπου ασφαλώς και δεν έχει εύκολη πρόσβαση, αφού ούτε την γλώσσα γνωρίζει καλά, ούτε με τους ξένους δικηγόρους μπορεί να συνεννοηθεί το ίδιο όπως με τους δικηγόρους στην Ελλάδα, η μετάβαση στο εξωτερικό για έναν μακρό δικαστικό αγώνα κοστίζει πολύ ακριβά, όπως ακριβή είναι γενικώς η πρόσβαση στην δικαιοσύνη μίας δυτικής χώρας, όπου οι δικηγορικές αμοιβές και τα δικαστικά έξοδα είναι υψηλώτερα των αντιστοίχων στην Ελλάδα. Στην υπ’ αριθ. 3422/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε αγωγή Έλληνα αποκλειστικού διανομέα ετοίμων ενδυμάτων κατά της αλλοδαπής εταιρείας που προμηθεύει τα προϊόντα, με αξίωση αποζημίωσης επειδή η ξένη εταιρεία έθεσε σχέδιο ανταγωνισμού εις βάρος του Έλληνα εισαγωγέα, με σκοπό να τον εκτοπίσει από την αγορά και να του υφαρπάξει την πελατεία που αυτός είχε δημιουργήσει στην Ελλάδα για τα προϊόντα συγκεκριμένης μάρκας. Το ελληνικό δικαστήριο δεν εξέτασε καθόλου την ουσία της αγωγής, διότι εδέχθη την ένσταση της αλλοδαπής εταιρείας ότι ρητός όρος της σύμβασης ορίζει ότι όλες οι διαφορές μεταξύ των δύο συμβαλλομένων δικάζονται από τα δικαστήρια του Μανχάταν της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ και επομένως τα ελληνικά δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία, αφού αυτό είχαν υπογράψει οι δύο πλευρές. Η ελληνική εταιρεία αντέκρουσε ότι ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός, ότι η σύμβαση έχει λειτουργήσει στην ελληνική αγορά και ότι τα δικαστήρια της Νέας Υόρκης δεν έχουν επαρκή γνώση των συνθηκών στην Ελλάδα, αλλά και ότι ο νόμος στις ΗΠΑ δεν προβλέπει την αποζημίωση πελατείας, αλλά το ελληνικό δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς και έκρινε ότι κάθε διαφορά αναφορικώς με την σύμβαση θα κριθεί από αμερικανικό και όχι ελληνικό δικαστήριο. . *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Ενεργοποίηση αδρανούς τραπεζικού λογαριασμού στην Ελλάδα

Ενεργοποίηση αδρανούς τραπεζικού λογαριασμού στην Ελλάδα Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Οι τράπεζες στην Ελλάδα, λόγω της κρίσης, αλλά και λόγω των νέων δεδομένων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα παγκοσμίως, επιβάλλουν μεγαλύτερους ελέγχους στους κατόχους τραπεζικών λογαριασμών και στην διακίνηση κεφαλαίων, με στόχο την αποφυγή λαθών, παρανομιών, αλλά και για την καλύτερη πιστοποίηση των πελατών τους και την επιβεβαίωση των στοιχείων τους. Αποτέλεσμα αυτής της τάσης είναι οι τράπεζες να ζητούν πολύ πιο συχνά πλέον, ακόμα και από γνωστούς πελάτες τους, επικαιροποίηση των στοιχείων τους. Όταν ο πελάτης είναι κάτοικος Ελλάδος, κάθε χρόνο πλέον του ζητούν εκκαθαριστικό της εφορίας, λογαριασμό ρεύματος, ή τηλεφώνου ή νερού, που να επιβεβαιώνει την διεύθυνση του πελάτη και κάποια απόδειξη για την ιδιότητά του, το επάγγελμά του κλπ. Όταν ο πελάτης της τράπεζας και κάτοχος του τραπεζικού λογαριασμού στην Ελλάδα είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, δηλαδή εκτός Ελλάδος, η τράπεζα ζητάει κάποια έγγραφα από την χώρα κατοικίας του πελάτη, για να πιστοποιήσει τα στοιχεία του. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί ομογενείς και κάτοικοι εξωτερικού εμφανίζονται στην τράπεζα στην Ελλάδα με το έγκυρο διαβατήριο ή την ταυτότητά τους, αλλά δεν τους επιτρέπεται να λάβουν τα χρήματά τους από τον λογαριασμό τους, διότι ο λογαριασμός έχει πλέον αδρανοποιηθεί μετά από κάποιο χρονικό διάστημα στο οποίο δεν έγιναν συναλλαγές, ή διότι τα στοιχεία του κατόχου του λογαριασμού θεωρούνται από την τράπεζα παλαιά και χρήζουν πιστοποιήσεως. Όταν ο λογαριασμός του κατοίκου εξωτερικού είναι ανενεργός ή υπάρχει έλλειψη στοιχείων του κατόχου του λογαριασμού, η τράπεζα ζητάει τα εξής έγγραφα για να επανενεργοποιήσει τον λογαριασμό. Πρώτον, χρειάζεται αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης που ο δικαιούχος του λογαριασμού υποβάλλει στην χώρα κατοικίας του. Εάν η δήλωση είναι από αγγλόφωνη χώρα η τράπεζα μπορεί να δεχθεί το έγγραφο και χωρίς επίσημη μετάφραση. Αν όμως το έγγραφο προέρχεται από μη αγγλόφωνη χώρα είναι πολύ πιθανόν να ζητηθεί επίσημη μετάφραση στην ελληνική. Επιπλέον, η τράπεζα ζητάει έναν τουλάχιστον λογαριασμό ρεύματος, τηλεφώνου ή νερού από την χώρα εξωτερικού, στο όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού, ώστε να επιβεβαιώνεται η διεύθυνση του προσώπου, που έχει η ελληνική τράπεζα στο αρχείο της. Επιπροσθέτως, απαιτείται το διαβατήριο του κατόχου του λογαριασμού, συχνά επικυρωμένο από το Προξενείο της Ελλάδος, αλλά και μία επιστολή από τον εργοδότη του δικαιούχου του λογαριασμού, που επιβεβαιώνει ότι το πρόσωπο αυτό εργάζεται στην χώρα του εξωτερικού. Αν ο δικαιούχος είναι ελεύθερος επαγγελματίας, θα αρκέσει ένα έγγραφο από τον τοπικό σύλλογο (π.χ. δικηγόρων, άλλων επαγγελματιών, από το τοπικό επιμελητήριο), που να βεβαιώνει ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Όταν ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού προσκομίσει τα ανωτέρω έγγραφα στην τράπεζα και αφού οι αρμόδιοι εξετάσουν τον φάκελο, εφόσον αυτός κριθεί επαρκώς ενημερωμένος, θα ενεργοποιήσουν τον λογαριασμό, με επικαιροποιημένα πλέον στοιχεία για τον κάτοχό του και θα επιτρέψουν την διενέργεια συναλλαγών, όπως κατάθεση, ανάληψη, μεταφορά εμβασμάτων κλπ. Αν ο δικαιούχος του λογαριασμού δεν μπορεί να έρθει στην Ελλάδα, η διαδικασία ενεργοποίησης του λογαριασμού μπορεί να γίνει με ειδικό πληρεξούσιο που ο κάτοικος εξωτερικού υπογράφει στο Προξενείο και στέλνει στον πληρεξούσιό του στην Ελλάδα, για να κάνει εκείνος τις ενέργειες για την επαναλειτουργία του λογαριασμού. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο δικαιούχος του λογαριασμού πρέπει πρώτα να συνεννοείται με την τράπεζά του στην Ελλάδα, για να μάθει τα συγκεκριμένα έγγραφα που θέλει η τράπεζα. Η διαδικασία επανενεργοποίησης του τραπεζικού λογαριασμού στην Ελλάδα μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμη στην παρούσα περίοδο των τραπεζικών περιορισμών (capital controls), κατά την οποία δεν επιτρέπεται το άνοιγμα νέων τραπεζικών λογαριασμών, οπότε η ύπαρξη παλαιών λογαριασμών αποκτάει μεγάλη σημασία για να μπορέσουν οι δικαιούχοι να κάνουν τις τραπεζικές εργασίες που επιθυμούν. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr

Όταν ο οφειλέτης δεν επιστρέφει τα χρήματα

Όταν ο οφειλέτης δεν επιστρέφει τα χρήματα Του Χρήστου Ηλιόπουλου* Στις κοινωνικές και επαγγελματικές σχέσεις, αλλά και μεταξύ συγγενών ή φίλων συμβαίνει συχνά ένα πρόσωπο να δανείζει ένα άλλο πρόσωπο με συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και με την συμφωνία αυτό να επιστραφεί εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, με τόκο ή και ατόκως. Η παροχή δανείου αποτελεί ούτως ή άλλως συναλλαγή που ενέχει επικινδυνότητα, διότι η επιστροφή του δανεισθέντος ποσού δεν είναι πάντοτε εξασφαλισμένη και η καθυστέρηση καταβολής ή η πλήρης αποφυγή επιστροφής του δανείου προκαλεί διενέξεις και παρεξηγήσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων. Εάν ο οφειλέτης, δηλ. εκείνος που έχει λάβει το δάνειο, δεν επιστρέφει το ποσό εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας, ο δανειστής αναγκάζεται να προσφύγει στο δικαστήριο για να αξιώσει την επιστροφή του δανείου με δικαστική απόφαση. Η πρώτη σκέψη στην οργάνωση της αγωγής για την επιστροφή του δανείου που γίνεται από τον δανειστή και τον δικηγόρο του, είναι πώς αποδεικνύεται η καταβολή του δανείου. Υπάρχει έγγραφο στο οποίο να έχει υπογράψει ο οφειλέτης ότι έλαβε το δάνειο; Αναφέρει όλα τα στοιχεία, το ακριβές ποσό, τον χρόνο επιστροφής; Αν δεν υπάρχει έγγραφο, πώς αποδεικνύουμε την σύναψη της συγκεκριμένης συναλλαγής; Υπάρχουν μάρτυρες που να δέχονται να καταθέσουν στο δικαστήριο; Αν δεν υπάρχει έγγραφο που να αποτυπώνει την σύναψη του δανείου, υπάρχουν τουλάχιστον επιβοηθητικά έγγραφα, που να συμβάλλουν στην απόδειξη, όπως π.χ. καταγραφή ανάληψης από τράπεζα του ποσού που δόθηκε ως δάνειο, από τον δανειστή την ίδια ή κοντινή μέρα, κατά την οποία ο οφειλέτης έλαβε τα χρήματα; Περαιτέρω, ο δανειστής θα ερωτηθεί από τον δικηγόρο του εάν ο οφειλέτης έχει περιουσιακά στοιχεία, ώστε εφόσον με το καλό κερδηθεί η υπόθεση στα δικαστήρια, να μπορεί να εκτελεσθεί εναντίον του οφειλέτη. Διότι αν αυτός δεν έχει στο όνομά του περιουσία, ακίνητα, τραπεζικούς λογαριασμούς, ή άλλο περιουσιακό στοιχείο αξίας τουλάχιστον όσο το ποσό του δανείου, η έκδοση δικαστικής απόφασης για τον δανειστή μπορεί να είναι άνευ πραγματικής ουσίας, εάν δεν μπορεί να βρεθεί τρόπος να πάρει πίσω τα λεφτά του. Η αγωγή που θα κατατεθεί στο δικαστήριο πρέπει να περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που αποδεικνύουν την καταβολή του δανείου, το ποσό, την ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε, το χρονικό διάστημα που συμφωνήθηκε ότι πρέπει το δάνειο να επιστραφεί, αν είχε συμφωνηθεί τόκος και σε τι ποσοστό, σε ποιό μέρος δόθηκε το δάνειο κλπ. Συχνά είναι φρόνιμο στην αγωγή να υπάρχει και επικουρική βάση, για την περίπτωση που αποδειχθεί μεν ότι τα χρήματα δόθηκαν από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο, δεν αποδειχθεί όμως ότι δόθηκαν ως δάνειο. Σ’ αυτήν την περίπτωση πρέπει να υπάρχει μία επικουρική αξίωση με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ότι δηλαδή ο εναγόμενος πήρε χρήματα που αύξησαν την περιουσία του χωρίς νόμιμη αιτία και πρέπει να τα επιστρέψει. Αν λοιπόν κριθεί από το δικαστήριο ότι η σύμβαση δανείου που επικαλείται ο ενάγων είναι άκυρη, ή έχει ανατραπεί ή για άλλο λόγο δεν θεμελιώνει αποδοχή της αγωγής από το δάνειο, μπορεί να γίνει δεκτή η αγωγή δυνάμει της επικουρικής βάσης της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον έχει γίνει ορθώς επίκληση της επικουρικής αυτής βάσης στο δικόγραφο της αγωγής, όπως έκρινε και ο Άρειος Πάγος στην υπ’ αριθ. 1682/2014 απόφασή του. *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws. www.greekadvocate.eu bm-bioxoi@otenet.gr